Λίγα λόγια για τον Kant

Ο Ιμμάνουελ Καντ (Immanuel Kant), αποτελεί έναν από τους κορυφαίους φιλοσόφους στην ιστορία της φιλοσοφίας. Το έργο του επηρέασε και εξακολουθεί να επηρεάζει πλήθος μελετητών της ηθικής, μεταφυσικής και πολιτικής φιλοσοφίας. Το συγγραφικό του έργο, αν και δυσνόητο λόγω της γλώσσας που χρησιμοποιεί, είναι πλούσιο σε θεματικές αλλά και σε περιεχόμενο. Γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1724 στην πόλη Königsberg της Πρωσίας, η οποία σήμερα έχει μετονομαστεί σε Kaliningrad και βρίσκεται στην Ρωσία. Όπως οι γονείς του, έτσι κι αυτός μεγάλωσε ως πιετιστής, που αποτελούσε παρακλάδι της Λουθηρανικής Εκκλησίας. Ήταν το τέταρτο από τα συνολικά εννέα παιδιά στην οικογένειά του, από τα οποία κατόρθωσαν να φτάσουν στην ενηλικίωση μόνο τα έξι. Παρακολούθησε τα μαθήματα στο Collegium Fridericianum από την ηλικία των 8 έως και 14, και η εκπαίδευσή του περιελάμβανε τα Λατινικά και έμφαση δόθηκε στην θρησκευτική μελέτη. Η ανατροφή του ήταν βασισμένη στην ταπεινότητα, την ευλάβεια, την Αγία Γραφή και σε άλλες αρχές των πιετιστών. Το 1740, σε ηλικία 16 ετών, εισήχθει στο Πανεπιστήμιο του Königsberg προκειμένου να μελετήσει φιλοσοφία, κυρίως στην μελέτη των G. Leibniz, και C. Wolff. Κατα την διάρκεια αυτών των σπουδών έλαβε την καθοριστική μόρφωση που τον οδήγησε αργότερα στον συνδυασμό των αντίθετων φιλοσοφικών ρευμάτων, του Ρεαλισμού και του Ιδεαλισμού. Από το 1750 έως και το 1754 εργάστηκε ως ιδιωτικός δάσκαλος και η φήμη για τις ικανότητες αλλά και για τον χαρακτήρα του εξαπλώνονταν γρήγορα. Λέγεται ότι ο Καντ ήταν τόσο συνεπής και αυστηρός στην ζωή του, που οι κυρίες της  γειτονιάς του ρύθμιζαν τα ρολόγια τους με βάση την ώρα που ο Καντ έβγαινε για τον καθημερινό  περίπατό του.

 Ως καθηγητής, ξεκίνησε να εργάζεται σε ηλικία 31 ετών σε θέση επίκουρου, η οποία ωστόσο, ήταν άμισθη, αλλά του επέτρεπε να κάνει δημόσιες διαλέξεις. Επίσης, μέχρι τότε είχε δημοσιεύσει ήδη αρκετά κείμενα, και όλα αυτά, ενώ συντηρείται από τον μισθό του ως ιδιωτικός καθηγητής. Αργότερα, πήρε την έδρα της μεταφυσικής και της λογικής στο πανεπιστήμιο της πόλης του. Οι διαλέξεις του Καντ έγινα γρήγορα πολύ δημοφιλείς ανάμεσα στους φοιτητές, οι οποίοι δυσκολεύονταν να βρουν μέχρι και θέση για να τον παρακολουθήσουν. Στα επόμενα χρόνια ο Καντ προχώρησε στην συγγραφή και δημοσίευση μεγάλων, σε έκταση και σπουδαιότητα, μελετών στις βάσεις της μεταφυσικής και της γνώσης. Τα πιο σημαντικά από αυτά είναι οι τρείς κριτικές, όπως έχουν γίνει γνωστές, δηλαδή, Η Κριτική του Καθαρού Λόγου (Kritik der reinen Vernunft) το 1781, (με την δεύτερη έκδοση το 1787), Η Κριτική του Πρακτικού Λόγου (Kritik der praktischen Vernunft) το 1788, και Η Κριτική της Κριτικής Δύναμης (Kritik der Urteilskraft) το 1790. Ενώ, με την μελέτη της πολιτικής φιλοσοφίας ασχολήθηκε προς την τελευταία δεκαετία της ζωής του, προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει την κριτική μέθοδο ως όργανο για να διατυπώσει σημαντικά ερωτήματα γύρω από τα ζητήματα του κράτους και των νόμων. Ο Καντ έζησε μία ήρεμη και λιτή ζωή χωρίς υπερβολές, αφιερωμένη στην μελέτη της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Η υγεία του ήταν πάντα ευαίσθητη και τον ταλαιπώρησε αρκετά στην διάρκεια της ζωής του. Αυτή επιδεινώθηκε αρκετά με αποτέλεσμα να αφήσει την τελευταία του πνοή στις 12 Φεβρουαρίου 1804 στην ίδια πόλη όπου γεννήθηκε ογδόντα χρόνια πριν.

Κράτος και Δημόσιο Δίκαιο

Μεγάλο μέρος της ανάλυσης της πολιτικής φιλοσοφίας του Καντ συναντάται στο έργο του Μεταφυσική των Ηθών (1799). Βασικός στόχος του συγκεκριμένου πονήματος αποτελεί η μελέτη και η θεμελίωση της ηθικής φιλοσοφίας με βάση την μεταφυσική και τους όρους με τους οποίους αυτή αναπτύσσεται από τον ίδιο τον Καντ. Αναζητούνται, στην ουσία, τα ηθικά θεμέλια των ανθρώπινων πράξεων. Με την λέξη θεμέλια μπορεί να ταυτιστεί ο όρος a priori, καθώς γίνεται η προσπάθεια καθορισμού των βάσεων που βρίσκονται εκτός της εμπειρικής γνώσης που πάνω σε αυτές τα άτομα προχωρούν στην δημιουργία πολλών κοινωνικών και πολιτικών συστημάτων. Το κράτος αποτελεί έναν συνδυασμό αυτών των συστημάτων και τα περικλείει στο εσωτερικό του, συντελούν, επί της ουσίας, αναπόσπαστα συστατικά στοιχεία του.

 Ένα ζήτημα που απασχολεί τον Καντ είναι ο εντοπισμός αυτών των ανεξάρτητων από την πρακτική γνώση, δηλαδή την εμπειρία, αρχών που διέπουν το κράτος εν γένει. Για τον λόγο αυτό, προβαίνει και σε μία σύντομη αλλά περιεκτική ανάλυση των βασικών επιμέρους στοιχείων που συντελούν την κατάσταση δικαίου. Μία πολύ σημαντική προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους είναι το Δημόσιο Δίκαιο, το οποίο αποτελεί το σύνολο νόμων που επιφέρουν την απαραίτητη δικαιϊκή κατάσταση για την ύπαρξη του ίδιου του κράτους ως θεσμός. Η συστηματική συγκέντρωση αυτών των νόμων εκφράζεται μέσα από την συγκέντρωσή τους στο σύνταγμα (constitutio), το οποίο κατορθώνει να ενώσει τα επιμέρους άτομα στην κατάσταση δικαίου που υπάρχει το κράτος, δημιουργώντας μεταξύ τους μία αστική σχέση (status civilis). Χαρακτηριστικό του Δημοσίου Δικαίου είναι η αναγκαιότητα και ο εξαναγκαστικός χαρακτήρας του. Ωστόσο, αυτή η αναγκαιότητα του εξαναγκασμού δεν είναι συνδεδεμένη με την βίαιη ανθρώπινη φύση και την έχθρα που είναι έμφυτη στο ένα άτομο για το άλλο. Ο Καντ στηρίζει την ιδιότητα αυτή του Δημοσίου Δικαίου στην a priori ανάγκη της κατάστασης αυτής σε μία περίοδο έλλειψης κάθε είδους δικαίου, που προϋποθέτει ορθολογικά την αβεβαιότητα της ασφάλειας του ανθρώπου από τις πράξεις οποιουδήποτε άλλου ατόμου, δεδομένης της ύπαρξης του δικαιώματος να δρα κανείς όπως ο ίδιος θεωρεί σωστό και ωφέλιμο για τον εαυτό του. Άρα, για να μπορέσει το άτομο να ξεφύγει από τον περιορισμό και την αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την φυσική κατάσταση, ο μόνος πιθανός τρόπος είναι να εισέλθει σε μία κατάσταση η οποία θα διέπεται από ενός είδους δίκαιο. Η ένταξη αυτή, επίσης, προϋποθέτει την συνύπαρξη με τους υπόλοιπους ανθρώπους γεγονός που καθιστά αναγκαίο ένα εξωτερικό αναγκαστικό δίκαιο, το οποίο θα καθορίζει τα όρια της αλληλεπίδρασης των ατόμων, περιορίζοντας ταυτόχρονα την αυθαιρεσία καθενός, με την κατάσταση αυτή να είναι αποτέλεσμα της επιβολής μιας ανεξάρτητης εξωτερικής εξουσίας.

 Η φυσική κατάσταση δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με μία κατάσταση αδικίας (iniustus) μεταξύ των ατόμων, αλλά θα ήταν ορθότερο να εξετάζεται ως μία κατάσταση απουσίας του δικαίου εν γένει. Από την στιγμή, λοιπόν, που απουσιάζει οποιαδήποτε μορφή εξουσιαστικής αρχής, η οποία ορίζει τον εξωτερικό νόμο, και δικαστικής εξουσίας, που θα αποφανθεί επί της νομιμότητας, πρόκειται για μία κατάσταση άνευ δικαίου, στην οποία ο καθένας έχει την ικανότητα να ενεργεί με τέτοιο τρόπο που δεν θα μπορεί να χαρακτηριστεί δίκαιος ή άδικος. Έτσι, και η χρήση της βίας ως εργαλείο εξαναγκασμού μπορεί να θεωρηθεί ως ένα αποτελεσματικό εργαλείο που θα οδηγήσει την αναγκαστική ένταξη των ατόμων σε μία αστική κατάσταση, που διέπεται δηλαδή από νόμους, παρά την θέλησή τους. Σε αυτή την περίπτωση θα μπορεί να οριστεί με βεβαιότητα το Δικό Μου και το Δικό Σου, καθώς θα είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας του δικαίου.

 Οι νόμοι δικαίου, οι οποίοι είναι ως τέτοιοι a priori και αναγκαίοι, σχηματίζουν την μορφή του κράτους ως ιδέα, όπως δηλαδή ένα κράτος οφείλει να είναι, ακολουθώντας τις προσταγές της καθαρής λογικής από όπου και οι συγκεκριμένοι νόμοι πηγάζουν. Η ιδέα του κράτους αποτελεί τον κανόνα για την όποια πρακτική προσπάθεια σχηματισμού κράτους. Αυτή η λογική θα αποτελέσει και τον κανόνα που θα συνενώσει το κράτος και τα όργανα του με μόνο σκοπό την επίτευξη του σχηματισμού της πολιτείας. Η πολιτεία (res publica latius sic dicta), όπως την ορίζει ο Καντ, συγκροτείται μόνο όταν το κράτος μεταβαίνει από την επίτευξη μιας απλής κατάστασης ενός συνόλου ατόμων υπό κανόνες δικαίου, στην σύνθετη κατάσταση της δέσμευσης της εξυπηρέτησης του κοινού συμφέροντος αυτού του συνόλου ατόμων.

 Η συγκρότηση ενός αστικού συντάγματος (pactum unionis civilis)  κρίνεται αναγκαία για την ίδρυση της πολιτείας και, εν συνεχεία, την σύνδεση των ατόμων μεταξύ τους. Η σύνδεση αυτή απαιτεί την αμοιβαία επιρροή στις εξωτερικές σχέσεις των ατόμων και δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί, καθώς αυτό θα σήμαινε την αποτυχία του συγκεκριμένου συμβολαίου. Η επιρροή σημαίνει την ένωση αυτών των ατόμων προς τον κοινό σκοπό, που εξ αρχής είναι ο λόγος ύπαρξης της κοινοπολιτείας. Μία τέτοια σύνδεση δεν είναι δυνατόν να συμβεί σε καμία περίπτωση εκτός του περιεχομένου της αστικής κατάστασης. Είναι, μάλιστα, προϋπόθεση η ύπαρξή της για να ακολουθήσει η ευσυνείδητη διαδικασία ένταξης των ατόμων σε αυτή και η επίτευξη του συστήματος εξωτερικών αναγκαστικών νόμων. Το εξωτερικό δίκαιο δεν έχει σχέσεις με την έννοια της ευδαιμονίας. Η πολιτεία δεν επιδιώκει την επίτευξη της ευδαιμονίας των πολιτών. Αντίθετα, η έννοια του εξωτερικού δικαίου προέρχεται από την ελευθερία ανάμεσα στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Δίκαιο, ορίζεται από τον Καντ, ο περιορισμός της ελευθερίας με σκοπό την εναρμόνιση όλων σε μία κοινή ελευθερία, η οποία θα εξυπηρετεί τις ανάγκες όλων, ενώ Δημόσιο Δίκαιο είναι όλοι οι εσωτερικοί νόμοι, οι οποίοι δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μία τέτοια εναρμόνιση είναι δυνατόν να συμβεί. Η ελευθερία κάποιου περιορίζεται από την αυθαιρεσία κάποιου άλλου, αυτό ονομάζεται εξαναγκασμός. Η επίδραση αυτού του εξαναγκασμού αποτελεί την έκφραση του καθαρού Λόγου. Η διαφορετικότητα στην σκέψη των ατόμων, βασισμένη στην εμπειρία, δεν μπορεί να αποτελέσει την βάση του εξαναγκαστικού δικαίου, καθώς κάθε άτομο ορίζει για τον εαυτό του το περιεχόμενο της έννοιας της ευδαιμονίας, που αποτελεί τον γενικό στόχο της εμπειρίας.

A Priori Αρχές της Αστικής Κατάστασης

Στην δικαιϊκή κατάσταση υπάρχουν τρεις αρχές a priori που ορίζουν την αστική κατάσταση, καθώς, όπως φάνηκε ήδη, η ελευθερία που προσφέρεται από το κράτος με τον νόμο δεν είναι ίδια με την ξεχωριστή ελευθερία του καθενός. Αρχικά, ο άνθρωπος διαθέτει ελευθερία όπως και κάθε άλλο μέλος της κοινωνίας στην οποία συμμετέχει. Η ελευθερία αυτή πρέπει να είναι ανεξάρτητη και να μην περιορίζεται από το κράτος, δηλαδή, αφορά την ελευθερία επιδίωξης της ευτυχίας από το άτομο. Αν ο κυρίαρχος αποφασίσει ότι το κάθε άτομο δεν έχει την νοητική ικανότητα να κατορθώσει την επίτευξη της ευτυχίας αυτής, ή με άλλα λόγια, δεν μπορεί να γνωρίζει τί είναι το καλό ή το κακό, τότε εισβάλει στην προσωπική ζωή των ατόμων και επιβάλλει την δική του αντίληψη επί του θέματος. Το κράτος του τότε μετατρέπεται σε μία πατρική κυβέρνηση (imperium paternale), διότι ο τρόπος αντιμετώπισης των ατόμων από τον κυρίαρχο θυμίζει τον τρόπο αντιμετώπισης των παιδιών από τους γονείς τους. Ο Καντ προτείνει, σε αντίθεση της πατρικής κυβέρνησης, την πατριωτική κυβέρνηση (imperium patrioticum). Σε αυτή τα άτομα είναι ικανά να ορίσουν το περιεχόμενο της ευτυχίας χωρίς περιορισμούς. Τα άτομα αντιλαμβάνονται το κράτος ως “the maternal womb, or the country as the paternal land”. Οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται ως όντα ικανά να διαθέτουν δικαιώματα και να έχουν ελευθερία να τα ασκούν.

Επίσης, τα άτομα δικαιούνται ισότητα απέναντι στα υπόλοιπα άτομα, διότι αποτελούν υπηκόους του κράτους. Η ισότητα αυτή είναι καθολική και χωρίς εξαιρέσεις, εκτός από τον ηγέτη του κράτους, ο οποίος την δημιούργησε, μέσα από την σύσταση της αστικής κατάστασης, την εγγυάται, και την διατηρεί. Ο εξαναγκασμός του κυρίαρχου από κάποιο νόμο, ή από τους υπηκόους, για οποιαδήποτε ζήτημα, συνεπάγεται με την υποταγή αυτού σε έναν ανώτερο κυρίαρχο. Δεν δύναται να υπάρχει ανώτερος και κατώτερος κυρίαρχος, καθώς αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την έννοια της κυριαρχίας που κατέχει ο ηγέτης. Δεν μπορεί να περιορίζεται η εξουσία του ανώτερου προσώπου από κανένα άλλο πρόσωπο. Αν αυτό συνέβαινε, θα σήμαινε ότι για κάθε έναν ηγέτη που υποτάσσεται σε έναν ανώτερο θα υπήρχε και πάλι ένας ανώτερος πάνω από τον αυτόν. Η κίνησης της σειράς διαδοχής θα συνέχιζε προς το άπειρο, χωρίς να υπάρχει ουσιαστική άσκηση της εξουσίας στο κράτος. Σε αυτό μπορούμε να διακρίνουμε ψήγματα της θεωρίας του Τόμας Χομπς, ο οποίος με παρόμοιο τρόπο ήθελε να δικαιολογήσει την ανωτερότητα του ηγέτη επί των υπηκόων και επί του νόμου. Παρά το γεγονός ότι το δεύτερο μέρος του δοκιμίου του Καντ περιέχει την κριτική του στον Χομπς, σχετικά με το Δημόσιο Δίκαιο, στην ουσία, σε αρκετά σημεία ενστερνίζεται την πολιτική θεωρία του.

Στο σημείο αυτό της ανάλυσης της ισότητας των υπηκόων, ο Καντ θα προβεί σε μία, ίσως, ταξική κριτική εντός του ιδεατού του κράτους με στοιχεία που αντλεί από την δική του εμπειρία και την κοινωνία στην οποία ζεί. Ενώ, όλοι είναι ίσοι απέναντι στην στον νόμο και μεταξύ τους, δεν είναι, την ίδια στιγμή, ίσοι όσον αφορά, κυρίως, τις ποικίλες διαβαθμίσεις που παρατηρούνται ανάμεσα στον συσσωρευμένο πλούτο των ατόμων. Προτείνει ως λύση την ταξική κινητικότητα, που δεν θα επηρεάζεται από την κληρονομική προσταγή, όπως ο Καντ την ονομάζει. Η κινητικότητα αυτή μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο μέσα από το “his talent, his industry and his luck” (το ταλέντο, την εργατικότητα και την τύχη του [ατόμου]). Ο Καντ με τον όρο κληρονομική προσταγή εννοεί το προβάδισμα που κατέχουν συγκεκριμένα άτομα προερχόμενα κυρίως από τα ανώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα, με πρόσβαση σε όλα τα επίπεδα της εξουσίας και της εγγυημένης προόδου, που στοχεύουν, ως επί το πλείστον, στην αιώνια προαγωγή των απογόνων. Μιλά, δηλαδή, για την οικογενειοκρατία, που αποτελεί ένα από τα βασικά προβλήματα σε μία κοινωνία, καθώς προωθεί την ανισότητα, που αντιτίθεται στο δημόσιο δίκαιο. Το εκ γενετής δικαίωμα του ατόμου είναι ίσο με κάθε εκ γενετής δικαίωμα των άλλων ατόμων. Πρόκειται για μία ενέργεια αυτή της γέννησης, η οποία δεν αποτελεί στην ουσία ενέργεια του ίδιου του ατόμου, και ως αποτέλεσμα δεν είναι λόγος για να δεχτεί την αδικία από το σύνολο της κοινωνίας στο πλαίσιο ενός κράτους στην δικαιϊκή κατάσταση. Τα άτομα κατέχουν δικαιώματα καθώς αποτελούν μέλη σε αυτή την αστική κατάσταση, τα οποία είναι ίσα μεταξύ τους, κανένας, δηλαδή, δεν έχει περισσότερα ή λιγότερα δικαιώματα. Όμως, το άτομα μπορούν να χάσουν αυτά τα δικαιώματα μόνο μετά από δική τους ενέργεια, που έρχεται αντίθετη με τους νόμους και χαρακτηρίζεται ως εγκληματική. Η ενέργεια του ατόμου μετά από δική του επιλογή να δράσει με τον άνω τρόπο τον καθιστά, επί της ουσίας, εκτός της αστικής κατάστασης. Διαφορετικά, δεν δύναται αυτά τα δικαιώματα να παραχωρηθούν σε κανένα άλλο, ακόμα και με την πρόθεση του ίδιου του ατόμου.

Η τρίτη απριορική αρχή της αστική κατάστασης αφορά το άτομο ως πολίτη στην αστική κατάσταση. Σχετικά με την ιδιότητα του πολίτη, ο Καντ τον χαρακτηρίζει ως συννομοθέτη, καθώς μπορεί να συμμετέχει στην νομοθετική διαδικασία. Αλλά δεν είναι όλοι ίσοι στο ζήτημα αυτό άσχετα με το αν η ελευθερία και η ισότητά τους απορρέει από τους ήδη υπάρχοντες νόμους. Τα άτομα αυτά, που δεν αποτελούν συννομοθέτες, πρέπει να συνεχίσουν να είναι υπάκουοι στους νόμους και, ταυτόχρονα, να απολαμβάνουν την προστασία αυτών, ως “cobeneficiaries of this protection” (προστατευόμενοι).

Ο Καντ υποστηρίζει ότι οι νόμοι είναι προιόντα του δικαίου, το οποίο είναι αποτέλεσμα της γενικής βούλησης των ατόμων, άρα το αποτέλεσμα μιας συλλογικής ενέργειας με στόχο την επίτευξη του περιορισμού της αδικίας. Η γενική βούληση είναι αποτέλεσμα του συνόλου των επιμέρους βουλήσεων των πολιτών της κοινοπολιτείας. Στο πλαίσιο αυτό επιτυγχάνεται η αποφυγή της αδικίας, εφόσον όλοι αποφασίζουν για το σύνολο του δικαίου. Η αποφυγή αυτή είναι δυνατή λόγω της γενικής βούλησης και του τρόπου που αυτή λειτουργεί. Δηλαδή, όλοι αποφασίζουν για το καλό όλων των άλλων, αλλά ταυτόχρονα επιλέγουν και για τον ίδιο τους τον εαυτό. Κανείς δεν επιθυμεί να αδικήσει τον εαυτό του, άρα και τα άτομα είναι ικανοποιημένα με το δίκαιο που όρισαν ως μέρη του συνόλου της κοινοπολιτείας. Εάν υποθέσουμε, ότι το δικαίωμα επιλογής βρισκόταν στην διάθεση κάποιου άλλου προσώπου, τότε θα ήταν σίγουρο πως οποιαδήποτε απόφαση θα περιόριζε και θα αδικούσε το κάθε επιμέρους άτομο. Η νομοθέτηση από ένα και μοναδικό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί μόνο του και έχοντας κατά νου την δημιουργία ενός συστήματος νόμων για την αποφυγή της αδικίας, θα ήταν αποτυχία, διότι η προσπάθεια νομοθέτησης δεν θα κατείχε την συνολική γνώση των ατόμων, την οποία χρησιμοποιούν μέσω της γενικής βουλήσεως. Η τελική βασική νομοθεσία που αποτελεί τον καρπό της γενικής λαϊκής βούλησης ονομάζεται από τον Καντ “the original contract” (το πρωταρχικό συμβόλαιο).

Στην θεωρία του κράτους του Καντ φαίνεται ξεκάθαρα η επιρροή των ρουσωϊκών θεωριών Κοινωνικού Συμβολαίου, όπως παρατηρείται από την χρήση της γενικής βούλησης ως όργανο νομοθετικό και έκφρασης της λαϊκής επιθυμίας. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Ρουσσώ στο δικό του έργο εξηγεί πως η γενική βούληση δεν συνεπάγεται απόλυτα με την ομόφωνη συμφωνία όλων των πολιτών, αλλά είναι “η δεδηλωμένη βούληση [που] είναι μια πράξη κυρίαρχης εξουσίας και συνιστά νόμο”.

Τα άτομα, λοιπόν, που έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στην θέσπιση του νόμου είναι αυτά που μπορούν να ονομάζονται και πολίτες. Οι πολίτες (citoyen) είναι αυτοί που διαθέτουν την κυριότητα του εαυτού τους, εξαιρούνται από αυτά οι γυναίκες και τα ανήλικα άτομα, που εκείνη την εποχή δεν διέθεταν καμία ιδιότητα στο εσωτερικό του κράτους. Το sui iuris (να είναι κύριος του εαυτού του) είναι σημαντικό για τον Καντ, για τον λόγο ότι το άτομο που εργάζεται για τον εαυτό του δεν προσφέρει σε κανένα άλλο την εργασία του. Αυτό σημαίνει ότι αυτός ο πολίτης είναι υπηρέτης του κράτους και κανενός άλλου, προσφέροντας σε αυτό την δύναμή του. Η οργάνωση με τον προαναφερθέντα τρόπο της κοινοπολιτείας οδηγεί στο συμπέρασμα της ισότητας της ψήφου ανεξάρτητα της τάξης, κοινωνικής ή οικονομικής. Όλοι οι πολίτες, καθώς είναι ίσοι, δικαιούνται και ίση συμμετοχή στο δίκαιο ως συννομοθέτες. Στο θέμα της νομοθετικής ιδιότητας των πολιτών, ο Καντ θέτει ως προϋπόθεση την κατοχή περιουσίας και όχι το μέγεθος αυτής, έτσι, κάθε πολίτης δικαιούται μία ψήφο. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνει να εξαλείψει την ανισότητα της κατοχής πλούτου μεταξύ των οικονομικών τάξεων και να εξομοιώσει την φωνή των κατώτερων και των ανώτερων μελών της κοινωνίας στο πλαίσιο του πολιτικού βίου.

Διάκριση των Εξουσιών

Ο Καντ θα αναφερθεί και στην διάκριση των εξουσιών, οι οποίες συγκροτούν το κράτος, ακολουθώντας τον συνηθισμένο διαχωρισμό, δηλαδή σε τρία μέρη: την νομοθετική, την εκτελεστική, και την δικαστική. Η νομοθετική εξουσία αποτελείται από την ενωμένη λαϊκή βούληση, δηλαδή από τους πολίτες, οι οποίοι συνθέτουν την πηγή του δικαίου του κράτους. Μέσα από αυτή την ιδιότητα, οι πολίτες δεν δύναται να αδικήσουν κανένα, καθώς με την νομοθέτηση ο καθένας έχει την δυνατότητα να αποφασίσει για τον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι η διάπραξη αδικίας είναι εύκολη και πιθανή όταν κάποιος νομοθετεί για άλλους, αλλά δεν είναι το ίδιο όταν κάθε πολίτης νομοθετεί για τον εαυτό του τους νόμους που θεωρεί ωφέλιμους.

 Το να είναι κάποιος πολίτης ενός κράτους, αποτελεί σημαντική ιδιότητα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα δικαϊκά κατηγορήματα. Τα δικαϊκά κατηγορήματα είναι, αρχικά, η ελευθερία του πολίτη να υπακούει μόνο στους νόμους για τους οποίους έχει συναινέσει. Έπειτα, να έχει πολιτική ισότητα, δηλαδή να είναι ίσος με όλους τους άλλους πολίτες, γεγονός που σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κάποιος ανάμεσα στον λαό ο οποίος θα θεωρείται ανώτερος, πλην του κυρίαρχου. Τέλος, η πολιτική ανεξαρτησία είναι σημαντική, διότι αυτό υποδηλώνει ότι ο πολίτης δεν εξαρτάται από κανένα άλλο μέλος του λαού για την δική του ύπαρξη και συντήρηση.

 Η δυνατότητα του πολίτη να ψηφίζει είναι ζωτικής σημασίας. Αυτή είναι που τον ξεχωρίζει και τον καθιστά σημαντικό πρόσωπο στο εσωτερικό του κράτους, έτσι μπορεί να διαθέτει και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή την ιδιότητα. Η δυνατότητα συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία είναι το μόνο που τον καθιστά όντως πολίτη. Ωστόσο, η ιδιότητα αυτή διακρίνεται σε δύο κατηγορίες, του ενεργού και του παθητικού πολίτη. Ο ενεργός πολίτης είναι αυτός που διαθέτει ανεξαρτησία και έχει την δυνατότητα να προχωρά στην νομοθέτηση. Από την άλλη, ο παθητικός πολίτης είναι αυτός που ανήκει σε συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως το ότι είναι ανήλικος, γυναίκα, και τα άτομα που εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους μέσα από την επαγγελματική δραστηριότητα άλλων, δηλαδή προσφέροντας την εργασία τους σε άλλους. Παρά το γεγονός ότι η έννοια του παθητικού πολίτη είναι αντίθετη ως προς το περιεχόμενο της έννοιας του πολίτη, τα άτομα που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία μπορούν να απαιτήσουν παρόμοια αντιμετώπιση από τους ενεργούς πολίτες σύμφωνα με τους νόμους του κράτους, με την διαφορά ότι δεν έχουν την δυνατότητα να τους θεσπίζουν ως παθητικοί πολίτες. Ισχύουν, άρα, όλοι οι νόμοι της φυσικής ελευθερίας και ισότητας και τα μέλη της πολιτείας έχουν όλα το δικαίωμα να προχωρήσουν στην προσωπική τους εξέλιξη και, εν τέλει, να αποτελέσουν ενεργούς πολίτες μελλοντικά.

 Ενώ, ο λαός είναι ο κυρίαρχος του κράτους και συγκεντρώνει την νομοθετική εξουσία, ο ηγεμόνας (princeps) είναι το πρόσωπο που κατέχει την εκτελεστική εξουσία. Η ύπαρξη του είναι και φυσική, ως ο ηγεμόνας τους κράτους, το πρόσωπο, δηλαδή, που εκτελεί και διαθέτει αυτή την εξουσία, αλλά και ως ηθικό πρόσωπο, δηλαδή, αποτελεί την κυβέρνηση του κράτους μαζί με τους υπουργούς και λοιπούς συμβούλους. Ο ηγεμόνας έχει την ικανότητα να λαμβάνει αποφάσεις, οι οποίες αφορούν συγκεκριμένες περιπτώσεις και καταστάσεις που μπορούν να μεταβληθούν, σε αντίθεση με τον νόμο που είναι σταθερός και μεταβάλλεται με σχετική δυσκολία. Για τον λόγο αυτό οι αποφάσεις του ηγεμόνα που έχουν την μορφή εντολών ονομάζονται διατάγματα. Το γεγονός ότι ο λαός δεν είναι και ο ηγέτης του κράτους εξηγείται εάν αναλογιστούμε ότι ο λαός, ως νομοθέτης, υπόκειται σε αυτούς τους νόμους και δεν θα ήταν δυνατόν να τους επιβάλλει από την στιγμή που περιορίζεται από αυτούς. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο ηγεμόνας είναι εκτός του λαϊκού ελέγχου. Ο λαός μπορεί ως κυρίαρχος να αφαιρέσει και να απομακρύνει από την εξουσία τον ηγεμόνα, όμως δεν διαθέτει την δυνατότητα τιμωρίας αυτού. Αυτό συμβαίνει καθώς στην ουσία της έννοιας της εκτελεστικής εξουσίας βρίσκεται η δυνατότητα εξαναγκασμού. Έτσι, θα δημιουργούταν αντίφαση εάν το εκτελεστικό όργανο του κράτους δεχόταν εξαναγκασμό από το νομοθετικό σώμα, δηλαδή τον λαό, τον οποίο υποτίθεται ότι έχει το δικαίωμα να εξαναγκάζει. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, αυτό θα δημιουργούσε έναν διαρκή κύκλο εξαναγκασμού ανάμεσα στην νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία με αποτέλεσμα η εξουσία της κυβέρνησης να έχανε το περιεχόμενο και την σημασία ύπαρξης της, αφού κάθε απόφαση ή ενέργεια της θα ήταν δυνατόν να αρθεί ανάλογα με την βούληση του λαού.

 Η τρίτη εξουσία είναι η δικαστική. Αυτή υπάρχει διότι η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία δεν είναι δυνατόν να αναλάβουν την εργασία της δικαιοσύνης και την απονομή της. Οι δύο αυτές εξουσίες έχουν την δυνατότητα να εκλέγουν δικαστές, οι οποίοι είναι κρατικοί επίτροποι. Στις υποθέσεις που αφορούν τον λαό αρμόζει στον ίδιο τον λαό να δικάσει ένα μέλος του. Αυτό συμβαίνει μέσα από τον διορισμό ενόρκων που ο λαός έχει εκλέξει ελεύθερα. Ο ηγεμόνας με τον τρόπο αυτό αποφεύγει να προχωρήσει σε μία πιθανή διάπραξη αδικίας εάν μία υπόθεση προχωρήσει στην διαδικασία της έφεσης.

Συμπερασματικά

Ο Καντ, ως προσωπικότητα, αλλά και ως παρουσία στην ιστορία της φιλοσοφίας κατέχει εξέχουσα θέση. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το βάθος και η ωριμότητα της σκέψης του, η οποία είναι τόσο περίπλοκη και πρωτότυπη, που δυσκολεύει την κατανόηση του συγγραφικού έργου του ακόμα κι από ειδικούς στην φιλοσοφία. Το επίπεδο σκέψης που ανέπτυξε αποτελεί από μόνο του ένα ολόκληρο φιλοσοφικό σύστημα που περιλαμβάνει πλήθος εννοιών και παραμέτρων, από την φύση του ανθρώπου έως και την φύση του κράτους και της πολιτικής.

 Η κριτική φιλοσοφία, που ανέπτυξε ο ίδιος, εξετάζει τι μπορεί να αποδειχθεί και τι είναι όντως, άσχετα με την σύμφωνη ή αντίθετη άποψη οποιουδήποτε, τα πράγματα. Η εφαρμογή αυτής της φιλοσοφίας στη μελέτη της πολιτικής έδωσε την δυνατότητα στον Καντ να ερευνήσει την πραγματικότητα της πολιτικής και την επίδρασή της στην κοινωνία. Μπόρεσε να αναζητήσει την βέλτιστη πολιτική οντότητα που θα επέτρεπε στον άτομο να αποκτήσει την ευδαιμονία του και την ηθική ολοκλήρωση. Βασισμένος στην θεωρία του Ρουσσώ, επικεντρώθηκε στην ενδυνάμωση της δυνατότητας του ορισμού του ατόμου από τον ίδιο τον άνθρωπο και όχι από τον ορισμό αυτής της ατομικής συνείδησης από το κράτος ή άλλων θεσμών. Ο Καντ ήταν υπέρμαχος της δημοκρατίας, ως πολίτευμα, και του φιλελευθερισμού, ήταν ενάντια, όμως, της επανάστασης. Ήταν από τους υποστηρικτές του κινήματος του Διαφωτισμού ως μέσου για την απελευθέρωση του ατόμου.

 Βασικό συστατικό και προϋπόθεση για την μελέτη του Καντ είναι η υπακοή στην καθαρή λογική, η οποία διαφέρει από την κοινή λογική, και τις a priori αρχές της, ως την αληθινή πηγή κάθε πραγματικής γνώσης. Η λογική, κοινή για όλους του ανθρώπους, προβάλει ταυτόχρονα και ορισμένες ευθύνες, καθώς “τα οφέλη και τα βάρη της πολιτικής τάξης είναι τα ίδια για όλους”. Έτσι, η εξουσία που πηγάζει από αυτή δεν δύναται να είναι αυθαίρετη και πρέπει να υπακούει σε ορισμένες αρχές, οι οποίες δεν αλλοιώνονται, ούτε μεταβάλλονται, αλλά είναι καθολικές.

 Ο Καντ, αντλώντας από την παράδοση των κοινωνικών συμβολαίων, συμβάλλει σε αυτή με το δικό του συμβόλαιο, πηγαίνοντας ένα βήμα μπροστά, εισάγοντας την έννοια των τάξεων και την ερώτηση της δυνατότητας της αίτησης  νομιμοποίησης της εξουσίας της ανώτερης τάξης από τις άλλες. Το κοινωνικό συμβόλαιο του Καντ αποτελεί ένα ρυθμιστικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο οι νόμοι θα ρυθμίζονται από ένα νόμιμο πολίτευμα και την κοινότητα που το απαρτίζει.

 Το έργο του Καντ είναι τεράστιο και δύσκολα κανείς μπορεί να το συμπυκνώσει σε μερικές σελίδες. Όπως αναφέρθηκε, εκτείνεται από το άτομο, έως τον κοσμοπολίτη και από το κράτος και την κοινότητα ως την οικουμενική διακυβέρνηση. Αυτά τα θέματα επικεντρώνονται μόνο στην πολιτική του σκέψη και φιλοσοφία. Ο Καντ είναι ανεξάντλητη πηγή γνώσης και στοχασμού. Το ενδιαφέρον για αυτόν και το έργο του μόνο θα αυξάνεται στο πέρασμα των χρόνων, όπως ήδη συμβαίνει.

Συντάκτης: Θανάσης Κατζιγκάς

 

Πηγές:

Haupt, V. (2015). Von Petersburg bis Panama Die Genealogie der Familie Kant.

Immanuel Kant (2013). Μεταφυσική των Ηθών. Μετάγραση Κ. Ανδρουλάκης. ΣΜΙΛΗ.

Immanuel Kant, Gregor, M.J. and Wood, A.W. (1996). Practical Philosophy. Cambridge: Cambridge University Press.Rohlf, M. (2010). 

Immanuel Kant (Stanford Encyclopedia of Philosophy). [online] Stanford.edu. Available at: https://plato.stanford.edu/entries/kant/#LifWor.

Rousseau, J.-J. (1986). Το Κοινωνικό Συμβόλαιο. Μετάφραση Φ. Κονδύλης. Δαμιανός.

Scruton, R. (2001). Kant A Very Short Introduction. Oxford University Press.