Home » Πόσο Δημοκρατική ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία; 

Πόσο Δημοκρατική ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία; 

by Γιάννης Μαρινάκης

Γράφει ο Μάνος Κόκκινος 

Η παρούσα ανάλυση επιχειρεί να εξετάσει τον βαθμό σύγκλισης μεταξύ της αθηναϊκής δημοκρατίας του 5ου αιώνα π.Χ. και των σύγχρονων αντιλήψεων περί δημοκρατικού πολιτεύματος. Ειδικότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει όχι μόνο το ίδιο το αθηναϊκό πολίτευμα αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτό αξιοποιήθηκε ιστορικά ως θεμέλιο για τη διαμόρφωση της σύγχρονης καθολικής και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Όπως θα επιχειρηθεί να αναδειχθεί, η σχέση αυτή είναι περισσότερο πολύπλοκη από όσο συνήθως προβάλλεται, καθώς περιλαμβάνει τόσο πραγματικές θεσμικές επιρροές όσο και μεταγενέστερες εξιδανικεύσεις. 

Ο Robert Dahl, στο πολυσήμαντο έργο του Περί Δημοκρατίας, διατυπώνει μια θεμελιώδη παρατήρηση που λειτουργεί ως αφετηρία για κάθε σοβαρή μελέτη του ζητήματος: θα ήταν εσφαλμένο να αντιμετωπίζουμε τη δημοκρατία ως αυτοτελή «εφεύρεση» ενός συγκεκριμένου τόπου και χρόνου, κατ’ αναλογία με την ατμομηχανή ή άλλες τεχνολογικές καινοτομίες. Αντίθετα, ο Dahl επισημαίνει ότι δημοκρατικές πρακτικές λήψης αποφάσεων εμφανίστηκαν αυτόνομα σε διαφορετικές εποχές και πολιτισμούς, με ποικίλες μορφές και για διαφορετικούς σκοπούς. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, υπό αυτό το πρίσμα, αναγνωρίζεται ως η πρώτη συστηματική απόπειρα αναδιατύπωσης και θεσμικής οργάνωσης αυτού που οι ανθρωπολόγοι αποκαλούν «πρωτόγονη δημοκρατία», δηλαδή μορφές συλλογικής λήψης αποφάσεων που προϋπήρχαν σε φυλετικές και κοινοτικές κοινωνίες (Dahl, 1998, σς. 28-30). 

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, διότι μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την αθηναϊκή πείρα όχι ως έναυσμα της δημοκρατίας αλλά ως τον πρώτο θεσμικό μετασχηματισμό της σε επίπεδο πόλης-κράτους. Όπως θα δούμε, αυτή η ακριβής σχέση συχνά παρερμηνεύεται στη σύγχρονη δημοκρατική ρητορική. 

Η δημοκρατία σήμερα ορίζεται συχνά μέσω της περίφημης ρήσης του Lincoln: «η διακυβέρνηση του λαού, από τον λαό, για τον λαό» (Gettysburg, 1863). Όμως, όπως εύστοχα επισημαίνει η σύγχρονη πολιτική θεωρία, ο ορισμός αυτός είναι προβληματικός: σπάνια ο λαός κυβερνά άμεσα, σπάνια ολόκληρος ο λαός συμμετέχει στη διακυβέρνηση, και ακόμα σπανιότερα οι αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα το συμφέρον ολόκληρου του πληθυσμού. Η διατύπωση του Lincoln λειτουργεί περισσότερο ως ρητορική παρουσίαση παρά ως ακαδημαϊκός ορισμός. Μια πιο ακριβής σύγχρονη εννοιολόγηση θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: «Η δημοκρατία είναι ένα σύστημα λήψης αποφάσεων όπου οι πολίτες, έχοντας ίσα πολιτικά δικαιώματα, εκλέγουν ελεύθερα αντιπροσώπους τους, οι οποίοι ασκούν εξουσία με διαφάνεια, υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο και εγγυώνται τα δικαιώματα ακόμα και των μη συμφωνούντων.» Ο ορισμός αυτός, αν και λειτουργικός για τη σύγχρονη πραγματικότητα, αποκαλύπτει αμέσως τις αποστάσεις από την αθηναϊκή δημοκρατία, όπου η συμμετοχή περιοριζόταν σε μια μικρή μειονότητα. 

Η δημοκρατία της Αθήνας δεν αποτελούσε μια ιδεολογική δέσμευση στην καθολική ισότητα αλλά ένα λειτουργικό σύστημα εξουσίας για μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη.

Η αθηναϊκή δημοκρατία λειτουργούσε μέσω της λαϊκής συνέλευσης (Εκκλησία του Δήμου), στην οποία μπορούσαν να συμμετάσχουν όλα τα μέλη του δήμου. Ωστόσο, ο αθηναϊκός δήμος δεν αποτελούσε ευρεία κατηγορία, αλλά μια αυστηρά οριοθετημένη ομάδα: αποκλειστικά άνδρες άνω των 18 ετών, των οποίων και οι δύο γονείς είχαν γεννηθεί στην Αθήνα. Αποκλείονταν συστηματικά οι γυναίκες, οι μέτοικοι (ελεύθεροι ξένοι κάτοικοι), οι δούλοι, ακόμα και οι απελευθερωμένοι δούλοι. Επομένως, μόνο 20.000-30.000 πολίτες εκ των 250.000-300.000 κατοίκων της Αττικής είχαν δικαίωμα συμμετοχής, δηλαδή περίπου το 10% του πληθυσμού (Ogden, 1996). 

Η ερμηνεία αυτών των αποκλεισμών απαιτεί διασαφήνιση του ιστορικού πλαισίου στο οποίο έλαβαν χώρα. Η δημοκρατία της Αθήνας δεν αποτελούσε μια ιδεολογική δέσμευση στην καθολική ισότητα αλλά ένα λειτουργικό σύστημα εξουσίας για μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη. Οι δούλοι αποκλείονταν διότι η δημοκρατία στηριζόταν οικονομικά στην εκμετάλλευσή τους, ο ελεύθερος χρόνος των πολιτών για πολιτική συμμετοχή εξασφαλιζόταν από την εργασία των δούλων. Οι γυναίκες αποκλείονταν λόγω των βαθιά εδραιωμένων πατριαρχικών αντιλήψεων. Οι μέτοικοι αποκλείονταν ως ξένοι, αν και συνεισέφεραν φορολογικά και στρατιωτικά. Το σύστημα, με άλλα λόγια, δεν είχε ως σκοπό την διεύρυνση της άσκησης εξουσίας αλλά την βέλτιστη διαχείριση της μεταξύ των ελεύθερων ανδρών πολιτών. 

Παράλληλα με την Εκκλησία του Δήμου λειτουργούσε η Βουλή των 500, το κεντρικό εκτελεστικό και προπαρασκευαστικό όργανο. Ο αριθμός προέκυπτε από τις 10 φυλές της Αθήνας, με κάθε φυλή να εκλέγει με κλήρο 50 αντιπροσώπους. Η χρήση του κλήρου, αντί της εκλογής, είχε ως στόχο να αποφευχθεί η διαφθορά και να διασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση των πολιτών στα αξιώματα. Οι βουλευτές κατείχαν το αξίωμα για έναν χρόνο και δεν μπορούσαν να επανεκλεγούν άμεσα. Η Βουλή συνερχόταν καθημερινά στο Βουλευτήριο, όπου όριζε την ημερήσια διάταξη της Εκκλησίας, προετοίμαζε τα νομοσχέδια για συζήτηση, και διαχειριζόταν δημόσια έργα και αμυντικά ζητήματα (π.χ. συντήρηση στόλου). Δηλαδή οι Βουλευτές λειτουργούσαν ως ένα είδος «διαχειριστικής επιτροπής», γεγονός που καθιστά δύσκολη την ακριβή σύγκριση με σύγχρονα κοινοβούλια. Επιπλέον, όπως επισημαίνει ο Sickinger (1999), η Βουλή είχε την ευθύνη των δημοσίων αρχείων, γεγονός που της προσέδιδε σημαντική διαχειριστική ισχύ. 

Η Εκκλησία του Δήμου συνερχόταν περίπου 40 φορές ετησίως, όπου οι πολίτες ψήφιζαν νόμους με άμεσα ψηφίσματα, κήρυσσαν πολέμους, εξέλεγαν στρατηγούς, και αποφάσιζαν για οστρακισμούς. Η απαρτία για σημαντικά ψηφίσματα ανερχόταν σε 6.000 πολίτες. Αυτό σημαίνει ότι σε μια πόλη 250.000-300.000 κατοίκων, η απόφαση για πόλεμο μπορούσε να ληφθεί από ένα σώμα που αντιπροσώπευε μόλις το 2-2,5% του συνολικού πληθυσμού, ή το 20-30% των πολιτών. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ένα τέτοιο ποσοστό μπορεί να θεωρηθεί «δημοκρατική πλειοψηφία», ειδικά όταν η συμμετοχή στη συνέλευση ευνοούσε όσους διέμεναν κοντά στην πόλη, αποκλείοντας έμμεσα τους αγρότες και τους φτωχότερους που δεν μπορούσαν να διασχίσουν την Αττική για τη συμμετοχή. 

η Αθήνα υπήρξε το πρώτο βήμα σε ένα μακροσκελές ταξίδι, το οποίο κατέληξε στη σύγχρονη καθολική δημοκρατία, όχι ως πρότυπο, αλλά ως θεμέλιο και ως παράδειγμα προς αποφυγή σε ορισμένες πτυχές.

Η Αθηναϊκή Δημοκρατία διήρκεσε περίπου 200 χρόνια, μια σχετικά σύντομη περίοδος σε ιστορική κλίμακα, έως την κατάκτηση της Αθήνας από τους Μακεδόνες το 322 π.Χ. Η διακυβέρνηση αντικαταστάθηκε από μοναρχικά καθεστώτα, πρώτα υπό τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αργότερα υπό τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ακόμα και όταν το ελληνικό στοιχείο κυριάρχησε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η δημοκρατία ουδέποτε αποκαταστάθηκε ως συστημική αρχή· ο εκάστοτε αυτοκράτορας ασκούσε τον τελικό λόγο. Αυτή η μακρά διακοπή (σχεδόν 2.000 χρόνια) είναι κρίσιμη: η δημοκρατική σκέψη δεν μεταδόθηκε αδιάκοπα από την αρχαιότητα στη σύγχρονη εποχή. Η αναβίωση των δημοκρατικών ιδεωδών έλαβε χώρα σε άλλες ευρωπαϊκές περιοχές — τη Σκανδιναβία, τις Κάτω Χώρες, τη Φλάνδρα, την Ελβετία και τη Μεγάλη Βρετανία — όπου η ανάγκη περιορισμού της βασιλικής εξουσίας οδήγησε σε τοπικές συνελεύσεις. Όπως παρατηρεί ο Dahl (1998, σ. 45), ακόμα και τότε λίγοι ήταν οι υποστηρικτές της πλήρους δημοκρατίας, με το σύστημα να διατηρεί αυταρχικά χαρακτηριστικά για πολλούς αιώνες. 

Καθώς τα δημοκρατικά ιδεώδη εξαπλώνονταν στη σύγχρονη εποχή, η Αθήνα αναδείχθηκε σε εξιδανικευμένο πρότυπο: μια κοινωνία όπου ο δήμος αποφάσιζε άμεσα για τα ζητήματά του. Αυτή η ρομαντική απεικόνιση λειτούργησε ως πολιτικό θεμέλιο για τα νέα δημοκρατικά κινήματα, προσφέροντας ιστορική νομιμοποίηση. Όμως, όταν η συμμετοχή άρχισε να διευρύνεται ώστε να συμπεριλάβει γυναίκες, νεότερους ενήλικες, άπορους πολίτες και όσους δεν είχαν αθηναϊκή καταγωγή, κατέστη προφανές ότι το αθηναϊκό πρότυπο δεν μπορούσε να υποστηρίξει αυτή τη διεύρυνση. Έτσι, από τον 19ο αιώνα και εξής, αναπτύχθηκε μια κριτική παράδοση που αντιμετώπιζε την Αθηναϊκή Δημοκρατία ως ένα ελιτίστικο πείραμα, σχεδιασμένο να ενισχύσει τον ρόλο των προνομιούχων. Η κριτική αυτή, όμως, δεν κατόρθωσε πλήρως να υπονομεύσει πλήρως το Αθηναϊκό πολίτευμα. Μια ισορροπημένη προσέγγιση οφείλει να αναγνωρίζει ότι η Αθήνα υπήρξε το πρώτο βήμα σε ένα μακροσκελές ταξίδι, το οποίο κατέληξε στη σύγχρονη καθολική δημοκρατία, όχι ως πρότυπο, αλλά ως θεμέλιο και ως παράδειγμα προς αποφυγή σε ορισμένες πτυχές. 

Μια πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση θα ωφελούνταν από την αναφορά σε σύγχρονους ιστορικούς. Ο Josiah Ober (1989) στο “Mass and Elite in Democratic Athens” αναλύει τη θεμελιώδη ένταση μεταξύ των ελίτ και του λαού, δείχνοντας πώς ο δήμος κατάφερε να επιβάλει θεσμικούς περιορισμούς στην αριστοκρατία. Η έννοια της ισηγορίας, του ίσου δικαιώματος στον λόγο για τα μέλη της εκκλησίας, αποτελεί μια ριζοσπαστική αρχή που δεν συναντάται σε άλλα αρχαία καθεστώτα. Σημειώνει όμως πως η ισότητα του λόγου δεν εκτεινόταν στους κοινωνικά άνισους δημότες.  

Ο M.I. Finley (1973) στο “Democracy Ancient and Modern”, προειδοποιεί για την απλοϊκή σύγκριση αρχαίας και σύγχρονης δημοκρατίας, τονίζοντας ότι η αρχαία Αθήνα ήταν μια κοινωνία βασισμένη στην πόλη-κράτος, ενώ η σύγχρονη δημοκρατία λειτουργεί σε εθνικό επίπεδο. Η διαφορά κλίμακας, λοιπόν, δεν είναι ποσοτική αλλά ποιοτική, καθιστώντας αδύνατη την άμεση εφαρμογή των αθηναϊκών θεσμών. 

Η διαδικασία υπεράσπισης και βελτίωσης της δημοκρατίας δεν απαιτεί ούτε την εξιδανίκευση της αρχαίας Αθήνας ούτε την πλήρη υπονόμευσή της. Αντίθετα, αν την αντιμετωπίσει κανείς ως γνήσιο προϊόν της εποχής και των ανθρώπων της, μπορεί να την αξιοποιήσει κριτικά: να αναγνωρίσει τις καινοτομίες της (ισηγορία, κλήρος, λαϊκή κυριαρχία), να κατανοήσει τα δομικά της όρια (αποκλεισμοί, κλίμακα, οικονομική βάση) και να αντλήσει διδάγματα για τη βελτίωση της σύγχρονης δημοκρατικής πολιτικής. Η δημοκρατία, όπως έχει λεχθεί, δεν είναι το καλύτερο δυνατό πολίτευμα, αλλά είναι το καλύτερο από όσα έχουν δοκιμαστεί. Το καθήκον των υποστηρικτών της δεν είναι να την εξυμνούν αλλά να την καθιστούν ολοένα και καλύτερη, αναγνωρίζοντας ότι η βελτίωση προϋποθέτει αυτοκριτική, ιστορική επίγνωση, και διάθεση για θεσμικό πειραματισμό. 

Η Αθήνα υπήρξε ο πρώτος μεγάλος πειραματισμός. Η κληρονομιά της δεν είναι μια αμετάβλητη συνταγή αλλά μια ανοιχτή πρόσκληση να σκεφτόμαστε πώς η συλλογική απόφαση μπορεί να γίνει δικαιότερη, πιο συμμετοχική και πιο αντιπροσωπευτική. 

Συντάκτης: Μάνος Κόκκινος 

 

Βιβλιογραφία: 

  1. Dahl, R. (1998). On Democracy. Yale University Press, London. (μτφ. Β. Κόρκας).
  2. Finley, M.I. (1973). Democracy Ancient and Modern. Rutgers University Press.
  3. Hansen, M.H. (1991). The Athenian Democracy in the Age of Demosthenes: Structure, Principles, and Ideology. (μτφ. J.A. Cook). Oxford: Blackwell.
  4. Ober, J. (1989). Mass and Elite in Democratic Athens. Princeton University Press.
  5. Ogden, C. (1996). Ancient Greece at Work. Routledge.
  6. Rhodes, P.J. (1981). A Commentary on the Aristotelian Athenaion Politeia. Oxford University Press.
  7. Sickinger, J.P. (1999). Public Records and Archives in Classical Athens. Chapel Hill: University of North Carolina Press.

 

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του/της αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.  
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού συνδέσμου (link) για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα. 

 

 

 

 

 

Related Articles