Home » Τα αξέχαστα και τα λησμονημένα : η σχέση βίας και πολιτικής στην Μεταπολίτευση (1985-1989) – Μέρος 2ο 

Τα αξέχαστα και τα λησμονημένα : η σχέση βίας και πολιτικής στην Μεταπολίτευση (1985-1989) – Μέρος 2ο 

by Γιάννης Μαρινάκης

Ο Πάρης Γιαννούλης γράφει για την 17Ν και την δράση της στην πολωμένη περίοδο της “Κάθαρσης” 

Με το πέρας της νέας εκλογικής νίκης του ΠΑΣΟΚ το 1985 και την δολοφονία Καλτεζά , η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε αναταραχή. Η δεύτερη θητεία του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση εγκαινιάστηκε με μαζικές κινητοποιήσεις ενάντια στα νέα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης έντονη πολιτική πόλωση της κοινωνίας και την σταδιακή δημιουργία ετερόκλητων πολιτικών συμμαχιών. Υπό αυτές   τις συνθήκες, η 17Ν εντείνει τις δραστηριότητες της. Η αναθεώρηση της στάσης της κυβέρνησης Παπανδρέου σχετικά με την ανανέωση των συμφωνιών της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ για την διατήρηση των βάσεων του ΝΑΤΟ στην ελληνική επικράτεια, αποτέλεσε το ιδεολογικό και πολιτικό έναυσμα για την εντατικοποίηση των τρομοκρατικών επιθέσεων της 17Ν. 

Το πρωί της 8ης Απριλίου 1986, ο βιομήχανος και πρόεδρος της “Χαλυβουργικής” Δημήτρης Αγγελόπουλος, δολοφονείται στην οδό Κανάρη στην Αθήνα.  Στις 8:50 βρέθηκε νεκρός από πέντε πυροβολισμούς στο στήθος και στην πλάτη. Την ίδια μέρα η 17Ν. εξέδωσε προκήρυξη με την οποία ανέλαβε την ευθύνη για την δολοφονία Αγγελόπουλου. Η δολοφονία του προέδρου της “Χαλυβουργικής” αποτέλεσε την δέκατη πράξη πολιτικής δολοφονίας της οργάνωσης. Στην προκήρυξη, η 17Ν δικαιολογούσε την δολοφονία Αγγελόπουλου λόγω κατηγοριών για οικονομικές ατασθαλίες και κατάχρηση δημόσιου χρήματος. Ο Αγγελόπουλος  για την 17Ν, ήταν η προσωποποίηση της ελληνικής αστικής τάξης , την οποία η οργάνωση θεωρούσε ως βασικό της  πολιτικό και ιδεολογικό αντίπαλο. Η δολοφονία Αγγελόπουλου προκάλεσε αναταραχή στην πολιτική ζωή. 

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ευθύς μετά την δολοφονία του προέδρου της Χαλυβουργικής απομάκρυνε τον αρχηγό της Αστυνομίας, τον υπεύθυνο της προσωπικής του ασφαλείας και αντικατέστησε τον αρχηγό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ). Λίγες εβδομάδες μετά την δολοφονία Αγγελόπουλου, κατέφθασε στην Αθήνα μια ομάδα Βρετανών ειδικών προκειμένου να εκπαιδεύσει αξιωματικούς της ελληνικής αστυνομίας σε αντιτρομοκρατικές μεθόδους. Τον Οκτώβριο του 1986 πραγματοποιούνται βομβιστικές επιθέσεις στις κτιριακές υποδομές τεσσάρων υπηρεσιών της φορολογικής διοίκησης στην Αθήνα. Στις 3 Οκτωβρίου 1986 η εφημερίδα Ελευθεροτυπία έλαβε προκήρυξη της 17Ν., η οποία ανέλαβε την ευθύνη για τις επιθέσεις. Μέσα στην προκήρυξη η οργάνωση κατήγγειλε το φορολογικό σύστημα και τις οικονομικές πολιτικές της κυβέρνησης. Ταυτόχρονα υπογράμμιζε πως οι βομβιστικές επιθέσεις δεν υποδήλωναν καμία αλλαγή της στρατηγικής και της τακτικής της οργάνωσης. 

Οι πολιτικές δολοφονίες της 17Ν., σύμφωνα με τα μέλη της οργάνωσης, έβρισκαν απήχηση στα λαϊκά στρώματα και ιδιαίτερα στην εργατική τάξη. Οι βομβιστικές επιθέσεις σε κρατικές υποδομές αποτελούσαν χαρακτηριστικό ρεπερτόριο δράσης άλλων επαναστατικών-τρομοκρατικών οργανώσεων και όχι της 17Ν. Η οργάνωση είχε αποκτήσει αναγνωρισημότητα μέσω της τακτικής των πολιτικών δολοφονιών, οι οποίες είχαν ως στόχο τους πολιτικούς και ιδεολογικούς αντιπάλους της οργάνωσης, όπως αυτοί είχαν οριοθετηθεί από τα κείμενα και τις προκηρύξεις  της 17Ν. 

Η πρώτη σημαντική ενέργεια της Ε.Ο. 17Ν. μέσα στο 1987 ήταν η σκόπιμη απόπειρα τραυματισμού του νευροχειρουργού και ιδιοκτήτη της ιδιωτικής κλινικής “Εγκέφαλος” Ζαχαρία Καψαλάκη. Στις 4 Φεβρουαρίου 1987, δύο άντρες αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Καψαλάκη έξω από την κλινική του στο Χαλάνδρι. Πυροβόλησαν αρκετές φορές στα πόδια και στο στομάχι του Καψαλάκη, τραυματίζοντας τον. Ο Καψαλάκης κατάφερε να επιζήσει, παρά τους τραυματισμούς του. Στον τόπο της επίθεσης βρέθηκε προκήρυξη με την οποία η 17Ν. αναλάμβανε την ευθύνη για την απόπειρα. Μέσω της προκήρυξης  η 17Ν. επεδίωκε τόσο να αιτιολογήσει την δολοφονική απόπειρα εναντίον του Καψαλάκη αλλά ταυτόχρονα, όπως σε κάθε της προκήρυξη, απέδιδε τις τρομοκρατικές της ενέργειες  στα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα. 

Η προκήρυξη για τον Καψαλάκη αποτέλεσε την 18η προκήρυξη της 17Ν. Αυτές οι 18 προκηρύξεις αποτέλεσαν τις απτές αποδείξεις των ενεργειών της 17Ν για σχεδόν 10 χρόνια. Στην τελευταία προκήρυξη, η οργάνωση συνέδεσε την απόπειρα εναντίον του Καψαλάκη με θέμα την ποιότητα των δημόσιων δομών υγειονομικής περίθαλψης. Στις 16 Δεκεμβρίου του 1983 ψηφίστηκε ο Ν.1397 που αφορούσε την δημιουργία ενός δημόσιου συστήματος υγείας το οποίο θα αναλάμβανε την καθολική υγειονομική περίθαλψη των πολιτών. Ο νόμος 1397/83 αποτέλεσε τον ιδρυτικό νόμο για την σύσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.). 

 Η ίδρυση του ΕΣΥ συνδέθηκε με την κυβερνητική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, του οποίου βασική πολιτική και ιδεολογική αρχή ήταν οι κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Σύντομα όμως οι δημόσιες δαπάνες για την υγειονομική περίθαλψη μειώθηκαν σε σημαντικό βαθμό, ιδιαίτερα την περίοδο της δεύτερης διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Η υποβάθμιση του ΕΣΥ, σε συνδυασμό με τις έντονες κοινωνικές αντιδράσεις ενάντια στην νέα οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Παπανδρέου, άρχισε να δημιουργεί τις πρώτες ‘ρωγμές’  στο κόμμα της “Αλλαγής”. Η 17Ν. στην προκήρυξη για την επίθεση στον  Καψαλάκη ανέφερε πως υπήρχε μια <<ακραία έλλειψη δημόσιου ήθους και ανθρωπιάς στο ιατρικό επάγγελμα>>  και σε συνδυασμό με την υποχρηματοδότηση και την υποβάθμιση των δημόσιων δομών υγείας, υπέσκαπτε το ίδιο το Ε.Σ.Υ. Η προκήρυξη Καψαλάκη θα αποτελούσε σημείο αναφοράς ως  πολιτικό κείμενο της οργάνωσης, που αναδείκνυε τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη της 17Ν. δικαιολογούσαν τις τρομοκρατικές τους δράσεις. 

Τον Μάρτιο του 1987 ξεσπάει διπλωματική κρίση ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία.  Οι τουρκικές αρχές πληροφορήθηκαν πως η Ελλάδα επρόκειτο να πραγματοποιήσει γεωτρήσεις για την εύρεση κοιτάσματος υδρογονανθράκων, σε θαλάσσια περιοχή πλησίον της Θάσου. Ως απάντηση η Τουρκία απέστειλε  το ερευνητικό πλοίο Σισμίκ να διεξάγει έρευνα στην περιοχή με την συνοδεία τουρκικών πολεμικών πλοίων. Το πολιτικό και στρατιωτικό “θερμόμετρο” είχε ανέβει επικίνδυνα ανάμεσα στις δύο χώρες και οι ένοπλες δυνάμεις τόσο της Τουρκίας όσο και της Ελλάδας βρίσκονταν σε κατάσταση συναγερμού. Ο έλληνας πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, εξέδωσε διαταγή βύθισης του Σισμίκ σε περίπτωση που το τουρκικό πλοίο εισέλθει σε ύδατα που διεκδικούνταν από την Ελλάδα. Ο τούρκος πρωθυπουργός  Τουργκούτ Οζάλ δήλωσε πως εάν η Ελλάδα πραγματοποιούσε οποιαδήποτε επέμβαση στο Σισμίκ, η Τουρκία θα αντιδρούσε αντιστοίχως. Η κρίση έληξε αισίως, στα τέλη Μαρτίου του 1987, μετά την μεσολάβηση του γ.γ. του ΝΑΤΟ, Λόρδου Κάρινγκτον και την επικοινωνία του Ανδρέα Παπανδρέου με τον τούρκο Ομόλογο του. 

Ένα μήνα αργότερα, πραγματοποιείται βομβιστική επίθεση ενάντιων αμερικανικών στρατιωτών. Στις 24 Απριλίου μια βόμβα τοποθετημένη στην άκρη ενός δρόμου στου Ρέντη, εξερράγη μπροστά σε ένα στρατιωτικό λεωφορείο που κατευθυνόταν προς την αμερικανική βάση στο Ελληνικό. Η έκρηξη της βόμβας τραυμάτισε δεκαέξι Αμερικανούς στρατιώτες και τον έλληνα οδηγό του λεωφορείου. Στις 25 Απριλίου 1987, ένας υπάλληλος της εφημερίδας Ελευθεροτυπία βρίσκει μια προκήρυξη της 17Ν, σε ένα καλάθι απορριμάτων στην αρχή της λεωφόρου Συγγρού. Η 17Ν. με την προκήρυξη αναλαμβάνει την ευθύνη για την συγκεκριμένη βομβιστική επίθεση, η οποία αποτέλεσε την τέταρτη επίθεση της οργάνωσης εναντίον αμερικανικών στόχων στην Ελλάδα. Τα μέλη της Ε.0 17Ν. ανησυχούσαν πως η κυβέρνηση Παπανδρέου θα αθετούσε την προεκλογική δέσμευση του ΠΑΣΟΚ για το κλείσιμο των αμερικανικών βάσεων  και την απομάκρυνση πυρηνικών όπλων. Μέσα στην προκήρυξη, η 17Ν. άφησε να εννοηθεί πως αν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν υλοποιούσε την δέσμευση της για την απομάκρυνση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας από την Ελλάδα, θα εντατικοποιούσε τις τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων  που βρίσκονταν στην χώρα. 

Η επίθεση στου Ρέντη προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τις αμερικανικές αρχές. Στις αρχές Ιουνίου του 1987, ξέσπασε διπλωματική αντιπαράθεση ανάμεσα στην ελληνική και την αμερικανική κυβέρνηση με θέμα τις τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων. Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ελλάδα , Ρόμπερτ Κήλλυ, επιτέθηκε στον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Κάρολο Παπούλια, σχετικά με κάποια συμφωνία που είχε πραγματοποιήσει η  Ελλάδα με τον Παλαιστίνιο τρομοκράτη Αμπού Νιντάλ. Τον Ιούλιο η ελληνική αστυνομία συνέλαβε ένα μέλος της ιταλικής επαναστατικής-τρομοκρατικής οργάνωσης των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τον Μαουρίτσιο Φολίνι. Η σύλληψη Φολίνι, σύμφωνα με τις αστυνομικές αρχές, αποτέλεσε “μεγάλη νίκη στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας” , όμως σε πολλές εκφάνσεις της μεγαλοποιήθηκε. Η σύλληψη του Φολίνι , μαζί με άλλον έναν φερόμενο ως μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών (Ενρίκε Μπιάνκο) στην Πρέβεζα, πήρε εκρηκτικές διαστάσεις με στόχο τον κατευνασμό των ανησυχιών της αμερικανικής κυβέρνησης σχετικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα. 

Ο “θρίαμβος” της σύλληψης των Φολίνι-Μπιάνκο δεν διήρκησε πολύ. Τον Αύγουστο έλαβε χώρα νέα τρομοκρατική επίθεση που πάλι είχε στόχο ένα αμερικανικό στρατιωτικό λεωφορείο. Στις 10 Αυγούστου ανατινάζεται βόμβα δίπλα σε αμερικανικό λεωφορείο στο Καβούρι, τραυματίζοντας έντεκα άτομα. Την επόμενη μέρα , η Ελευθεροτυπία δέχεται ένα ανώνυμο τηλεφώνημα σχετικά με μια προκήρυξη που βρισκόταν σε καλάθι απορριμάτωμ στην συμβολή των οδών Ιπποκράτους και Πανεπιστημίου. Η προκήρυξη ήταν της 17Ν. με την οποία αναλάμβανε την ευθύνη για ένα ακόμα χτύπημα. Το χρονικό πλαίσιο της βομβιστικής επίθεσης δεν ήταν καθόλου τυχαίο, καθώς εκείνες τις ήμερες ο Ανδρέας Παπανδρέου πραγματοποιούσε διήμερες επίσημες συνομιλίες με τον αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάικλ Άρμακοστ. 

Τον Ιανουάριο του 1988, η 17Ν. έκανε την επανεμφάνιση της. Στις 22 Ιανουαρίου, μέλη της 17Ν. τοποθέτησαν βομβιστικό μηχανισμό στον σκουπιδοτενεκέ του σπιτιού του επικεφαλής της αμερικάνικης υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών Τζορτζ Κάρος. Το μέλος της 17Ν που είχε την ευθύνη να πυροδοτήσει τον μηχανισμό, φοβήθηκε έναν φρουρό από την ασφάλεια του Κάρος με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η επίθεση. Όταν ματαιώθηκε η δολοφονική απόπειρα, η 17Ν. ειδοποίησε την αστυνομία μέσω τηλεφωνήματος στην Ελευθεροτυπία όπου ανέφεραν το που θα έβρισκαν και θα απενεργοποιούσαν τον εκρηκτικό μηχανισμό. Η 17Ν. στην προκήρυξη της , η οποία δημοσιεύτηκε μια εβδομάδα μετά την απόπειρα εναντίον του Κάρος, έδωσε εξηγήσεις σχετικά με την αποτυχία της ενέργειας και διευκρίνισε ότι ο τύπος του εκρηκτικού μηχανισμού που χρησιμοποιήθηκε στην επιχείρηση Κάρος , θα αποτελούσε από εδώ και στο εξής τον κατά προτίμηση τρόπο επίθεσης εναντίον ατόμων που κυκλοφορούσαν με αλεξίσφαιρα η τεθωρακισμένα αυτοκίνητα. 

Η αποτυχία της επιχείρησης Κάρος συνέπεσε με την συνάντηση του Ανδρέα Παπανδρέου με τον Τούρκο Ομόλογο του στο Νταβός της Ελβετίας, όπου πραγματοποιήθηκαν συνομιλίες ανάμεσα στους δύο ηγέτες σχετικά με την επίλυση ζητημάτων ανάμεσα στις δύο χώρες και την ανάπτυξη στενότερων πολιτικών, διπλωματικών και οικονομικών σχέσεων. Η συνάντηση στο Νταβός, η πρώτη συνάντηση κορυφής ανάμεσα στην ηγεσία της Ελλάδας και της Τουρκίας σε δέκα χρόνια, αποτέλεσε ένα πρώτο βήμα για την βελτίωση των διμερών σχέσεων των δύο κρατών. Η 17Ν. εξοργίστηκε με το γεγονός πως ο Ανδρέας Παπανδρέου προσπαθούσε να προσεγγίσει την Άγκυρα. Για την 17Ν. οι επιδιώξεις της τουρκικής ηγεσίας για στρατιωτική και εδαφική επέκταση γίνονταν σύμφωνα με τις φιλοδοξίες των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Από την προκήρυξη της 17Ν. τον Απρίλιο του 1987 σχετικά με την βομβιστική επίθεση του αμερικανικού λεωφορείου στου Ρέντη, η οργάνωση προσπάθησε να συνδέσει την αμερικανική εξωτερική πολιτική με το Κυπριακό και ιδιαίτερα πως  η Αμερική εκμεταλλεύτηκε την συγκυρία που οδήγησε στην Τουρκική εισβολή του νησιού το 1974. 

Το πρωί της 1ης Μαρτίου ο βιομήχανος Αλέξανδρος Αθανασιάδης-Μποδοσάκης δολοφονείται στην Λεωφόρο Κηφισίας. Ο Μποδοσάκης μεταφέρεται στο νοσοκομείο “Υγεία” , με σοβαρά τραύματα από τις πέντε συνολικά σφαίρες που έχει δεχθεί  και λίγη ώρα αργότερα κατέληξε.  Η 17Ν. αναλαμβάνει την ευθύνη για την δολοφονία με προκήρυξη που βρέθηκε στον τόπο της δολοφονίας. Όπως και με την δολοφονία Αγγελόπουλου , η οργάνωση απέδωσε την δολοφονική ενέργεια στο ότι ο Αθανασιάδης-Μποδοσάκης ήταν μέλος της ελληνικής αστικής τάξης η οποία πλούτιζε εις βάρος των ασθενέστερων οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων. 

Στις 20 Μαΐου 1988, δύο αυτοκίνητα τούρκων διπλωματών ανατινάχτηκαν από βόμβες που είχαν τοποθετηθεί σε αυτά. Επίσης είχαν τοποθετηθεί βόμβες σε άλλα δύο αυτοκίνητα, οι οποίες όμως ανακαλύφθηκαν και απενεργοποιήθηκαν. Με προκήρυξη η οποία στάλθηκε στην εφημερίδα Έθνος  στις 23 Μαΐου, η οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη για τις βομβιστικές επιθέσεις . Η 17Ν. φρόντισε ώστε οι επιθέσεις να συμπέσουν με την άφιξη του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Μεσούτ Γιλμάζ στην Αθήνα για τριήμερη επίσημη επίσκεψη. Ο Γιλμάζ, ο πρώτος Τούρκος υπουργός Εξωτερικών που επισκεπτόταν την Αθήνα από το 1952, προκάλεσε αντιδράσεις. Οι δηλώσεις του Γιλμάζ σχετικά με το Κυπριακό , κατάφεραν να δημιουργήσουν μια έντονη αντιπάθεια γύρω από το πρόσωπο του. Μέσα στην προκήρυξη η 17Ν. καταδίκαζε την πρωτοβουλία των συνομιλιών στο Νταβός , το τουρκικό κράτος και τις ΗΠΑ. 

Η κατάσταση οξύνθηκε όταν στα μέσα Ιουνίου επισκέφθηκε την Αθήνα ο Τουργκούτ Οζάλ , με την νέα του ιδιότητα ως  πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου  χαρακτήρισε την επίσκεψη Οζάλ ως ιστορική , όμως τα κόμματα της αντιπολίτευσης τον κατηγόρησαν για μυστική διπλωματία. Μια αθηναϊκή εφημερίδα δημοσίευσε πρωτοσέλιδο με τίτλο “Καλωσόρισες Αττίλα”, και ομάδες συλλόγων Ελληνοκυπρίων διαδηλωτών σήκωσαν πανό μπροστά στο ελληνικό κοινοβούλιο , όπου ο Οζάλ θα κατέθετε στεφάνι στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Κύριο σύνθημα των διαδηλωτών ήταν ο τερματισμός της 14χρόνης στρατιωτικής κατοχής της Βόρειας Κύπρου από την Τουρκία. Η πολιτική πόλωση εντάθηκε και οι επόμενες ενέργειες της 17Ν. συνέβαλλαν στην όξυνση της κατάστασης. 

Την Τρίτη 28 Ιουνίου 1988 , στις 8:05 το πρωί, δολοφονείται ο στρατιωτικός ακόλουθος της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα, πλοίαρχος Ουίλιαμ Νόρντιν, στο Κεφαλάρι Κηφισίας. Ενώ πήγαινε στην δουλεία του με το αλεξίσφαιρο αυτοκίνητο του, ο Νόρντιν εκσφενδονίστηκε πενήντα μέτρα από το δρόμο, καθώς ένα παγιδευμένο αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο στον δρόμο του , ανατινάχτηκε. Με προκήρυξη που στάλθηκε στο Έθνος, η Ε.Ο 17Ν. ανέλαβε την ευθύνη για την δολοφονία Νόρντιν. Η δολοφονία του στρατιωτικού ακολούθου προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια της αμερικανικής ηγεσίας , η οποία ευθύς μετά απέστειλε μια ομάδα του FBI στην Αθήνα για να ερευνήσει την δολοφονία Νόρντιν. Στις 11 Ιουλίου του 1988  μέλη της  τρομοκρατικής οργάνωσης του Αμπού Νιντάλ επιτέθηκαν στο ελληνικής ιδιοκτησίας κρουαζιερόπλοιο City of Poros κοντά στην  Αίγινα. Η επίθεση είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο εννιά επιβατών και τον τραυματισμό σχεδόν εκατό. Η παραπληροφόρηση σχετικά με τους υπεύθυνους για την τρομοκρατική ενέργεια οδήγησε στην λανθασμένη εμπλοκή δύο Γάλλων επιβατών του City of Poros στη επίθεση, με αποτέλεσμα η γαλλική εφημερίδα Le Monde να αφιερώσει το πρωτοσέλιδο άρθρο της στην ανικανότητα και την αδυναμία των ελληνικών αντιτρομοκρατικών αρχών. Το πρωτοσέλιδο της Le Monde όξυνε σε μεγάλο βαθμό την ελληνική πολιτική ζωή και η κατάσταση θα επιδεινώνονταν από την επόμενη ενέργεια της 17Ν. 

Στις 14 Αυγούστου , ένοπλοι της 17Ν. εισέβαλλαν στο ΙΘ’ αστυνομικό τμήμα του Βύρωνα. Τα μέλη της 17Ν κατέλαβαν το αστυνομικό τμήμα χωρίς να πυροβολήσουν έστω μια φορά, έδεσαν τους αστυνομικούς που βρισκόντουσαν εκεί και τους κλείδωσαν στο κελί του τμήματος, έκλεψαν αστυνομικό εξοπλισμό και έφυγαν ανενόχλητοι. Με προκήρυξη που στάλθηκε στο Έθνος στις 17 Αυγούστου, η 17Ν. δικαιολόγησε την ενέργεια λόγω του ότι “ο επαναστατικός αγώνας των λαϊκών δυνάμεων ενάντια στο σάπιο και διεφθαρμένο καθεστώς των σκανδάλων και της εξάρτησης απαιτεί όλο και περισσότερο οπλισμό και υλικά”. Η συγκεκριμένη προκήρυξη συνοδεύτηκε και με έγχρωμη φωτογραφία που απεικόνιζε τον κλεμμένο οπλισμό με φόντο την κόκκινη σημαία της οργάνωσης. 

Οι πολιτικές εξελίξεις ταυτόχρονα ήταν ραγδαίες. Η κυβέρνηση Παπανδρέου βάλλονταν από παντού για την ανικανότητα της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας  αλλά και από νέες αποκαλύψεις σχετικά με οικονομικά σκάνδαλα. Ο Παπανδρέου είχε αποκτήσει εν τω μεταξύ σοβαρά καρδιακά προβλήματα και οδηγείται εσπευσμένα στο Νοσοκομείο Χέρφιλντ του Λονδίνου, όπου υποβάλλεται σε εγχείρηση καρδίας. Η ανάρρωση του Παπανδρέου κρατάει έξι περίπου εβδομάδες, στις οποίες λαμβάνουν χώρα τα πρώτα γεγονότα του  σκανδάλου Κοσκωτά. Στις 19 Οκτωβρίου 1988 ο ιδιοκτήτης Μέσων Ενημέρωσης και της μεγαλύτερης ελληνικής ιδιωτικής τράπεζας, της Τράπεζας Κρήτης, Γιώργος Κοσκωτάς, κατηγορείται για υπεξαίρεση 32 δις. δραχμών από την Τράπεζα Κρήτης. Ο Κοσκωτάς φυγαδεύεται στην Αμερική και αφήνει πίσω του χρέη 230.000.000 δολαρίων. 

Ευθύς αμέσως ξεσπάει  θύελλα αντιδράσεων. Προκύπτουν καταγγελίες για συναλλαγές του Κοσκωτά με υψηλά ιστάμενα μέλη της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, με σημαντικότερη την εμπλοκή του αντιπρόεδρου της κυβέρνησης Μένιου Κουτσόγιωργα. Η εμπλοκή κυβερνητικών στελεχών στην υπόθεση , ενίσχυσε την πόλωση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, περιέγραψε το σκάνδαλο Κοσκωτά ως <<το μεγαλύτερο οικονομικό και πολιτικό σκάνδαλο που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα>>. Η κυβέρνηση αρνήθηκε τις κατηγορίες και συγκρότησε εξεταστική επιτροπή για να ερευνήσει το ζήτημα. Η επιτροπή κατέστη χώρος πολιτικών διαξιφισμών ανάμεσα στο κυβερνών κόμμα και την αντιπολίτευση, οδηγώντας την χώρα περαιτέρω  βαθύτερα εντός της πολιτικής αναταραχής. 

Μέσα σε αυτό το πολιτικό κλίμα η 17Ν έκανε την δική της παρέμβαση. Στις 11 Νοεμβρίου στάλθηκε προκήρυξη της οργάνωσης στο Έθνος,η  οποία σχολίαζε την πολιτική κρίση που είχε προκύψει. Η 17Ν. κατήγγειλε ευθέως το πολιτικό σύστημα για την υπόθεση Κοσκωτά και επίσης κατηγόρησε την δικαστική εξουσία και ιδιαίτερα τους έλληνες δικαστές πως δεν είχαν κινηθεί νομικά εναντίον βιομηχάνων που στο παρελθόν είχαν εμπλακεί σε αντίστοιχα οικονομικά σκάνδαλα. Η οργάνωση υποστήριξε πως η υπόθεση Κοσκωτά ανέδειξε την εκτεταμένη διαφθορά  μεγάλων τμημάτων των κρατικού μηχανισμού και της κυβέρνησης. Η Ελλάδα, σύμφωνα με την 17Ν. είχε ανάγκη από μια κάθαρση, μια έννοια που κυριάρχησε την πολιτική ζωή την περίοδο 1988-1989. 

Τον Ιανουάριο του 1989, δυο εισαγγελείς δέχονται επιθέσεις σε διάστημα οκτώ ημερών. Στις 10 Ιανουαρίου, ο εισαγγελέας Κώστας Ανδρουλιδάκης δέχθηκε τρείς σφαίρες στην αριστερή πλευρά του σώματος του στην Ζωγράφου, την ώρα που επιβιβαζόταν στο αυτοκίνητο του. Ο Ανδρουλιδάκης διακομίστηκε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου θα άφηνε την τελευταία του πνοή μετά από έναν μήνα. Στις 20:05 της 18ης Ιανουαρίου, ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ταρασουλέας δέχεται επίθεση λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι του στο Μαρούσι. Ο Ταρασουλέας δέχεται σφαίρες στα πόδια του και τραυματίζεται ελαφρώς Η 17Ν. αναλαμβάνει την ευθύνη και για τις δύο επιθέσεις. 

 Η 17Ν. προσπάθησε να δικαιολογήσει τις επιθέσεις με προκήρυξη που βρέθηκε στον τόπο της επίθεσης εναντίον του Ταρασουλέα. Η οργάνωση κατηγόρησε τον Κώστα Ανδρουλιδάκη πως είχε εισηγηθεί την απαλλαγή της οικογένειας Τσάτσου, πρώην ιδιοκτητών της τσιμεντοβιομηχανίας ΑΓΕΤ-Ηρακλής και για τον Ταρασουλέα για απαλλαγή της οικογένειας Ανδρεάδη , πρώην ιδιοκτητών μιας εμπορικής τράπεζας και ναυπηγιών. Και οι δύο οικογένειες είχαν κατηγορηθεί για μια σειρά απατών και αδικοπραξιών. Ο Ταρασουλέας επιβίωσε της επίθεσης της 17Ν. Το σοκ μετά την ενέργεια της  17Ν. εναντίων των Ανδρουλιδάκη-Ταρασουλέα  ήταν τόσο έντονο που δύο δικαστές και μέλη του Αρείου Πάγου παραιτήθηκαν λίγα εικοσιτετράωρα μετά την απόπειρα εις βάρος του Ταρασουλέα.   

Οι επιθέσεις στους δύο δικαστές έλαβαν τόπο σε μια από τις πιο πολωμένες πολιτικές περιόδου της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ο αντιπολιτευτικός τύπος, με αφορμή την υπόθεση Κοσκωτά, ασκούσε δριμεία κριτική ενάντια στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και ιδιαίτερα στον Ανδρέα Παπανδρέου. H κριτική απέναντι στην κυβέρνηση δεν περιορίστηκε μόνο στα κόμματα της αντιπολίτευσης και τον αντιπολιτευτικό τύπο αλλά και εντός της ίδιας της κυβερνητικής παράταξης. Κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ, όπως ο Κώστας Σημίτης ζητούσαν την δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης. Η πολιτική κρίση που συνεχώς εντείνονταν οδήγησε στην προκήρυξη εκλογών στις 18 Ιουνίου 1989. 

Σε αυτό το πολιτικό κλίμα, δυο εβδομάδες μετά τις επιθέσεις εναντίων των Ανδρουλιδάκη-Ταρασουλέα, η 17Ν. πραγματοποιεί εμπρησμούς σε τρείς πολυτελείς ακατοίκητες κατοικίες στο Κολωνάκι, τα Βριλήσσια και το Χαλάνδρι τα οποία, σύμφωνα με την οργάνωση, ανήκαν σε επιχειρηματίες. Στις 22 Φεβρουαρίου 1989 η Ε.0 17Ν. απέστειλε προκήρυξη στην εφημερίδα “Έθνος” όπου ανέλαβε την ευθύνη για τις βομβιστικές επιθέσεις. Η οργάνωση απέδωσε τις επιθέσεις ως απάντηση στο ζήτημα της στεγαστικής κρίσης και ιδιαίτερα των υψηλών ενοικίων. Η προκήρυξη της 22ας Φεβρουαρίου αποτέλεσε την 34η προκήρυξη της οργάνωσης και την δεύτερη προκήρυξη που αναφερόταν άμεσα σε ένα κρίσιμο κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα , όπως η στέγαση. Η επίθεση σε πολυτελείς κατοικίες εξυπηρετούσε πρωτίστως την βασική αρχή της οργάνωσης σχετικά με την επαναστατική τρομοκρατία και δευτερευόντως τον τρόπο με τον οποίο η 17Ν. σχολίαζε την πολιτική και κοινωνική καθημερινότητα. Το σκάνδαλο Κοσκωτά   μονοπωλούσε την πολιτική επικαιρότητα , και η 17Ν. προσπαθούσε να παραμείνει και αυτή στην επικαιρότητα, πράγμα που θα αποδεικνύονταν μοιραίο για την μετέπειτα εξέλιξη της. 

Το 1989 εισάγονται νέα αντιτρομοκρατικά μέτρα και ταυτόχρονα δίνονται αστρονομικά μεγάλες αμοιβές από τις ελληνικές και αμερικανικές αρχές για οποιαδήποτε πληροφορία που μπορεί να βοηθήσει στην ταυτοποίηση των μελών της 17Ν. Οι ελληνικές αρχές προσέφεραν 200.000.000 δραχμές και οι αμερικανικές 500.000 δολάρια σε όποιο/όποια συνεισέφερε πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση. Στις 22 Μαΐου 1989 πραγματοποιήθηκε από το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ στην Ουάσινγκτον, διάσκεψη σχετικά με τις τρομοκρατικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ευρώπη. Ο αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Άλβιν Άνταμς  δήλωσε πως ενώ είχε σημειωθεί σημαντική πρόοδος εναντίων των κυριότερων τρομοκρατικών οργανώσεων στην Ευρώπη  η 17Ν. και ο IRA (Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός) συνέχιζαν να αποτελούν ιδιαίτερο λόγο ανησυχίας. Παραταύτα η 17Ν. κατάφερε να διατηρήσει σταθερό τον ρυθμό των τρομοκρατικών της επιθέσεων. 

Το πρωί της 8ης Μαΐου 1989, στις 9:30 το πρωί ανατινάζεται σταθμευμένο αυτοκίνητο δίπλα στο αυτοκίνητο που μετέφερε τον πρώην υπουργό του ΠΑΣΟΚ Γεώργιο Πέτσο. Το αυτοκίνητο του Πέτσου υπέστη σοβαρές ζημίες αλλά ο ίδιος και οι σωματοφύλακες τους επιβιώσαν την βομβιστική επίθεση και τραυματίστηκαν ελαφρώς. Με προκήρυξη που απέστειλε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία η 17Ν. ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση. Η οργάνωση ήθελε να σκοτώσει τον πρώην υπουργό της κυβέρνησης λόγω της εμπλοκής του στην υπόθεση Κοσκωτά. Σύμφωνα με την έρευνα της αστυνομίας, η επίθεση απέτυχε λόγω του ότι τα μέλη της 17Ν. δεν υπολόγισαν σωστά την ταχύτητα του αυτοκινήτου του Πέτσου και πυροδότησαν τα εκρηκτικά ένα δευτερόλεπτο προτού φτάσει το  αυτοκίνητο του πρώην υπουργού δίπλα από το παγιδευμένο αυτοκίνητο. Η απόπειρα Πέτσου  αν και αποτυχημένη, ενίσχυσε την πολιτική κρίση που είχε δημιουργηθεί από το σκάνδαλο Κοσκωτά και ενέτεινε τις προσπάθειες των κομμάτων της αντιπολίτευσης έναντι  του ΠΑΣΟΚ στις επερχόμενες εκλογές. Το σύνθημα της “κάθαρσης” οικειοποιήθηκε από ένα ευρύτερο ιδεολογικό και πολιτικό φάσμα, φτάνοντας να ενώνει τον κόσμο της κοινοβουλευτικής αριστεράς και δεξιάς. 

Η 17Ν. έκανε αισθητή την παρουσία της και στις εκλογές του 1989. Στις 9 Ιουνίου, μια εβδομάδα πριν τις εκλογές η οργάνωση σκόρπισε εκατοντάδες φυλλάδια στα προάστια της Αθήνας , ζητώντας από τους ψηφοφόρους να ρίξουν λευκό η άκυρο. Η κάλπη της 18ης Ιουνίου ανέδειξε την Νέα Δημοκρατία ως κυβερνών κόμμα με ποσοστό 44,25 % και 145 έδρες έναντι του 39,15% και 125 εδρών του ΠΑΣΟΚ. Η Νέα Δημοκρατία δεν κατόρθωσε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση λόγω του εκλογικού νόμου με αποτέλεσμα να απευθυνθεί στα κόμματα της αριστεράς για την συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας. Έτσι την 1η Ιουλίου ανακοινώθηκε η κυβέρνηση συνεργασίας ανάμεσα στην Νέα Δημοκρατία και τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου υπό την ηγεσία του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Τζαννή Τζαννετάκη, ο οποίος έχαιρε της αποδοχής και των δυο κόμματων. Η κυβέρνηση Τζαννετάκη είχε ως στόχο πρωτίστως την επίτευξη της “κάθαρσης” της πολιτικής ζωής, δηλαδή την εκκίνηση των κοινοβουλευτικών διαδικασιών για την παραπομπή στην δικαιοσύνη των μελών της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ  που είχαν εμπλακεί στην υπόθεση Κοσκωτά. Η κυβέρνηση συνεργασίας συγκροτήθηκε περισσότερο στην βάση της  “τιμωρίας” του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου και στην προετοιμασία νέων εκλογών βάσει του ισχύοντος νόμου. 

Στις 3 Ιουλίου βρίσκεται, έπειτα από τηλεφώνημα της 17Ν. στην εφημερίδα Τα Νέα, προκήρυξη σε κάδο σκουπιδιών στην οδό Σταδίου. Η προκήρυξη ήταν η απάντηση της οργάνωσης σχετικά με την συγκρότηση της κυβέρνησης Τζαννετάκη. Η 17Ν. κατηγόρησε τον συνασπισμό για πολιτική απάτη και για άμεση στήριξη της αριστεράς στα σχέδια της Νέας Δημοκρατίας. Λίγες μέρες μετά, στις 7 του μηνός, 144 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας κατέθεσαν πρόταση κατά του Ανδρέα Παπανδρέου και άλλων πέντε πρώην υπουργών του ΠΑΣΟΚ, για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Η συζήτηση σχετικά με το αν έπρεπε να παραπεμφθεί στην δικαιοσύνη ο πρώην πρωθυπουργός είχε προκαλέσει αναταραχή ακόμη και μέσα στην Νέα Δημοκρατία. Ο πρώην πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε πει την περίφημη φράση “ Οι πρωθυπουργοί δεν πηγαίνουν στην φυλακή ,πηγαίνουν στο σπίτι τους”. Η πρόταση των βουλευτών της ΝΔ  στηρίχτηκε και από τους βουλευτές του Συνασπισμού και έτσι στις 18 Ιουλίου η Ολομέλεια του ελληνικού κοινοβουλίου αποφάσισε την παραπομπή των κατηγορουμένων σε δωδεκαμελή προανακριτική επιτροπή για την διερεύνηση των ευθυνών τους στην υπόθεση Κοσκωτά. Στην σχετική ψηφοφορία 171 βουλευτές ψήφισαν υπέρ της παραπομπής, 121 κατά, 1 παρών ενώ βρέθηκαν και 3 άκυροι ψήφοι. 

Η διερεύνηση των σκανδάλων δεν σταμάτησε μόνο εκεί. Στις 23 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε συζήτηση στην Βουλή σχετικά με το σκάνδαλο του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού και παρέπεμψε στο ειδικό δικαστήριο τον πρώην υπουργό Οικονομικών  του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Αθανασόπουλο. Το σκάνδαλο αφορούσε την πώληση γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού από την κρατική εταιρεία ITCO σε χώρα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, προκείμενου η ελληνική εταιρεία να εισπράξει τις κοινοτικές επιδοτήσεις. Η Ευρωπαϊκή επιτροπή αποκάλυψε το σκάνδαλο και παρέπεμψε την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, όπου επιβλήθηκε στην χώρα  πρόστιμο 400.000.000  δραχμών. Το σκάνδαλο της ITCO αποτέλεσε την συνέχεια της “Κάθαρσης” της κυβέρνησης Τζαννετάκη, η οποία θα συνέχιζε τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες για την παραπομπή των εμπλεκόμενων υπουργών του ΠΑΣΟΚ  στην δικαιοσύνη. 

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1989 η Βουλή αποφάσισε την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου σχετικά με την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών. Ο Παπανδρέου κατηγορήθηκε για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας κατ’ εξακολούθηση στην παγίδευση και παρακολούθηση τηλεφωνημάτων στελεχών της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Η παραπομπή του στο Ειδικό δικαστήριο ψηφίστηκε με 169 ψήφους υπέρ, 2 κατά και 2 λευκά. Μαζί με τον Ανδρέα Παπανδρέου παραπέμφθηκαν ο πρώην αρχηγός της ΕΥΠ Κώστας Τσίμας και ο πρώην διοικητής του ΟΤΕ Θεοφάνης Τόμπρας. Το πολιτικό κλίμα ολοένα και γινόταν χειρότερο με αποτέλεσμα την διχογνωμία της ελληνικής κοινωνίας. Η δεκαετία του 80’, γνώστη και ως η δεκαετία του δικομματισμού, είχε διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες για την πολιτική πόλωση του ελληνικού λαού. Τα δύο κυρίαρχα πολιτικά κόμματα, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, στην προσπάθεια κατίσχυσης της μιας παράταξης έναντι της άλλης, είχαν δημιουργήσει ένα τεράστιο πολιτικό χάσμα στην ελληνική κοινωνία που την χώρισε σε πολιτικά ‘στρατόπεδα’. 

Σε αυτές τις συνθήκες πραγματοποιήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1989 η συνεδρίαση της Βουλής που θα αποφάσιζε εάν θα παραπέμπονταν εκ νέου ο Ανδρέας Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο για την υπόθεση Κοσκωτά. Μαζί με τον Παπανδρέου παραπέμπονταν 4 πρώην υπουργοί του ΠΑΣΟΚ. Λίγες ώρες πριν την έναρξη της συνεδρίασης, στις 7:58 το πρωί, δολοφονείται έξω από το γραφείο του στην οδό Ομήρου στο Κολωνάκι, ο βουλευτής Ευρυτανίας και συνεργάτης του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, Παύλος Μπακογιάννης. Τρείς ένοπλοι πυροβόλησαν εν ψυχρώ τον Μπακογιάννη εφτά φορές στο στήθος και στο στομάχι του. Αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν πως οι τρείς ένοπλοι έφυγαν από τον τόπο της επίθεσης βιαστικά με ένα κίτρινο αμάξι που τους περίμενε. 

Κοντά στον τόπο της δολοφονίας βρέθηκε προκήρυξη με την οποία η 17Ν. αναλάμβανε την ευθύνη για την δολοφονία Μπακογιάννη. Η οργάνωση προσπάθησε να δικαιολογήσει την δολοφονία Μπακογιάννη λόγω της, σύμφωνα με την 17Ν, εμπλοκής του στο σκάνδαλο Κοσκωτά. Η δολοφονία του έσπειρε τεράστια αναταραχή και φρίκη στην ελληνική κοινωνία. Κορυφαίοι πολιτικοί παράγοντες τέθηκαν αμέσως υπό ένοπλη ασφάλεια  σε εικοσιτετράωρη βάση λόγω φόβου για κλιμάκωση των επιθέσεων της 17Ν. Εν μέσω της θύελλας της παραπομπής Παπανδρέου, η 17Ν. επέστρεψε στο προσκήνιο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Μια μερίδα των ΜΜΕ, βάζοντας στο κάδρο την δολοφονία Μπακογιάννη , προσπάθησε να συσχετίσει το ΠΑΣΟΚ με την 17Ν. προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από τα στελέχη του κόμματος. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, στην συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου, σε ένα έντονα φορτισμένο  περιβάλλον , ευχήθηκε  “να είναι το αίμα του Παύλου Μπακογιάννη το τελευταίο αίμα που χύνεται άδικα σε αυτόν τον τόπο”.  Ο ηγέτης του ΚΚΕ και επικεφαλής του Συνασπισμού Χαρίλαος Φλωράκης , απέδωσε τις ευθύνες της δολοφονίας στην εφημερίδα “Αυριανή” , μια από τις λίγες εφημερίδες που στήριζε το ΠΑΣΟΚ την περίοδο του σκανδάλου Κοσκωτά. 

Στις 27 Σεπτεμβρίου , μια μέρα μετά την δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη, η Βουλή αποφάσισε να παραπέμψει εκ νέου στο Ειδικό Δικαστήριο τον Αντρέα Παπανδρέου μαζί με 4 πρώην υπουργούς του ΠΑΣΟΚ (Κουτσογιώργας, Πέτσος, Ρουμελιώτης, Τσοβόλας) για την εμπλοκή τους στο σκάνδαλο Κοσκωτά. Ο Παπανδρέου κατηγορήθηκε για τα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας σε απιστία και της παθητικής δωροδοκίας. Για το πρώτο αδίκημα , υπέρ της παραπομπής του, ψήφισαν 166 βουλευτές και 121 κατά, ενώ για το δεύτερο ψήφισαν 165 υπέρ και 121 κατά. Ο Ανδρέας Παπανδρέου , υπερασπιζόμενος τον εαυτό του στην Βουλή ,ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για την υπόθεση Κοσκωτά αλλά αρνήθηκε ότι έφερε ποινικές ευθύνες, τις οποίες θεωρούσε πολιτική τακτική της κυβέρνησης για την πολιτική εξόντωση του ίδιου αλλά και του ΠΑΣΟΚ. 

Με την κοινωνία να ασχολείται με την δολοφονία Μπακογιάννη και την πολιτική κρίση που επέφερε το σκάνδαλο Κοσκωτά, η 17Ν. εξέδωσε προκήρυξη στις 9 Οκτωβρίου , την οποία απέστειλε στην Ελευθεροτυπία στις 11 Οκτωβρίου. Μέσα σε μια δεκαπεντασέλιδη προκήρυξη, η οργάνωση άσκησε δριμεία κριτική στα μέσα ενημέρωσης ,στην κυβέρνηση και στο πολιτικό σύστημα , το οποίο αποκάλεσε “κοινοβουλευτικό κοινωνικό φασισμό”. Η δολοφονία Μπακογιάννη εντάχθηκε στον κατάλογο των πολιτικών δολοφονιών στην Ελλάδα και επανέφερε το ζήτημα της πολιτικής βίας στην ζωή της χώρας. Σχεδόν 45 χρόνια μετά το τέλος της ναζιστικής κατοχής και του Εμφυλίου πολέμου, ο πολιτικός διχασμός και η βία είχαν επιστρέψει στο πολιτικό προσκήνιο. 

Η δολοφονία του Μπακογιάννη δεν θα ήταν η τελευταία τρομοκρατική ενέργεια της 17Ν. Με το τέλος της δεκαετίας του 80’ η οργάνωση θα συνέχιζε τις ενέργειες της, οι οποίες θα γίνονταν σε συνάρτηση με τις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές  και ιδεολογικές συνθήκες της δεκαετίας του 90’. Παραταύτα , το σοκ από την δολοφονία Μπακογιάννη δημιουργούσε ολοένα και περισσότερα αισθήματα οργής στην ελληνική κοινωνία σχετικά με την δράση της οργάνωσης, η οποία θα αρχίσει να αντιμετωπίζει υπαρκτικά προβλήματα. 

Πηγές :  

  • Κασιμέρης Γιώργος ,  η Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη , εκδόσεις Καστανιώτης 

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του/της αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.  

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού συνδέσμου (link) για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα. 

Related Articles