Τα ιστορικά δεδομένα έχουν αποδείξει πως ο Καύκασος ίσως ήταν και παραμένει μια από τις πιο ταραχώδεις περιοχές του κόσμου. Η μορφολογία του εδάφους και η ανομοιογένεια των ανθρώπων την έκανε πάντοτε έναν τόπο δύσκολο να κυβερνηθεί από αυτοκρατορίες, δίχως ταραχές. Οι Καυκάσιοι αντιστέκονταν σε οποιονδήποτε επιθυμούσε να τους επιβάλλει διαφορετικούς όρους ζωής από αυτούς που είχαν συνηθίσει ή σε όποιον προσπαθούσε να τους στερήσει την ελευθερία τους. Επιπρόσθετα στα παραπάνω, ο λαός ο οποίος συγκεκριμένα ποτέ δεν «έβαζε νερό στο κρασί του» και που θεωρούταν ο πιο απείθαρχος και αμετάπειστος ήταν οι Τσετσένοι.

Άνθρωποι μεγαλωμένοι στα βουνά και σε χωριά, ζούσαν διατηρώντας στην καθημερινότητά τους τις αξίες της πίστης του Ισλάμ, την προστασία της οικογένειας τους και την διατήρηση της ελευθερίας τους. Ιστορικά, οι πιο πρόσφατες περιπτώσεις όπου οι Τσετσένοι έδειξαν το αντάρτικο πνεύμα τους ήταν στους Ρωσο-Τσετσένικους Πολέμους του 1994-1996 και του 1999-2000. Δεδομένου του όγκου των πληροφοριών για την κάθε σύρραξη, το συγκεκριμένο άρθρο θα μελετήσει αναλυτικά τον Πρώτο Πόλεμο, ενώ θα αφήσει τον Δεύτερο για μεταγενέστερη δημοσίευση.

Για να καταλήξουμε στην ανάλυση του πολέμου επιβάλλεται να γνωρίζουμε το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής. Πιο συγκεκριμένα, η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίζεται από την λήξη του Ψυχρού Πολέμου, την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την ανεξαρτητοποίηση πολλών νέων κρατών. Σε αντίθεση με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας, αυτή η μετατροπή του καθεστώτος στην περιοχή του Καυκάσου έγινε με τρόπο βίαιο. Ένα τρανταχτό, και ίσως και το πιο γνωστό παράδειγμα που περιέγραφε την βίαιη αυτή κατάσταση, ήταν οι συγκρούσεις του Αζερμπαϊτζάν με την Αρμενία, οι οποίες συγκρούσεις συνεχίζουν μέχρι και σήμερα. Οι λαοί στα βουνά αυτά θέλανε ελευθερία με δικούς τους όρους πάση θυσία, ακόμη και αν αυτό σήμαινε πως θα υπάρξουν πολιτικές και στρατιωτικές εντάσεις. Από αυτό το «κυνήγι για αυτοδιάθεση» δεν θα μπορούσαν να απέχουν οι Τσετσένοι.

Ακόμα και αν ο τελευταίος Γενικός Γραμματέας της ΕΣΣΔ, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, έδωσε το «πράσινο φως» για την ανεξαρτησία των λαών της Ένωσης, ο χάρτης έδειχνε τους Τσετσένους ως κομμάτι εδαφικά της νέας Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το συγκεκριμένο ήταν και το πρώτο «ντόμινο» που θα έπεφτε για τον δρόμο προς τον πόλεμο.

Τον Σεπτέμβρη του 1991, μερικούς μήνες πριν την επίσημη διάλυση της ΕΣΣΔ, η Τσετσενία περνάει από μια επανάσταση. Το πρόσωπο που εξέφραζε την επιθυμία των Τσετσένων για αυτοδιάθεση ήταν ο πρώην στρατηγός της Σοβιετικής Πολεμικής Αεροπορίας, Τζοχάρ Ντουντάγιεφ, ο οποίος και οργανώνει εκ των έσω το πραξικόπημα. Στις 6-7 Σεπτεμβρίου, όσο το Ανώτατο Συμβούλιο (Σοβιέτ) της Αυτόνομης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσετσενίας και των Ινγκουσετιανών τελούσε μια τακτική σύνοδο, ένοπλοι του Κόμματος του Πανεθνικού Συνεδρίου των Τσετσένων εισέβαλε στο κτήριο. Με την κατάληψη του κτηρίου, την δολοφονία του επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ στο Γκρόζνι και την διακήρυξη ελεύθερων εκλογών για τον επόμενο μήνα, το σοσιαλιστικό καθεστώς αποτελούσε πλέον παρελθόν για την Τσετσενία.

Οι εκλογές του Οκτωβρίου του 1991 έβγαλαν ως απόλυτο νικητή των Ντουντάγιεφ, παρά τις προσπάθειες της Μόσχας να αποτρέψει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ακόμα και όταν απέτυχαν διπλωματικά, οι Ρώσοι έστειλαν στρατεύματα στην Τσετσενία για την ανατροπή του Ντουντάγιεφ, τον Νοέμβριο, αυτά αποσύρθηκαν βλέποντας ότι εν μια νυκτί είχαν περικυκλωθεί από Τσετσένους μαχητές, πιστούς στον νέο πρόεδρο. Οι πρώτες δηλώσεις του πρώην στρατηγού χαρακτηρίζονταν από έναν φλογερό λόγο, καθώς και ένα ιδιαίτερα χαρισματικό ύφος. Τα ξημερώματα της 1ης Νοεμβρίου, ο Ντουντάγιεφ, έχοντας την στήριξη του 90% των Τσετσένων που ψήφισαν, εξέδωσε διάταγμα το οποίο ανακοίνωνε την ανεπίσημη κήρυξη ανεξαρτησίας της Δημοκρατίας της Τσετσενίας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα εσωτερικά ζητήματα της χώρας χαρακτηρίζονται από μια αγριότητα. Χιλιάδες μειονότητες, κυρίως Ρώσοι, παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς, η οικονομία και η βιομηχανία είναι διαλυμένες και παράλληλα, ενώ η νέα κυβέρνηση προσπαθεί να σταθεροποιήσει την κοινωνία, αποτέλεσμα αυτής της απότομης αλλαγής καθεστώτος είναι η ενδυνάμωση των πολεμάρχων και των ομάδων πολιτών, οι οποίοι ζούσαν στα βουνά με όπλα στη κατοχή τους. Πολλά από αυτά τα κινήματα χρηματοδοτούνταν από την κυβέρνηση Γιέλτσιν, για να συνεχίσουν να στέκονται εμπόδιο στα σχέδια των Τσετσένων κυβερνόντων. Άθροισμα όλων των παραπάνω είναι η περαιτέρω αστάθεια της περιοχής, καθώς και η οργάνωση -και αποτυχία- πραξικοπημάτων κατά του Ντουντάγιεφ τις χρονιές 1992 και 1993. Ο τελευταίος καταλύει και επίσημα τις λειτουργίες του κοινοβουλίου την ίδια περίοδο, με στόχο να σιγουρέψει την παραμονή του στην εξουσία, καθώς και να πλήξει την αντιπολίτευση. Συνεπώς, η Τσετσενία παρουσιάζεται στον κόσμο ως μια χώρα η οποία, παρά τον αγώνα για την ανεξαρτησία της και την πολλά υποσχόμενη δημοκρατία που εγκαθίδρυσε, αρχίζει και ξανακυλάει προς τον απολυταρχισμό. Αυτό το βλέπει και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Μπόρις Γιέλτσιν, και το εκμεταλλεύεται μαζί με την υπόλοιπη ρωσική διοίκηση, έτσι ώστε να «κλείσει άλλη μια υποχρέωση» της χώρας του.

Στις 29 Νοεμβρίου, όσο η Τσετσενία βρισκόταν οριακά σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των πολεμάρχων κατά του Ντουντάγιεφ, ο Ρώσος Πρόεδρος στέλνει ένα τελεσίγραφο σε όλες τις εμπλεκόμενες ομάδες εντός της Τσετσενίας και τις καλεί, με πρώτη τη κυβέρνηση, να αφήσουν τα όπλα τους και να παραδοθούν στον Ρωσικό Στρατό. Η απάντηση που έλαβε η Μόσχα τις επόμενες ώρες ήταν αρνητική. Τη πρώτη μέρα του Δεκέμβρη τα ρωσικά στρατεύματα έλαβαν εντολές να ξεκινήσουν την επιχείρηση η οποία θα επανάφερε την «συνταγματική τάξη» στην χώρα και η οποία θα εξασφάλιζε την ακεραιότητα των συνόρων της Ρωσίας. Έτσι, έχουμε και επίσημα την έναρξη του Πρώτου Πολέμου της Ρωσίας με την Τσετσενία, ο οποίος θα ήταν και καθοριστικός για το μέλλον της περιοχής.

Συντάκτης: Νικόλαος Χριστοδούλου

Πηγές: 

  • Gall, C. (1998). Chechnya: Calamity in the Caucasus. New York University Press, pp. 76-103.
  • Tishkov, V. (1997). Political Anthropology of the Chechen War. Security Dialogue, 28(4), pp. 425-437.
  • Tishkov, V. (2004). Chechnya Life in a War-Torn Society (pp. 57-76). University of California Press. Retrieved from ISBN 978-0-520-23888-6.
  • Wood, T. (2007). Chechnya: The Case for Independence. Verso.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.