Home » Τα φαντάσματα της ιστορίας

Τα φαντάσματα της ιστορίας

Η επίδραση του Εμφυλίου στον σύγχρονο δημόσιο διάλογο

by Γιάννης Μαρινάκης

Γράφει ο Πάρης Γιαννούλης 

Το τελευταίο διάστημα έχουν πυκνώσει οι δημόσιες  αναφορές στα  γεγονότα που σημάδεψαν την νεοελληνική ιστορία και ιδιαίτερα την περίοδο 1944-1949, δηλαδή από την απελευθέρωση της χώρας το 1944 από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, την πολιτική όξυνση που οδήγησε στην Δεκεμβριανή σύγκρουση μέχρι και το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου το 1946-1949. Η χρήση και σε μεγάλο βαθμό εργαλειοποίηση, των πολιτικών και ιδεολογικών  συγκρούσεων της δεκαετίας του 40’, δυστυχώς έχει αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης  σε αρκετές δύσκολες περιόδους για την ελληνική κοινωνία αλλά και για την ελληνική δημοκρατία. Για να καταστεί με σαφήνεια το ζήτημα  της χρήσης των γεγονότων της περιόδου 44-49 για πολιτικά οφέλη πρέπει να διασαφηνιστούν ορισμένες πτυχές και παράμετροι της περιόδου αυτής. 

Πρώτη  παράμετρος είναι η κατηγοριοποίηση  του ελληνικού εμφυλίου ως ένα πολυσύνθετο ιστορικό γεγονός και η ένταξη του  σε ένα ιδιαίτερο  πολύπλοκο πλαίσιο. Η κορύφωση της πολιτικής όξυνσης ανάμεσα στην Αριστερά, με κύρια πολιτική δύναμη το ΚΚΕ  και την ετερόκλητη συμμαχία δυνάμεων του Κέντρου με την Δεξιά, δεν προέκυψε μέσα στο 1946. Οι συνεχείς (και εν πολλοίς παραπλανητικές) αναφορές στα γεγονότα του εμφυλίου περιορίζονται σε ένα στενό χρονικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα να διαστρεβλώνεται η ίδια η ιστορία. Ο εμφύλιος αποτέλεσε το πολιτικό και ιδεολογικό επιστέγασμα μιας σειράς ζυμώσεων και αντιδράσεων που ξεκινούν από τις αρχές του Μεσοπολέμου και την εγκαθίδρυση της ασταθούς Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1924,  μέχρι την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά  το 1936,  ενώ αναζωπυρώνονται στην διάρκεια της κατοχής. Δεν είναι τυχαίο πως ακόμη και σήμερα πολλοί ιστορικοί και ερευνητές υποστηρίζουν πως, η περιοδολόγηση  του εμφυλίου ξεκινάει από τις ενδοαντιστασιακές συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τον ΕΔΕΣ το 1943. Εν μέσω κατοχής  και όταν τα αντιστασιακά κινήματα στην κατεχόμενη Ευρώπη ισχυροποιούνταν, η ελληνική ένοπλη αντίσταση βρισκόταν σε αντιπαράθεση στο εσωτερικό της. Τόσο η αριστερά , κυρίως μέσω του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ , όσο και οι μη-εαμικές αντιστασιακές οργανώσεις όπως ο ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ, έθεταν ως -έστω και μακροπρόθεσμο-  στόχο την διεκδίκηση της εξουσίας στην απελευθερωμένη Ελλάδα. 

Το ζήτημα της “κυβερνησιμότητας” αποκτούσε ολοένα και πιο μεγάλη σημασία από τα τέλη του 1943 και στις αρχές του 1944, τόσο για την ηγεσία της Αριστεράς όσο και για τις ηγεσίες των παραδοσιακών αστικών κόμματων που βρίσκονταν εξόριστες στο Κάϊρο. Η απελευθέρωση της χώρας  αποτέλεσε μια νέα σελίδα συνδεδεμένη με τις μεταπολεμικές πραγματικότητες σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Σε αυτή τη νέα σελίδα, κύρια συνισταμένη αποτέλεσε η ισχυρή πολιτική και κοινωνική  παρουσία του ΕΑΜ. Το ζήτημα της αντιπροσώπευσης των δυνάμεων που εκπροσωπούσε η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση στο μεταπολεμικό πολιτικό πλαίσιο, ήταν και εκείνο που οδήγησε εν τέλει στα Δεκεμβριανά, στο κρίσιμο γεγονός που όρισε τις νέες  πολιτικές συνθήκες. Η έκταση των στρατιωτικών συγκρούσεων και η ένταση της βίας τον Δεκέμβριο του 1944 διεύρυναν το χάσμα ανάμεσα στην Αριστερά και τον αστικό πολιτικό κόσμο, ο οποίος πλέον έθεσε ως κύριο στόχο του την περιθωριοποίησή της Αριστεράς και την εξασφάλιση της κυριαρχίας του στην μεταπολεμική Ελλάδα. 

Ο εμφύλιος αποτέλεσε το πολιτικό και ιδεολογικό επιστέγασμα μιας σειράς ζυμώσεων και αντιδράσεων που ξεκινούν από τις αρχές του Μεσοπολέμου και την εγκαθίδρυση της ασταθούς Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1924,

Με την λήξη του εμφυλίου πολέμου το 1949, δημιουργήθηκαν πρωτοφανή χάσματα και ρήγματα στο κοινωνικό σώμα της χώρας. Η δημιουργία του όρου “συμμοριτοπόλεμος” είναι ενδεικτική της υποβάθμιση της σημασίας του εμφυλίου πολέμου από την πλευρά των νικητριών δυνάμεων, ενώ η εκ νέου καθιέρωση  των πολιτικών διώξεων και φυλακίσεων  θεσμοποίησε την καταπίεση των πολιτικών ελευθεριών στην μετεμφυλιακή Ελλάδα για ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού. Για ένα μεγάλο τμήμα των δεκαετιών του 50’ και του 60’, οι μνήμες και οι πληγές του εμφυλίου επισκίαζαν την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Παρά τις εύλογες προσπάθειες ενός τμήματος των δημοκρατικών και  κεντρώων  δυνάμεων  να εξομαλυνθεί η πολιτική ζωή και να αρχίσει μια διαδικασία δημοκρατικής ανανέωσης, ακραίες αντικοινοβουλευτικές και αντιδημοκρατικές δυνάμεις, απέκτησαν ισχυρά ερείσματα σε τομείς της δημοσίας ζωής και ιδιαίτερα στους κρατικούς μηχανισμούς καταστολής. Ήδη από το 1944-45, ακροδεξιά στοιχεία και πρώην δωσίλογοι και συνεργάτες των κατακτητών  έγιναν τμήμα της προσπάθειας ανασυγκρότησης του κράτους και των θεσμών του. Η ένταξη συνεργατών των κατοχικών δυνάμεων στον Στρατό και στα σώματα ασφαλείας, με πρόσχημα την διατήρηση της ασφάλειας και της κοινωνικής τάξης, αποτέλεσε μια συνηθισμένη διαδικασία. 

Δεύτερη σημαντική παράμετρος αποτελεί η ιδεολογική απλοποίηση του γεγονότος του εμφυλίου πολέμου. Ένα τόσο σύνθετο και πολύπλοκο γεγονός όπως ο εμφύλιος πόλεμος, λόγω των διάφορων αναγνώσεων και ερμηνειών του, γίνεται αντικείμενο απλούστευσης και διαστρέβλωσης. Οι πολιτικές  και ιδεολογικές ισορροπίες που οδήγησαν στο ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου δεν αποτέλεσαν κάτι στατικό και τα “στρατόπεδα” που συγκροτήθηκαν δεν ήταν από την αρχή ομοιογενή. Οι αντιθέσεις που επικρατούσαν, τόσο στους κόλπους της Αριστεράς όσο και στο αστικό μπλοκ δυνάμεων, άλλαζαν διαρκώς τα δεδομένα και τον συσχετισμό δυνάμεων. Για παράδειγμα, ο μετεμφυλιακός αντικομμουνισμός, ο οποίος αποτέλεσε συνέχεια των αντικομουνιστικών τάσεων του μεσοπολέμου, ασκήθηκε τόσο από φιλελεύθερες όσο και από συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις. 

Από την απελευθέρωση του 1944 μέχρι και το ξέσπασμα του εμφυλίου το 1946, επιστρέφουν και οι δυο τάσεις του αντικομουνισμού :ο φιλελεύθερος  και ο συντηρητικός αντικομμουνισμός. Ο αστικός πολιτικός κόσμος  παραμέρισε τις πολιτικές και ιδεολογικές του διαφορές για να καταπολεμήσει αυτό που εκλάμβανε ως μια βίαιη ένοπλη κομμουνιστική επανάσταση. Ο φιλελεύθερος αντικομμουνισμός  υποχώρησε με αποτέλεσμα ο συντηρητικός αντικομμουνισμός να έχει την πρωτοκαθεδρία στην μεταπολεμική και μετεμφυλιακή πολιτική σκηνή. Όλη αυτήν την περίοδο,  οι πολιτικές ελίτ που επικράτησαν, αποτελούσαν έναν μόνο από τους φορείς εξουσίας και όχι ο πιο ισχυρός σε πολλές περιστάσεις. Θεσμοί όπως η εκκλησία, ο Στρατός, τα σώματα ασφαλείας, και οι παρακρατικές οργανώσεις της Δεξιάς , πολλές φορές δημιουργούσαν παράλληλα κέντρα εξουσίας, στα οποία κυριαρχούσε ο συντηρητικός αντικομμουνισμός στον πιο έντονο βαθμό. Οι νίκες του αστικού κόσμου στα Δεκεμβριανά , η συμφωνία της Βάρκιζας που ακολούθησε και η αποχή της Αριστεράς από  τις εκλογές του 1946, υπήρξαν καθοριστικές για την εδραίωση και εν τέλει επικράτηση του συντηρητικού αντικομμουνισμού. Λαμβάνοντας υπόψιν αυτήν την συγκυρία διακρίνονται οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι φορείς του αντικομμουνισμού , τόσο του συντηρητικού όσο και του φιλελεύθερου. 

Ο αστικός πολιτικός κόσμος  παραμέρισε τις πολιτικές και ιδεολογικές του διαφορές για να καταπολεμήσει αυτό που εκλάμβανε ως μια βίαιη ένοπλη κομμουνιστική επανάσταση.

Τα τρία επίπεδα που διακρίνονται είναι  το θεσμικό, δηλαδή η θεσμική εξόντωση των κομμουνιστών μέσων των νομοθετικών διαταγμάτων της εποχής και ιδιαίτερα των διοικητικών εκτοπίσεων, το κοινωνικό, η διαδικασία απονομιμοποίησης του κομμουνισμού στο κοινωνικό σύνολο μέσω της επιρροής της Εκκλησίας , του Τύπου και της δράσης διάφορων παρακρατικών ομάδων και τέλος του πολιτικού το οποίο εδραζόταν στην αποσύνθεση του κομμουνισμού σε περιοχές προνομιακές για το κομμουνιστικό κίνημα, όπως τα εργατικά σωματεία και τα συνδικάτα. Συνεπώς αν ο φιλελεύθερος αντικομουνισμός υπήρξε ο αντικομουνισμός των ιδεών, ο συντηρητικός υπήρξε αυτός των αφορισμών, της πολιτικής διαίρεσης και του κοινωνικού ελέγχου.  

Τρίτη και πιο σημαντική παράμετρος, είναι η λατρεία του διχασμού. Το συνολικό ρήγμα που δημιουργήθηκε στην ελληνική κοινωνία από τον εμφύλιο πόλεμο και το γεγονός πως για σχεδόν 40 χρόνια τα γεγονότα του εμφυλίου αντιμετωπίζονταν από τις επίσημες κρατικές αρχές ως ένα ασήμαντο γεγονός, οδήγησαν στην διαμόρφωση νέων συνθηκών. Η πολιτική αστάθεια από τα μέσα της δεκαετίας του 60’ και η επιβολή της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών, ενέτεινε την πόλωση και τον διχασμό. Η Χούντα συνέχισε και επέκτεινε τις διώξεις, τις φυλακίσεις και τις εξορίες, καταπατώντας πολιτικές ελευθερίες και δικαιώματα. Για μια μερίδα του κόσμου της Αριστεράς, το  αστικό κράτος και η εξουσία  μετατράπηκε  από ιδεολογικός αντίπαλος σε πολιτικός εχθρός. Με ιδεολογική και ιστορική βάση τον μετεμφυλιακό αντικομουνισμό, γονιμοποιήθηκε η αντίληψη πως το κράτος και οι θεσμοί του βρίσκονταν απέναντι στον κόσμο της Αριστεράς. Με την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος και τον ερχομό  της Μεταπολίτευσης, επήλθε μια περίοδος αναστοχασμού και ανανέωσης. Δεν είναι τυχαίο πως στην δεύτερη δεκαετία της Μεταπολίτευσης, σημειώνονται οι πρώτες νομοθετικές πρωτοβουλίες για την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης και την άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου. Παραταύτα, το πολιτικό ρήγμα που διαμορφώθηκε αρχικά από τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, ακόμη και σήμερα δεν έχει επουλωθεί. Τόσο τμήματα της ελληνικής σημερινής Δεξιάς , αντίστοιχα και της Αριστεράς, χρησιμοποιούν τα τραγικά γεγονότα του εμφύλιου σπαραγμού του 1946-49 ως μέσο άσκησης πολιτικής η αποδυνάμωσης του ιδεολογικού αντίπαλου. 

Τελευταία παράμετρος που αξίζει να σημειωθεί και να εξετασθεί είναι η συνθηματολογία. Η εργαλειοποίηση του εμφυλίου πολέμου από διάφορα πολιτικά κόμματα και δημόσια πρόσωπα , πολλαπλασιάζει και ενισχύει μια προβληματική οπτική του εμφυλίου πολέμου : την οπτική πως δεν τελείωσε ποτέ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της συνθηματολογίας που συνοδεύει τις σύγχρονες δημόσιες αναφορές για τον εμφύλιο, είναι το δίπολο “Στο Βίτσι και στον Γράμμο σας θάψαμε στην άμμο – Στον Μελιγαλά έγινε μισή δουλεία”. Η ίδια η δομή του δίπολου είναι προβληματική και ανιστόρητη, καθώς τα γεγονότα της Μάχης του Μελιγαλά λαμβάνουν χώρα το 1944 ενώ οι επιχειρήσεις του εθνικού στρατού στο Γράμμο και στο Βίτσι πραγματοποιήθηκαν το 1949.  Το πρώτο σύνθημα έχει γίνει πολιτικό συνώνυμο της ακροδεξιάς και με μια απλή έρευνα στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί κάποιος  να δει πως μέλη ακροδεξιών οργανώσεων το χρησιμοποιούν ως πολιτικό αφήγημα. Το δεύτερο σύνθημα χρησιμοποιείται από μέλη τμημάτων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου και πάλι ως πολιτικό αφήγημα εναντίον του αντιπάλου. Η συνθηματολογία αυτή έχει διττό αποτέλεσμα: ενισχύει τον ιδεολογικό φανατισμό αλλά αποδυναμώνει την πολιτική ταυτότητα. Η χρήση συνθημάτων, και μάλιστα συνθημάτων που έχουν σαφείς υπαινιγμούς πως ο μόνος τρόπος επίλυσης πολιτικών διαφορών είναι η βία και η εξόντωση του πολιτικού αντιπάλου, αποδυναμώνουν την πολιτική και την ιδεολογική ταυτότητα του ατόμου, αρά αποδυναμώνουν την έννοια της πολιτικής και της ίδιας της δημοκρατίας. 

Θα τελειώσει λοιπόν ποτέ η συζήτηση για τον εμφύλιο; Θα λήξει ποτέ συμβολικά αυτός ο πόλεμος; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με σιγουριά. Το μόνο σίγουρο  είναι πως σχεδόν 77 χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου και 81 χρόνια από την Κατοχή, είναι επιτακτική η ανάγκη να βρεθεί ένας τρόπος υγιούς αλληλεπίδρασης των Ελλήνων με το παρελθόν και την ιστορίας τους, ανεξαρτήτως πολιτικών και ιδεολογικών τοποθετήσεων. 

 

Πηγές :  

  • Δημήτρης Γλύστρας, Η “άλλη” αριστερά : Μεταπολίτευση και αμφισβήτηση 1974-1981, β έκδοση , Εκδόσεις Θεμέλιο  
  • Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η Ελλάδα στη Δεκαετία 1940-1950 : Ένα Έθνος σε Κρίση, (συλλογικός τόμος), Εκδόσεις Θεμέλιο 

 

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του/της αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.  

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού συνδέσμου (link) για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα. 

 

 

 

 

Related Articles