Τα τρία αυτά ονόματα για μερικούς μπορεί να είναι άγνωστα αλλά αυτές οι τρείς γυναίκες , με την πορεία που ακολούθησε η καθεμία, επηρέασαν και συνέβαλλαν αποφασιστικά στον αγώνα του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος για κοινωνική και πολιτική ισότητα και χειραφέτηση.

Η Καλλιρρόη Σιγανού γεννήθηκε το 1861 στα Πλατάνια Αμαρίου Ρεθύμνης. Το 1867 η οικογένεια της εγκαθίστανται στην Αθήνα. Η Kαλλιρόη Σιγανού σπουδάζει στην σχολή Σουρμελή και στην γαλλική σχολή καλογραιών στον Πειραιά. Αποφοιτεί από τα Αρσάκεια σχολεία το 1878 με δίπλωμα δασκάλας και ευθύς αναλαμβάνει την διεύθυνση του παρθεναγωγείου (εκπαιδευτικού ιδρύματος) της ελληνικής κοινότητας στην Οδησσό. Οι πνευματικές ικανότητες της Σιγανού φάνηκαν τα δύο χρόνια διαμονής της στην Οδησσό. Επιστρέφοντας στην Αθήνα παντρεύεται τον Ιωάννη Παρρέν, δημοσιογράφο  και πρώτο διευθυντή του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΑΠΕ). Η Παρρέν τότε  αρχίζει να εμφανίζει  τις πολιτικές και κοινωνικές της ανησυχίες σχετικά με τις έμφυλες διακρίσεις στην ελληνική κοινωνία. Η Ελλάδα στα τέλη του 18ου αιώνα χαρακτηρίζεται από έναν έντονο κοινωνικό συντηρητισμό, ο οποίος αποτρέπει κατά πολύ την εκδήλωση κοινωνικών κινημάτων. Ο συντηρητισμός αυτός συμβάλλει στην περαιτέρω ενίσχυση των έμφυλων διακρίσεων σε κάθε επίπεδο.

Στις 8 Μαρτίου του 1887 η Παρρέν εκδίδει την πρώτη γυναικεία εφημερίδα με ονομασία “η Εφημερίς των Κυριών”. Η συντακτική ομάδα της εφημερίδας αποτελούνταν  μόνο από γυναίκες και  η “Εφημερίς των Κυριών” κατάφερε από την αρχή να εδραιωθεί στον Αθηναϊκό τύπο. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα υπήρξε έντυπο μέσο που πραγματευόταν το ζήτημα της ισότητας των δύο φύλων και όχι μόνο. Η “Εφημερίς των Κυριών”  κατάφερε να καταδείξει όλες τις μορφές ανισοτήτων που επικρατούσαν στην ελληνική κοινωνία. Γυναίκες από τον χώρο των τεχνών, του πολιτισμού και του πνεύματος μίλησαν ανοιχτά για την ανάγκη της συμπερίληψης στην εκπαίδευση, την εργασία και την πολιτική. Παράλληλα  μέσω καυστικών και σατιρικών κειμένων, διακωμωδούσαν τις στερεότυπες και σεξιστικές αντιλήψεις σχετικά με τις γυναίκες.

Η Παρρέν αποτέλεσε την πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφο. Μέσα από την εφημερίδα που εξέδωσε γράφει καυστικά κείμενα σχετικά με τον σεξισμό, τον μισογυνισμό και τον τρόπο αντιμετώπισης των γυναικών στην ελληνική κοινωνία, υπό το ψευδώνυμο  “Εύα Πρενάρ” το οποίο είναι αναγραμματισμός του επιθέτου της. Η Παρρέν δεν σταματάει μόνο εκεί. Παράλληλα με την ανάγκη για την δημιουργία ενός έντυπου μέσου με φεμινιστικό χαρακτήρα, υπήρχε και η ανάγκη επαγγελματικής και εκπαιδευτικής κατάρτισης των γυναικών. Το ελληνικό κράτος  μαστιζόταν από τον αναλφαβητισμό μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, επομένως ήταν υπαρξιακό το ζήτημα της επιμόρφωσης του πληθυσμού, και ιδιαίτερα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Παρά τις προθέσεις των πρώτων Ελληνικών μετεπαναστατικών κυβερνήσεων για την προώθηση της βασικής εκπαίδευσης σε αγροτικούς και αστικούς πληθυσμούς, η οικονομική κατάσταση του κράτους δεν μπορούσε να δώσει σημαντικές και καθοριστικές λύσεις στο πρόβλημα. Παράλληλα  δημιουργήθηκαν ιδιωτικά εκπαιδευτήρια και παρθεναγωγεία που παρείχαν βασική πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εγγραφή σε ένα τέτοιο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο συνεπαγόταν μια οικονομική ευχέρεια που κατείχαν λίγοι. Η Παρρέν προχώρησε στην ίδρυση επιμορφωτικών κοινωφελών ιδρυμάτων όπως το “Σχολείον της Κυριακής των Απόρων Γυναικών και Κορασιών” το 1890, το “Άσυλον των Ανιάτων Γυναικών”  και την “Ένωσιν Ελληνίδων” το 1896. Το συνολικό έργο της Καλλιρρόης Παρρέν συνέβαλλε αποφασιστικά στην διαμόρφωση  του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος. Τα ιδρύματα της Παρρέν σε συνδυασμό με την “Εφημερίς  των Κυριών”  έθεσαν τις πολιτικές και κοινωνικές βάσεις για τα χειραφετικά κινήματα στην Ελλάδα.

Η “Εφημερίς των Κυριών” συνέχισε την κυκλοφορία της για σχεδόν 30 χρόνια. Τον Φεβρουάριο του 1911 ιδρύεται με πρωτοβουλία της Παρρέν το “Λύκειον των Ελληνίδων”. Το “Λύκειον των Ελληνίδων” θα αποτελούσε το πρώτο πρότυπο σχολείο που απευθύνονταν σε μαθήτριες και ως στόχος του λυκείου ήταν η ενίσχυση της εκπαίδευσης των Ελληνίδων. Οι φεμινιστικές δραστηριότητες της Παρρέν θα προσκρούσουν στην οξυμένη πολιτική συγκυρία της περιόδου 1915-1922. Ο Εθνικός Διχασμός του 1915 και η συγκρότηση της κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως αντίδραση στον Βασιλιά, επηρέασε την Παρρέν. Η Παρρέν συντάχτηκε ανοιχτά υπέρ του Βασιλιά και απέκτησε έντονα αντιβενιζελικά φρονήματα. Το 1918 η “Εφημερίς των Κυριών” διακόπτει την κυκλοφορία της. Η Παρρέν εξορίζεται  στην Ύδρα για τις αντιβενιζελικές και φιλομοναρχικές της απόψεις.

Δεν παρέμεινε για πολύ καιρό όμως εξόριστη, καθώς τα αποτελέσματα των εκλογών του 1920 ανέδειξαν ως κυβέρνηση την ‘Ηνωμένη αντιπολίτευση’, τον συνασπισμό δηλαδή των αντιβενιζελικών κομμάτων. Η Παρρέν το 1921 διοργάνωσε το  Α’ εθνικό συνέδριο γυναικών και παράλληλα έκανε προσπάθειες να πείσει τον νεοεκλεγέντα πρωθυπουργό Δημήτρη Γούναρη  να παραχωρήσει το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Στις 28 Μαρτίου ο Δημήτριος Γούναρης κήρυξε την έναρξη του συνεδρίου, το όποιο έληξε στις  3 Απριλίου. Την τελευταία μέρα του συνεδρίου  διαβιβάστηκαν όλες οι προτάσεις των συνέδρων στο Ελληνικό κοινοβούλιο, εκ των όποιων η πρώτη που διαβιβάστηκε ήταν η διεκδίκηση ίσων πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων για όλες τις Ελληνίδες. Οι προτάσεις και οι αποφάσεις του συνεδρίου αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για το φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Για πρώτη φορά κατατέθηκε  ένα πλήρες πολιτικό πρόγραμμα προτάσεων για την κατοχύρωση της ισότητας των γυναικών σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας ζωής. Οι προτάσεις που διαβιβάστηκαν  εν τέλει δεν υλοποιήθηκαν ποτέ από την Κυβέρνηση Γούναρη. Μολαταύτα το φεμινιστικό κίνημα ισχυροποιούνταν καθημερινά.

Η έκρυθμη πολιτική κατάσταση που προέκυψε από την αποτυχημένη Μικρασιατική Εκστρατεία, καθώς και η Μικρασιατική καταστροφή, οδήγησε στον παραμερισμό των διεκδικήσεων των Ελληνίδων φεμινιστριών από την πολιτική ηγεσία. Η κοινωνική και οικονομική κρίση (1922-1923) που προκλήθηκε από την Μικρασιατική καταστροφή  σε συνδυασμό με τις ελλιπείς προσπάθειες του κρατικού μηχανισμού να περιθάλψει και να ενσωματώσει τους πρόσφυγες, οδήγησε σε ένα κοινωνικό και πολιτικό αδιέξοδο. Μπροστά σε αυτήν την δυσμενή πολιτική συγκυρία, το φεμινιστικό κίνημα εντατικοποίησε τις προσπάθειες του για χειραφέτηση. Η Παρρέν θα αποσυρθεί σταδιακά από τα “ηνία” του κινήματος , δεν θα σταματήσει όμως ποτέ να στηρίζει τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις των Ελληνίδων. Το 1925 κατατέθηκε τροπολογία στην Βουλή ζητώντας το δικαίωμα γυναικείας ψήφου στις δημοτικές εκλογές. Αυτή την τροπολογία  στήριξαν  70 βουλευτές  και αποφασίστηκε να δοθεί κατ’ αρχήν ψήφος στις γυναίκες αλλά με περιορισμούς. Η τροπολογία δεν ψηφίστηκε λόγω της δικτατορίας του Πάγκαλου. Η τελευταία κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου υποσχέθηκε την επίλυση του ζητήματος της γυναικείας ψήφου, το οποίο έγινε με διάταγμα που ψηφίστηκε και αποτέλεσε νόμος του κράτους. Και πάλι όμως ο νόμος δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί λόγω της κήρυξης της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά το 1936.

Το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936 αποτέλεσε τροχοπέδη όχι μόνο για το φεμινιστικό κίνημα αλλά και για όλα τα συνδικαλιστικά , πολιτικά και κοινωνικά κινήματα. Η αναστολή των άρθρων του συντάγματος που προέβλεπαν το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι  δεν άφηναν κανένα περιθώριο για την ανάπτυξη πολιτικής και κοινωνικής δραστηριότητας. Ο αντιδημοκρατικός και αντικοινοβουλευτικός χαρακτήρας της δικτατορίας Μεταξά  επηρέασε αρνητικά την πορεία της χώρας προς την κατοχύρωση της ισότητας των δύο φύλων. Η δημιουργία της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (ΕΟΝ), η προώθηση του μιλιταρισμού και των παραδοσιακών έμφυλων στερεοτύπων, ενίσχυσαν περαιτέρω την πόλωση που υπήρχε στο ζήτημα των γυναικείων δικαιωμάτων. Η Καλλιρρόη Παρρέν  πέθανε  στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1940. 53 χρόνια μετά την ίδρυση της “Εφημερίς των γυναικών” η Παρρέν  απεβίωσε, αφήνοντας πίσω μια απίστευτη πολιτική και κοινωνική παρακαταθήκη για το ελληνικό και διεθνές φεμινιστικό κίνημα.

Οι αρχές της δεκαετίας του 1940 είναι ταραγμένες για την Ελλάδα αλλά και συνολικότερα την διεθνή σκηνή. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται ήδη από το 1939 ενώ η Ελλάδα τίθεται σε πολεμική σύγκρουση με την φασιστική Ιταλία. Οι Ελληνικές στρατιωτικές επιχειρήσεις έναντι των Ιταλών στέφονται από επιτυχία, τουλάχιστον μέχρι το 1941. Ο Ελληνικός στρατός καταφέρνει την οπισθοχώρηση των Ιταλών μέχρι την Αλβανία και φτάνει να καταλαμβάνει και αρκετές αλβανικές πόλεις. Ο σύμμαχος της φασιστική Ιταλίας, η Ναζιστική Γερμανία, καταλαμβάνει την Γιουγκοσλαβία και ευθύς εισβάλλει στην Ελλάδα. Παράλληλα και η Βουλγαρία βρίσκει την ευκαιρία να εισβάλλει στην Ελλάδα. Στις 9 Απριλίου τα Γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Θεσσαλονίκη και στις 27 του μηνός οι Γερμανοί εισέρχονται τελικώς στην Αθήνα. Η Ελλάδα πλέον τελεί υπό τριπλή κατοχή (Γερμανική, Ιταλική, Βουλγαρική).

Τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής εγκαθιστούν κατοχική κυβέρνηση ανδρείκελο και απαγορεύουν βασικές πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες. Η Γερμανική κατοχή αποτελεί μια από τις πιο μαύρες σελίδες της  νεοελληνικής ιστορίας. Οι σφαγές και λεηλασίες αμάχων, ο διωγμός και η εξόντωση των Ελλήνων εβραίων, προκαλεί συλλήβδην πολιτική και κοινωνική αναταραχή. Μέσα στην αναταραχή αυτή δημιουργούνται αντιστασιακές οργανώσεις. Στις 9 Σεπτεμβρίου ιδρύεται , από τον στρατηγό Ναπολέοντα Ζέρβα , ο Εθνικός Δημοκρατικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ). Ο ΕΔΕΣ συσπείρωσε γύρω τα πιο συντηρητικά στελέχη των Βενιζελικών καθώς όμως και φιλομοναρχικούς πολίτες και αποτέλεσε τον “δεξιό” με σημερινούς όρους αντιστασιακό πόλο. Στον αντίποδα στις 28 Σεπτεμβρίου του 1941 ιδρύεται το  Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) από την σύμπραξη του ΚΚΕ και άλλων αριστερών φορέων. Στο ΕΑΜ συστρατεύονται οι πιο προοδευτικοί Βενιζελικοί, οι αριστεροί και  οι κομμουνιστές. Το ΕΑΜ ιδρύει τον Φεβρουάριο του 1942 τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό ( Ε.Λ.Α.Σ.) και τον Φεβρουάριο του 1943 την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ). Μέσα από τις γραμμές  τις ΕΠΟΝ και τις Εθνικής Αντίστασης,  η Ηλέκτρα Αποστόλου θα γράψει ιστορία και θα αναδειχθεί σε ηρωίδα του αντιστασιακού αλλά και του φεμινιστικού κινήματος.

Η Ηλέκτρα Αποστόλου γεννήθηκε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1912. Από νεαρή ηλικία η Αποστόλου αναπτύσσει πολιτική δραστηριότητα. Το 1926, ενώ ήταν 14 ετών, οργανώνεται στην Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαίων Ελλάδος (ΟΚΝΕ). Η  Αποστόλου πολύ γρήγορα γίνεται  ένα από τα πιο ενεργά πολιτικά στελέχη της ΟΚΝΕ και το 1930 γίνεται μέλος της ιδεολογικής καθοδήγησης  της οργάνωσης της ΟΚΝΕ στην Αθήνα και μέλος του ΚΚΕ. ΤΟ 1933 αναλαμβάνει την διεύθυνση της εφημερίδας  “ΝΕΟΛΑΙΑ” της ΟΚΝΕ. Στην εφημερίδα αναλαμβάνει το κομμάτι  της εργαζόμενης νεολαίας. Παράλληλα ασχολείται με το θέμα του αντιφασισμού. Οι αρχές του 1930 βρίσκουν το πολιτικό τοπίο στην Ευρώπη να αλλάζει διαρκώς. Η ανάδειξη ολοκληρωτικών φασιστικών καθεστώτων σε Ιταλία  και Γερμανία επηρεάζει τις φιλελεύθερες Ευρωπαϊκές δημοκρατίες καθώς και τα αριστερά και κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης. Η Αποστόλου αναπτύσσει έντονη δραστηριότητα στην οργάνωση  αντιφασιστικών ομάδων εντός του ΚΚΕ. Εξαιτίας της δραστηριότητας αυτής έλαβε μέρος ως επικεφαλής της Ελληνικής αντιπροσωπείας, στο Παγκόσμιο Αντιφασιστικό και  Αντιπολεμικό Συνέδριο Γυναικών που διεξήχθη στο Παρίσι το 1934. Το 1935 η Αποστόλου συμμετέχει στο 6ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς Νέων (ΚΔΝ) στην Μόσχα. Η Αποστόλου παραμένει λίγο καιρό στην Μόσχα ώστε να εμπλουτίσει τις θεωρητικές της γνώσεις πάνω στην κομμουνιστική ιδεολογία  και αποκτά σημαντική εμπειρία από τα κομματικά και ιδεολογικά όργανα της Σοβιετικής Ένωσης.

Την εμπειρία αυτήν έφερε στην Ελλάδα, όταν επέστρεψε το 1936. Η Αποστόλου επιστρέφει από την Ε.Σ.Σ.Δ. και βρίσκει να έχει επικρατήσει το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου. Το δικτατορικό καθεστώς Μεταξά προχωρά σε μαζικές συλλήψεις στελεχών του ΚΚΕ αλλά και άλλων πολιτικών κομμάτων. Η Αποστόλου ευθύς μετά την επιστροφή της, γίνεται μέλος της  κεντρικής επιτροπής της ΟΚΝΕ. Η πολιτική της δραστηριότητα και η επαναστατική της δράση της δημιουργεί προβλήματα με το μεταξικό καθεστώς. Συλλαμβάνεται το 1938 και μεταφέρεται στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ. Αποφυλακίζεται σχετικά νωρίς, όμως αποφυλακίζεται την περίοδο  που το ΚΚΕ τελεί υπό καθεστώς παρανομίας. Λίγο μετά την αποφυλάκιση της στέλνεται στην Θεσσαλονίκη, όπου  αναλαμβάνει χρέη γραμματέα του γραφείου της ΟΚΝΕ Μακεδονίας- Θράκης. Το 1939 συλλαμβάνεται εκ νέου και εξορίζεται στην Ανάφη, όπου θα παραμείνει για ένα διάστημα.

Οι παραμονές της Γερμανικής κατοχής βρίσκουν την Αποστόλου ακόμη στην φυλακή. Το δικτατορικό καθεστώς Μεταξά ως τελευταία του πράξη είχε παραδώσει όλους του πολιτικούς κρατούμενους στα χέρια των Γερμανικών δυνάμεων κατοχής. Η πλειοψηφία των στελεχών του ΚΚΕ πλέον κρατούνταν από τα κατοχικά στρατεύματα. Το 1942 η Αποστόλου δραπετεύει από το τμήμα μεταγωγών Αθήνας, όπου βρίσκονταν. Αμέσως μετά την διαφυγή της η Αποστόλου αναλαμβάνει καθοδηγητικά χρέη στην οργάνωση “Λεύτερη Νέα”. Η “Λεύτερη Νέα” αποτέλεσε έναν από τους πυρήνες που οδήγησε στην δημιουργία της ΕΠΟΝ, ενώ μιλούσε ανοιχτά για την αποτίναξη της  “τριπλής σκλαβιάς” (κατακτητών, αρχόντων και των ανδρών) και συνέβαλλε στην κατάρριψη έμφυλων στερεοτύπων εντός της ΕΠΟΝ και του ΕΑΜ- ΕΛΛΑΣ. Η Αποστόλου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην “Λεύτερη Νέα” και σηματοδότησε, με την πολιτική και πρακτική της εμπειρία, ένα πρότυπο φεμινίστριας και αγωνίστριας. Αξίζει να σημειωθεί, πως η Αποστόλου συλλαμβάνεται από την ειδική ασφάλεια, η οποία είχε την ευθύνη για την αντιμετώπιση των αντιστασιακών δραστηριοτήτων, τον Ιούλη του 1944. Βασανίζεται ανελέητα και δολοφονείται από τα όργανα ασφαλείας. Η ιστορία της Ηλέκτρας Αποστόλου θα γίνει σύμβολο της αυτοθυσίας των Ελλήνων στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία, καθώς και σύμβολο αντίστασης στον φασισμό. Η φεμινιστική της δραστηριότητα από τις γραμμές της ΟΚΝΕ και η δράση της στην ΕΠΟΝ, συνέβαλλε αποφασιστικά στον αγώνα για κοινωνική και πολιτική ισότητα.

Το 1944 τα Γερμανικά στρατεύματα αποχωρούν από την Ελλάδα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επιστρέφει στην Ελλάδα και αναλαμβάνει τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας μεταξύ του πολιτικού κέντρου, της αριστεράς και της δεξιάς. Γρήγορα όμως η πολιτική κατάσταση χειροτερεύει με το ξέσπασμα των Δεκεμβριανών του 1944. Η μάχη των Δεκεμβριανών όπως έμεινε στην ιστορία, ανάμεσα στα στελέχη του ΚΚΕ και τους αντάρτες του ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων και των βρετανικών στρατευμάτων που είχαν απομείνει στον ελλαδικό χώρο, πόλωσαν και όξυναν σε ακραία βαθμό το ήδη ασταθές και ρευστό πολιτικό τοπίο. Θα ακολουθήσει ο καταστροφικός εμφύλιος  πόλεμος του 1946-49 που θα αφήσει ανυπολόγιστες οικονομικές και κοινωνικές ζημίες στο ελληνικό πολιτικό και κοινωνικό σώμα. Η ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων στον εμφύλιο ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Εγκαινιάζεται επισήμως η λεγόμενη “λευκή τρομοκρατία”, η τρομοκράτηση αριστερών και κομμουνιστών πολιτών από παρακρατικές οργανώσεις, οι οποίες λειτουργούσαν υπό την ανοχή των Ελληνικών μετεμφυλιακών κυβερνήσεων. Το φεμινιστικό κίνημα σταδιακά ανασυγκροτείται την περίοδο αυτή.

Το 1952 κατοχυρώνεται συνταγματικά το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι για τις γυναίκες όσον αφορά το βουλευτικό αξίωμα. Μέχρι πρότινος οι γυναίκες μπορούσαν να ψηφίσουν η να εκλέγονται  μόνο στην τοπική αυτοδιοίκηση. Οι πολυετείς αγώνες του φεμινιστικού κινήματος δικαιώνονται και το 1956 εκλέγεται η πρώτη Ελληνίδα βουλεύτρια, Η Ελένη Σκούρα. Το φεμινιστικό κίνημα προσθέτει άλλη μια νίκη στο ενεργητικό του  μέσα σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη  κοινωνική περίοδο.

Τα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα στα τέλη του 1950 όπως  η μαζική αστικοποίηση και  η εγκατάλειψη της υπαίθρου, περιπλέκουν πολύ την προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας μετά τον εμφύλιο. Παράλληλα ξεκινάει μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού ορισμένων πτυχών της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Τα κοινωνικά, συνδικαλιστικά και πολιτικά κινήματα λειτουργούν με μια μεγαλύτερη ελευθερία και υπάρχει μια σχετική πρόοδος ως προς την κοινωνική μεταχείριση των γυναικών. Οι νέες συνθήκες αυτές δημιουργούν καινούργιους συσχετισμούς  για το φεμινιστικό κίνημα. Οι γυναίκες εντάσσονται στο εργατικό δυναμικό της χώρας, ασκούν πιο ελεύθερα τα πολιτικά τους δικαιώματα και δραστηριοποιούνται πιο ενεργά στον κοινωνικό τους χώρο. Η πρόοδος αυτή δεν θα κρατήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι εργασιακές διακρίσεις εις βάρος γυναικών γιγαντώνονται και  υπάρχει ελλιπής έως καμία μέριμνα για προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων των γυναικών. Τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών περιορίζονται σε ασφυκτικό βαθμό και ιδιαίτερα στο ζήτημα των εκτρώσεων. Η απαγόρευση των εκτρώσεων παραβιάζει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του σώματος  και οδηγεί χιλιάδες Ελληνίδες στο να υποβληθούν σε παράνομες εκτρώσεις. Ως επί το πλείστον οι παράνομες εκτρώσεις βάζουν σε τεράστιο κίνδυνο την υγεία των γυναικών και οδηγούν πολλές στο θάνατο.

Σε πολιτικό επίπεδο, παρά τις επιτυχίες του κινήματος ως προς την κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων για τις γυναίκες, υπάρχει ένα τεράστιο κενό εκπροσώπησης στα πολιτικά όργανα της χώρας. Τα έμφυλα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις  έχουν “ριζώσει” σε ευρύτερα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας. Οι σεξιστικές αντιλήψεις εδραιώνονται στο ακαδημαϊκό και επιστημονικό τοπίο της χώρας. Όμως η Αμαλία Κουτσούρη – Φλέμινγκ θα καταφέρει να καταρρίψει τα στερεότυπα και να αποτελέσει παράδειγμα επιστήμονα, φεμινίστριας και ακτιβίστριας.

Η Αμαλία Κουτσούρη γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούνιο του 1912. Μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασε στην ιατρική σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Στο πανεπιστήμιο αναγορεύθηκε διδάκτωρ μικροβιολογίας και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο νοσοκομείο Νεκέρ του Παρισιού. Επιστρέφει στην Ελλάδα και εργάζεται ως μικροβιολόγος στο νοσοκομείο της Νέας Ιωνίας. Η Κουτσούρη κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής αναπτύσσει αντιστασιακή δραστηριότητα και συμβάλλει ενεργά στην εθνική αντίσταση. Πλαστογραφεί ψεύτικες ταυτότητες για την εβραϊκή κοινότητα των Αθηνών και φυγαδεύει στρατιωτικούς των συμμαχικών δυνάμεων από την Ελλάδα. Η Κουτσούρη συλλαμβάνεται και φυλακίζεται από τις Γερμανικές και τις Ιταλικές κατοχικές δυνάμεις. Παρά τις επίμονες προσπάθειες των Γερμανικών και Ιταλικών δυνάμεων ασφαλείας, η Κουτσούρη δεν τρομοκρατήθηκε ούτε κατέδωσε κάποιο μέλος της εθνικής αντίστασης. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας το 1944, η Κουτσούρη κερδίζει μια υποτροφία για να εργαστεί στο Ινστιτούτο Ραίτ-Φλέμινγκ (Wright Fleming Institute) του διάσημου βιολόγου  Αλεξάντερ Φλέμινγκ. Θα αναπτυχθεί ερωτικός δεσμός ανάμεσα στον Φλέμινγκ και την Κουτσούρη  και τον Απρίλιο του 1953 θα παντρευτούν. Η Κουτσούρη θα πάρει το επίθετο του συζύγου της ο όποιος όμως θα απεβιώσει δύο χρόνια αργότερα. Μέχρι το 1961 η Κουτσούρη θα παραμείνει στην Μεγάλη Βρετανία. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα λίγο πριν τις εκλογές του 1963, οι οποίες θα αποβούν μοιραίες για την νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας.

Οι εκλογές του 1963 ανέδειξαν πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου και την Ένωση Κέντρου με 42 % και 138 έδρες. Όμως οι έδρες δεν ήταν αρκετές για να προκύψει αυτοδύναμη η κυβέρνηση. Ο Παπανδρέου στηρίχτηκε στην ανοχή και την στήριξη του τρίτου κόμματος, της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ). Η ανοχή στην  Ένωση Κέντρου και στον Παπανδρέου προέκυψαν από την ανάγκη χιλιάδων πολιτών του δημοκρατικού και αριστερού χώρου για την αλλαγή κυβέρνησης. Από το 1952 η λεγόμενη συντηρητική παράταξη είτε αρχικά μέσω του Συναγερμού του Παπάγου είτε μέσω του διάδοχου σχήματος της Ε.Ρ.Ε. του Καραμανλή  κυβερνούσε και ακολουθούσε μέσω μιας σαφώς πιο φιλοσυντηρητικής και μετριοπαθής κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής. Τον Δεκέμβριο του 1963 ο Παπανδρέου ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή, όμως δεν ήθελε να είναι υπόχρεος στις δυνάμεις της αριστεράς. Σχεδόν αμέσως παραιτήθηκε για την διενέργεια νέων εκλογών. Έτσι διεξήχθησαν νέες εκλογές τον Φεβρουάριο του 1964 οι οποίες έδωσαν την αυτοδυναμία τελικώς στην Ένωση Κέντρου με 52% και 171 έδρες. Η κυβέρνηση Παπανδρέου προσέκρουσε στις πολιτικές επιπλοκές της βασιλικής οικογένειας και του στρατού και η ανάμειξη της Βασιλικής οικογένειας στις πολιτικές και κυβερνητικές διεργασίες, καθώς και η εμπλοκή του στρατού στις πολιτικές αποφάσεις, δημιουργούσε πολλά προβλήματα στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Η λεγόμενη “Αποστασία” του 1965  και η κυβέρνηση  που προέκυψε μέσω αυτών των διεργασιών, προκάλεσε πολιτική αστάθεια. Πάνω στην αστάθεια αυτή βρήκαν πρόσφορο έδαφος μια σειρά αξιωματικών του στρατού ξηράς, με αρχηγό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, και προχώρησαν στην δικτατορία των  συνταγματαρχών το 1967.

Η επταετία της Χούντας (1967-1974)  για την Αμαλία Φλέμινγκ είναι δύσκολη. Πολύ γρήγορα συμμετέχει  στον αντιδικτατορικό αγώνα, τόσο εντός  όσο και εκτός Ελλάδος. Χρησιμοποιεί τις επαφές που είχε αποκτήσει όταν διέμενε στην Αγγλία, για να γνωστοποιήσει τα βασανιστήρια, τις εξορίες και τις φρικαλεότητες του χουντικού καθεστώτος. Τον Σεπτέμβρη του 1971 συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Είχε πάρει μέρος στην απόπειρα απόδρασης  του Αλέξανδρου Παναγούλη. Ο Παναγούλης ήταν μια από τις ηγετικές μορφές του αντιδικτατορικού και φοιτητικού κινήματος. Φυλακίστηκε για την δράση του και για την αποτυχημένη απόπειρα να δολοφονήσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Η Φλέμινγκ καταδικάστηκε σε φυλάκιση 16 μηνών και στην συνέχεια απελάθηκε. Ταυτόχρονα της αφαιρέθηκε και η ελληνική ιθαγένεια. Με την πτώση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, η Φλέμινγκ επιστρέφει στην Ελλάδα. Πολιτεύεται με το ΠΑΣΟΚ και εκλέγεται βουλεύτρια Επικρατείας το 1977 και βουλεύτρια  Α’  Αθηνών το 1981 και το 1985. Στην διάρκεια της κοινοβουλευτικής της θητείας  διετέλεσε πρόεδρος του συνδέσμου Ελληνίδων Επιστημόνων, επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας  στο Συμβούλιο της Ευρώπης και πρώτη πρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας.

Η Καλλιρρόη Σιγανού  Παρρέν, η Ηλέκτρα Αποστόλου και η Αμαλία Κουτσούρη Φλέμινγκ έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση, την ανάπτυξη και την ενίσχυση του φεμινιστικού κινήματος. Η κάθε μια από την δική της πορεία συνέβαλλαν στην κατάρριψη των έμφυλων διακρίσεων και στερεοτύπων. Οι τρείς αυτές γυναίκες κατόρθωσαν να αφήσουν το στίγμα τους σε πολύ δύσκολες κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες για την Ελλάδα αλλά και για το φεμινιστικό κίνημα το ίδιο. Οι πολιτικές παρακαταθήκες που άφησαν επηρέασαν το ελληνικό φεμινιστικό κίνημα .Τα κοινωφελή εκπαιδευτικά ιδρύματα της Παρρέν, η πολιτική παρακαταθήκη της Αποστόλου  και οι αντιστασιακοί και αντιδικτατορικοί αγώνες της Φλέμινγκ, δικαιώνουν τον πολυετή αγώνα του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος για ισότητα, ο οποίος συνεχίζει μέχρι και σήμερα.

Συντάκτης: Πάρης Γιαννούλης

Πηγές: 


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.