Η ελληνική πολιτική ιστορία είναι γεμάτη από οξυμένες κρίσεις, οι οποίες εν πολλοίς καθόρισαν τις  ιστορικές εξελίξεις και την εν γένει πορεία του νεοελληνικού κράτους. Οι εκλογικές αναμετρήσεις που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα από τις παραμονές των Βαλκανικών πολέμων και τον Εθνικό Διχασμό του 1915 μέχρι την δικτατορία της “4ης Αυγούστου” του I. Μεταξά το 1936, συνδιαμόρφωσαν την πολιτική και κοινωνική ιστορία της χώρας σε σημαντικότατο βαθμό.

Για να γίνει αντιληπτή η σημασία των εκλογικών διαδικασιών της εποχής πρέπει να ανατρέξουμε στις αρχές του 1910. Οι αρχές του 20ου αιώνα βρίσκουν την Ελλάδα σε δεινή κατάσταση. Η ελληνική οικονομία καταρρέει και επικρατεί δυσαρέσκεια σε όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα. Η ήττα της Ελλάδας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, στον λεγόμενο και “ατυχή πόλεμο”, είχε αφήσει τα σημάδια της στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Για τους αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού την ευθύνη για την ήττα έφερε η πολιτική τάξη, καθώς ο ελληνικός στρατός δεν είχε εξοπλιστεί επαρκώς για να αντιμετωπίσει μια τόσο μεγάλη στρατιωτική δύναμη σαν την -τότε- Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η ενοχοποίηση της πολιτικής εξουσίας οδήγησε στην ξεκάθαρη αμφισβήτηση του πολιτικού προσωπικού της χώρας και εξώθησε την χώρα σε κρίση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, μια μυστική οργάνωση αξιωματικών οι οποίοι ένιωθαν απογοητευμένοι από την πολιτική εξουσία και τις πολιτικές που ασκούσε επί του πεδίου.

Στις 15 Αυγούστου 1909, λοιπόν, εκδηλώνεται το λεγόμενο “Κίνημα στο Γουδί”, η πρώτη επίσημη παρέμβαση του στρατού στην ελληνική πολιτική ζωή. Αν και οι αρχικές επιδιώξεις των στρατιωτικών στο Γουδί ήταν η προώθηση της αναδιοργάνωσης του στρατού και η εξασφάλιση των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων, εν τέλει  πρόβαλλαν ευρύτερους μεταρρυθμιστικούς στόχους που αφορούσαν την ριζική αναδιάρθρωση του κρατικού μηχανισμού. Η κυβέρνηση παραιτήθηκε, καθώς  απέτυχε να περιορίσει το κίνημα και ο βασιλιάς Γεώργιος Α’, έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Ο Μαυρομιχάλης εφάρμοσε πολλές από τις μεταρρυθμιστικές προτάσεις του συνδέσμου την περίοδο διακυβέρνησης του. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος κατάφερε επί της ουσίας να ελέγχει το κοινοβουλευτικό σώμα και την εκτελεστική εξουσία, εγκαινιάζοντας το νέο πολιτικό φαινόμενο της εμπλοκής του Στρατού στην πολιτική ζωή που θα ενδημήσει για αρκετές δεκαετίες από τότε και στο εξής στο ελληνικό πολιτικό σώμα.

Παρά τις μεταρρυθμιστικές μεταβολές της κυβέρνησης Μαυρομιχάλη, η πολιτική και κοινωνική αναταραχή ολοένα και αυξανόταν. Ο Σύνδεσμος δεν είχε σαφείς ιδεολογικές ή πολιτικές θέσεις και περισσότερο λειτούργησε ως μια κατακραυγή στην πολιτική εξουσία και συγκεκριμένα στα “παλαιά” πολιτικά κόμματα. Η εναντίωση στον “παλαιοκομματισμό” από μόνη της δεν μπόρεσε να επιφέρει ουσιώδεις αλλαγές στην πολιτική κουλτούρα της ελληνικής κοινωνίας. Ο Σύνδεσμος παρόλο που κατείχε την στήριξη των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, ωστόσο δεν είχε κάποια  πολιτική φιγούρα που θα μπορούσε να αναλάβει την ηγεσία της χώρας. Έτσι, το 1910 έρχεται στο προσκήνιο ο παλαίμαχος κρητικός πολιτικός Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο Βενιζέλος, του οποίου η εμπειρία και οι διπλωματικές ικανότητες είχαν συμβάλλει αποφασιστικά στις συνομιλίες για την ανεξαρτησία της Κρητικής πολιτείας, ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας τον Οκτώβριο του 1910. Στις 10 του μηνός το σώμα της Βουλής διαλύθηκε και προκηρύχθηκαν εκλογές για την ανάδειξη νέου κοινοβουλίου.

Διαβάστε επίσης: 

Οι εκλογές του 1910 ανέδειξαν βουλευτές που εκλέγονταν για πρώτη φορά. Τα παλαιά πολιτικά κόμματα απείχαν από τις εκλογές και στο νέο κοινοβούλιο το κόμμα του Βενιζέλου κατέλαβε 307 έδρες. Το κόμμα του Βενιζέλου, οι Φιλελεύθεροι, στελεχώθηκε από νέα πολιτικά στελέχη που επιθυμούσαν την ολική μεταρρύθμιση του κρατικού μηχανισμού. Η κυβέρνηση Βενιζέλου ευθύς αμέσως ξεκίνησε μια μαζική μεταρρυθμιστική προσπάθεια στην δημόσια διοίκηση, την εργατική νομοθεσία, το αστικό και ποινικό δίκαιο και στην αξιοκρατία των κρατικών θεσμών. Παράλληλα, ιδιαίτερη ήταν η μέριμνα για την στρατιωτική και οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας, καθώς και η ενίσχυση της διπλωματικής θέσης της Ελλάδας.

Ο Βενιζέλος επανέφερε στην αρχηγία του στρατεύματος τον διάδοχο για τον θρόνο, Κωνσταντίνο. Η αναδιοργάνωση του στρατεύματος αποτελούσε καίριο αίτημα όλου του στρατεύματος. Παράλληλα, η αναδιοργάνωση εξυπηρετούσε και τις εθνικές βλέψεις του Βενιζέλου. Η πολιτική της “Μεγάλης Ιδέας” επηρέαζε ακόμη σε τεράστιο βαθμό τις εθνικές πολιτικές όλων των μετεπαναστατικών κυβερνήσεων. Η “Μεγάλη Ιδέα’ συνίσταται συνοπτικά στην ένταξη των “αλύτρωτων” ελληνικών περιοχών στον εθνικό κορμό, οι οποίες βρίσκονταν ακόμη υπό Οθωμανική κυριαρχία. Επομένως, η ύπαρξη ενός ισχυρού στρατεύματος είχε και βαθύτερες ιδεολογικές και πολιτικές σκοπιμότητες.

Παράλληλα, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία περνούσε πολιτική κρίση, καθώς δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις νέες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες του 20ου αιώνα. Ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ ασκούσε την εξουσία του με έναν αυταρχικό και απολυταρχικό τρόπο. Ο Χαμίτ ήταν αντίθετος με οποιαδήποτε πολιτική ή κοινωνική μεταρρύθμιση και αντιπαρέβαλλε τον έντονα εθνικιστικό και συντηρητικό πολιτικό του προσανατολισμό για την Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι αντιπολιτευτικές φωνές στον Σουλτάνο είχαν αναπτύξει δράση. Ήδη από το 1891 είχε ιδρυθεί στην Γενεύη η μυστική οργάνωση “Ενωση- Πρόοδος” (Birlik-Ilerleme), με στόχο τον εκσυγχρονισμού του Οθωμανικού κράτους και την φιλελευθεροποίηση της δημόσιας ζωής. Τα μέλη της οργάνωσης έμειναν γνωστά στην ιστορία ως “Νεότουρκοι”. Το 1906 η οργάνωση μετακινεί την έδρα της στην Θεσσαλονίκη. Οι Νεότουρκοι αναπτύσσουν πολιτική δραστηριότητα και προσπαθούν να προσηλυτίσουν τους Οθωμανούς αξιωματικούς της περιοχής και το καταφέρνουν. Σε σχετικά γρήγορο διάστημα οι Νεότουρκοι αποκτούν μεγάλη πολιτική ισχύ. Στις 10 Ιουλίου 1908 ο ηγέτης των Νεότουρκων, Εμβέρ Μπέης, κήρυξε επανάσταση με στόχο την επαναφορά του φιλελεύθερου συντάγματος του 1876 και την καθιέρωση της ίσης μεταχείρισης όλων των υπηκόων της αυτοκρατορίας. Ο Σουλτάνος υποχώρησε και εξέδωσε διάταγμα (φιρμάνι) την ακριβώς επόμενη μέρα.

Το φιρμάνι καθιέρωνε την ελευθεροτυπία, σταματούσε το “φακέλωμα” πολιτών και υπηκόων και προκήρυττε εκλογές. Οι εκλογές, αν και αποτέλεσαν μεγάλη παραχώρηση, διενεργήθηκαν με βάση έναν ιδιαίτερο εκλογικό νόμο. Οι εκλογικές έδρες που αντιστοιχούσαν στις περιοχές -όπου πληθυσμιακά κυριαρχούσαν οι εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες της αυτοκρατορίας- ήταν δυσανάλογα περιορισμένες. Σε σύνολο 280 εδρών οι ελληνικής καταγωγής κατέλαβαν τις 27, οι Αρμένιοι 10, οι Βούλγαροι 5, οι Σέρβοι 4 και η εβραϊκή κοινότητα μόλις 2. Ωστόσο, η ελληνική κοινότητα κανονικά θα έπρεπε να είχε εκλέξει 54. Ο εκλογικός νόμος, έτσι όπως εφαρμόστηκε, περιόρισε κατά πολύ την πολιτική εκπροσώπηση των μειονοτικών/εθνοτικών ομάδων της αυτοκρατορίας. Ο Σουλτάνος Χαμίτ ταυτόχρονα συσπείρωνε γύρω του αξιωματικούς και στρατιωτικούς που ήταν πιστοί σε αυτόν. Η αντεπανάσταση του Σουλτάνου ξέσπασε στις 31 Μαρτίου του 1909. Ο στρατός του Χαμίτ  κατέλαβε το εθνικό κοινοβούλιο και όλοι οι υπουργοί συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν. Οι στρατιωτικές δυνάμεις άρχισαν να δρουν ανεξέλεγκτα και προχώρησαν σε μαζικές δολοφονίες Αρμενίων πολιτών. Οι Νεότουρκοι και οι υποστηρικτές τους έδρασαν γρήγορα και ο στρατός του κινήματος κατευθύνονταν ήδη στην Κωνσταντινούπολη. Στις 12 Απριλίου ο στρατός των Νεότουρκων κατέλαβε την πόλη και συνέλαβε τον Χαμίτ και την ηγεσία της αντεπανάστασης με αποτέλεσμα 40 πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη να απαγχονιστούν. Ο Σουλτάνος καθαιρέθηκε στις 14 Απριλίου και στάλθηκε στην Θεσσαλονίκη, όπου και του επιβλήθηκε κατ’οικον περιορισμός. Οι Νεότουρκοι είχαν -πλέον- εδραιώσει την εξουσία τους και μπορούσαν να προχωρήσουν το πολιτικό και μεταρρυθμιστικό τους πρόγραμμα. Δεν άργησε όμως να φανεί το πραγματικό πρόσωπο του κινήματος. Για τους Νεότουρκους η επίτευξη της “οθωμανικής ισότητας” θα γινόταν με …τον εκτουρκισμό και εξισλαμισμό όλων των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων της αυτοκρατορίας. Οι θρησκευτικές και πολιτικές ελευθερίες των μειονοτικών ομάδων περιορίστηκαν και τα ελληνικά, βουλγαρικά, σερβικά και αλβανικά σχολεία τέθηκαν υπό τον έλεγχο της κεντρικής οθωμανικής εξουσίας.

Οι αυταρχικές πολιτικές των Νεότουρκων προκάλεσαν τεράστια αναταραχή στις βαλκανικές περιοχές που βρίσκονταν υπό οθωμανικό έλεγχο. Ένοπλα επαναστατικά τμήματα άρχισαν να συγκροτούνται σε Βουλγαρία και Σερβία. Το βάπτισμα του πυρός πήραν οι βουλγαρικές συμμορίες των κομιτατζήδων. Οι Νεότουρκοι απάντησαν με θηριώδες και μαζικές σφαγές αμάχων. Η σφαγή αμάχων επισφράγισε και το μέλλον της παρακμάζουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τα απελευθερωτικά κινήματα στα Βαλκάνια άρχιζαν να οργανώνονται και ήταν εμφανείς οι ρωγμές της οθωμανικής επικυριαρχίας στην βαλκανική χερσόνησο. Στις 29 Φεβρουαρίου 1912 η Βουλγαρία και η Σερβία υπογράφουν Συνθήκη Φιλίας και Συμμαχίας. Είχαν κατανοήσει πως η οθωμανική εξουσία θα κατέρρεε μόνο με συντονισμένες ενέργειες, επομένως παραμέρισαν τις διαφορές τους προς το παρόν. Στις 29 Απριλίου 1912 και η Ελλάδα προσχώρησε στο κλίμα συνεργασίας υπογράφοντας Συμφωνία Φιλίας με την Βουλγαρία. Η φιλία/συμμαχία των Βαλκανικών χώρων είχε αποκτήσει “σάρκα και οστά” και το μόνο που έμενε ήταν η κήρυξη του πολέμου εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η αυταρχικότητα των Οθωμανικών στρατευμάτων έναντι αμάχων στα Βαλκάνια, καθώς και οι μαζικές συλλήψεις χριστιανών, πυροδότησαν τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο. Στις  16 Σεπτεμβρίου το τουρκικό κράτος κήρυξε στρατιωτική επιστράτευση και τα βαλκανικά κράτη την επόμενη ημέρα. Ο πόλεμος τελείωσε με την νίκη των βαλκανικών δυνάμεων. Η βαλκανική χερσόνησος, μετά από 500 χρόνια Οθωμανικής κυριαρχίας, μπόρεσε να συγκροτήσει ανεξάρτητα εθνικά κράτη και να διαμορφώσει το δικό της πολιτικό μέλλον.

Οι επιτυχίες του ελληνικού στρατού στους Βαλκανικούς πολέμους και η ενσωμάτωση νέων περιοχών στον εθνικό κορμό, τόνωσαν την εθνική συνείδηση των Ελλήνων και διαμόρφωσαν μια νέα εποχή. Ο Βενιζέλος είχε καταφέρει να εκπληρώσει -σε έναν βαθμό τουλάχιστον- τις πολιτικές υποσχέσεις που είχε κάνει από τις εκλογές του 1912. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Βενιζέλου προχωρούσε και οι νεοαποκτηθείσες περιοχές αύξησαν κατά πολύ τον ελληνικό πληθυσμό. Η προσπάθεια της συνολικής ανασυγκρότησης της χώρας 1913-14 συνδέθηκε με το όνομα του  Ε. Βενιζέλου και το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Είχε επέλθει, για πρώτη φορά στις αρχές του 20ου αιώνα, εθνική ενότητα και ευημερία. Η  ευημερία αυτή προσέκρουσε πολύ σύντομα στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες. Στις 28 Ιουνίου του 1914 ο Σέρβος εθνικιστής Γκαβρίλο Πρίντσιπ δολοφονεί τον  αρχιδούκα της Αυστρίας και διάδοχο για τον Αυστροουγγρικό θρόνο, Φραγκίσκο Φερδινάνδο. Η δολοφονία του διαδόχου πυροδοτεί μια σειρά από γεγονότα που οδήγησαν στο ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Αυστροουγγαρία κήρυξε τον πόλεμο στην Σερβία στις 28 Ιουλίου, η οποία υποστηριζόταν από την τσαρική Ρωσία. Στις 1 Ιουλίου η Γερμανία κήρυξε πόλεμο στην Ρωσία και δύο μέρες μετά στην Γαλλία. Παράλληλα, η Γερμανία εισέβαλλε στο Βέλγιο, το οποίο υποστηριζόταν από την Αγγλία. Ο “πόλεμος που θα τελείωνε όλους τους πολέμους”, όπως ονομάστηκε αργότερα, είχε ξεκινήσει.

Η Ελλάδα στα πρώτα χρόνια του πολέμου κράτησε ουδέτερη στάση. Η στάση αυτή υπαγορεύονταν από τις πολιτικές και διπλωματικές βλέψεις του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο Κωνσταντίνος θεωρούσε  πως οι Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία) μπορούσαν να κερδίσουν τις δυνάμεις της “Αντάντ” (Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία). Ο Βενιζέλος ήθελε η Ελλάδα να συνταχτεί ανοιχτά με την Βρετανία και τους συμμάχους της. Η στάση ουδετερότητας της Ελλάδας λοιπόν προέκυψε ως μια ενδιάμεση λύση στην εν προκειμένω διαφωνία του βασιλιά με τον πρωθυπουργό. Οι διπλωματικές  πιέσεις όμως και από την Γερμανική πλευρά αλλά και από τις συμμαχικές δυνάμεις, ανάγκασαν και τον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο να βρουν μια λύση άμεσα. Εν τέλει, η αδυναμία συνεννόησης του Βασιλιά με τον Βενιζέλο, οδήγησε στην παραίτηση του πρωθυπουργού τον Φεβρουάριο του 1915. Ο Κωνσταντίνος ευθύς αμέσως διορίζει υπηρεσιακή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Δημήτριο Γούναρη, αρχηγό της αντιβενιζελικής αντιπολίτευσης και του κόμματος των Εθνικοφρόνων. Η κυβέρνηση Γούναρη διενέργησε εκλογές στις 31 Μαΐου 1915, τις οποίες κέρδισαν οι φιλελεύθεροι με 185 έδρες. Η νέα κυβέρνηση Βενιζέλου προσπάθησε να εντάξει την Ελλάδα στην Αντάντ, όμως οι παρασκηνιακές δράσεις του Βασιλιά υπονόμευσαν αυτήν την προσπάθεια. Οι μεθοδεύσεις του Κωνσταντίνου προκάλεσαν την αντίδραση των φιλελευθέρων και της κυβέρνησης, η οποία παραιτήθηκε τον Οκτώβριο του 1915. Η παραίτηση του Βενιζέλου για δεύτερη φορά, καθώς και η πολιτική κόπωση που είχε δημιουργηθεί από το συνεχές καθεστώς ανασφάλειας, οδήγησε σε  πόλωση.

Ο Βασιλιάς πλέον δρούσε ανεξέλεγκτος, καθώς το κοινοβουλευτικό σώμα ήταν ως επί το πλείστον στελεχωμένο με φιλομοναρχικούς βουλευτές. Η κάλπη της 6ης Δεκεμβρίου 1915 ανέδειξε ως κυβέρνηση τους Εθνικόφρονες , οι οποίοι κατέλαβαν 295 έδρες. Το κόμμα των Φιλελευθέρων απείχε από τις εκλογές με πρόσχημα τις βασιλικές παρεμβάσεις στην λήψη πολιτικών αποφάσεων. Είχε πυροδοτηθεί έτσι ο Εθνικός Διχασμός, η ανοιχτή πολιτική σύγκρουση ανάμεσα στους υποστηρικτές του Ελευθερίου Βενιζέλου και τους αντιβενιζελικούς/φιλομοναρχικούς. Οι ανεπιτυχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις της Αντάντ στο βαλκανικό μέτωπο επηρέασαν τα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Ορισμένοι Έλληνες αξιωματικοί εξέφρασαν τις ανησυχίες τους αναφορικά με την απόσπαση των εδαφών που απέκτησε η χώρα από τους  βαλκανικούς πολέμους. Έτσι ο Βενιζέλος μαζί με μια σειρά από στελέχη της βενιζελικής παράταξης και  με φιλοβενιζελικούς αξιωματικούς συγκρότησαν το κίνημα της “Εθνικής Αμύνης” στην Θεσσαλονίκη τον Αύγουστο  1916. Η “κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης”, όπως έμεινε γνωστή, συγκροτήθηκε ως προσωρινό και παράλληλο των Αθηνών  κυβερνητικό σχήμα με στόχο την ένταξη της Ελλάδας στον  Α’ παγκόσμιο πόλεμο και στο πλευρό της Αντάντ. Ο Εθνικός διχασμός είναι πλέον γεγονός  και από τον Οκτώβρη του 1916  συνυπάρχουν ουσιαστικά δύο ελληνικά κράτη.

Η διατήρηση ουδετερότητας από την κυβέρνηση του Βασιλιά στην Αθήνα προκαλεί την οργή των γαλλοβρετανικών δυνάμεων, οι οποίες προχωρούν στον ναυτικό αποκλεισμό του λιμανιού του Πειραιά. Ο ναυτικός αποκλεισμός καταδικάζει τον πληθυσμό της Αττικής και της ευρύτερης περιοχής της νότιας Ελλάδας στην εξαθλίωση. Παρά τις πιέσεις της Αντάντ, ο Βασιλιάς είναι αμετακίνητος ως προς την διπλωματική θέση της κυβέρνησης των Αθηνών. Η ήδη πολωμένη πολιτική συγκυρία πολώθηκε περαιτέρω από τις διαδηλώσεις και αντιδιαδηλώσεις που κλόνισαν την Αθήνα. Ξεκίνησαν μαζικές αποστρατεύσεις βενιζελικών από το στράτευμα, καθώς η επιρροή των στρατιωτικών στο πολιτικό γίγνεσθαι άρχιζε να μεγαλώνει. Η αποστράτευση αξιωματικών του στρατού που κατείχαν βενιζελικά ή αντιβενιζελικά φρονήματα θα αποτελέσει βασική πολιτική τακτική των κυβερνητικών σχημάτων της περιόδου 1921-1935. Η τακτική αυτή φυσικά συνέβαλλε και στην εδραίωση αντικοινοβουλευτικών και αντιδημοκρατικών τάσεων στον στρατό, διότι καλλιέργησε την ιδέα πως τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της χώρας θα λύνονταν μόνο μέσα από μια ισχυρή (και ανεξέλεγκτη) στρατιωτική εξουσία.

Οι πολιτικές εξελίξεις  έτρεχαν και ο Εθνικός διχασμός έφτανε απειλητικά σε εμφύλιο πόλεμο. Στις 3 Νοεμβρίου του 1916 οι δυνάμεις της Αντάντ απαίτησαν από την κυβέρνηση των Αθηνών την παραχώρηση μεγάλων ποσοτήτων πολεμικού υλικού. Ο Βασιλιάς αρνείται και οι σύμμαχοι, με την σύμφωνη γνώμη του Βενιζέλου και της κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, αποβιβάζουν στρατεύματα στην περιοχή του Φαλήρου στις 18 Νοεμβρίου. Τα συμμαχικά στρατεύματα  συγκρούονται με τμήματα του ελληνικού στρατού με αποτέλεσμα μεγάλες απώλειες και στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Τα συμμαχικά στρατεύματα εν τέλει αποσύρονται και επικρατεί αναβρασμός. Η στήριξη ή τουλάχιστον ανοχή του Βενιζέλου, στην στρατιωτική επέμβαση της Αντάντ είχε προκαλέσει την οργή των υποστηρικτών του Βασιλιά. Εκατοντάδες πολίτες εξαπέλυσαν άγριες επιθέσεις σε επώνυμους υποστηρικτές του Βενιζέλου, λεηλάτησαν σπίτια και καταστήματα Βενιζελικών, και κατέστρεψαν εγκαταστάσεις φιλοβενιζελικών εφημερίδων. Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, ως απάντηση, κήρυξε στις 25 Νοεμβρίου με ειδικό διάγγελμα τον Βασιλιά έκπτωτο. Η Αντάντ ταυτόχρονα γενίκευσε τον ναυτικό αποκλεισμό της χώρας, εντείνοντας την επισιτιστική κρίση που είχε υποβληθεί η Αθήνα πρωτύτερα.

Η παρατεταμένη πολιτική κρίση είχε επιφέρει τεράστια κούραση στον ελληνικό λαό. Το μίσος  και ο διχασμός  που καλλιεργούνταν και από τις δύο πλευρές υπέσκαπταν τα θεμέλια του κοινοβουλευτικού συστήματος και καλλιεργούσαν αντιδημοκρατικές τάσεις σε μερικά κοινωνικά στρώματα. Οι διπλωματικές πιέσεις, σε συνδυασμό με την δύσκολη πολιτική συγκυρία που υπήρχε, οδήγησαν στην παραίτηση του Βασιλιά Κωνσταντίνου τον Αύγουστο του 1917. Ο Βασιλιάς εγκατέλειψε την χώρα και σχεδόν αμέσως η προσωρινή κυβέρνηση του Βενιζέλου ανέλαβε την ηγεσία της χώρας. Η Ελλάδα επισήμως συμμετείχε στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, όπως ήθελε εξ αρχής ο Βενιζέλος. Η κυβέρνηση συγκέντρωσε στην Θεσσαλονίκη 300.000 στρατιώτες που θα στέλνονταν στην συμμαχική στρατιά της ανατολής (Allied Army of the Orient η ΑΑO), η οποία θα συντόνιζε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Μακεδονικό μέτωπο. Ο Ελληνικός στρατός συνέβαλλε αποφασιστικά στις επιχειρήσεις κατά της Βουλγαρίας και της Τουρκίας. Η μάχη στην περιοχή Σκρα του Κιλκίς ενάντια στις Βουλγαρικές δυνάμεις, αποτέλεσε το βάπτισμα του πυρός για τον Ελληνικό στρατό στον πόλεμο. Παρά τις βαριές απώλειες του Ελληνικού στρατού, η μάχη του Σκρα ήταν αποφασιστική για την έκβαση του Μακεδονικού Μετώπου και τόνωσε το ηθικό του Ελληνικού στρατού.

Οι διεθνείς εξελίξεις είχαν και αυτές σημαντικό αντίκτυπο στην χώρα. Στις 11 Νοεμβρίου του 1918 ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος τελείωσε. Ο πόλεμος άφησε πίσω του 20 εκατομμύρια νεκρούς και άλλαξε τις πολιτικές ισορροπίες στην Ευρώπη. Τον Νοέμβριο του 1917 ξέσπασε στην Ρωσία η Οκτωβριανή κομμουνιστική επανάσταση. Το παλιό τσαρικό καθεστώς κατέρρευσε και οι κομμουνιστές/μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία και εγκαθίδρυσαν το πρώτο κομμουνιστικό κράτος στην ιστορία. Η νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης επηρέασε τα αριστερά πολιτικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη και έδωσε ελπίδα σε χιλιάδες σοσιαλιστές και κομμουνιστές επαναστάτες. Τον Νοέμβρη του 1918 ιδρύεται στην Ελλάδα το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος (ΣΕΚΕ), το οποίο θα αποτελέσει τον πρόδρομο του ΚΚΕ. Το ΣΕΚΕ προσπάθησε να  αποτελέσει το κόμμα εκπροσώπησης της εργατικής τάξης και συνέβαλλε στην ίδρυση της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ), του πρώτου μαζικού συνδικαλιστικού οργάνου στην χώρα. Το ΚΚΕ θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας, καθώς τον περισσότερο καιρό λειτουργίας του δρούσε υπό καθεστώς παρανομίας.

Ταυτόχρονα η διεθνής συγκυρία συνέχιζε να “τρέχει” με ραγδαίους ρυθμούς. Η Ελλάδα, ως σύμμαχος της Αντάντ, εκμεταλλεύτηκε την συγκυρία και έθεσε στους συμμάχους τις  διπλωματικές της βλέψεις για την επέκταση των εθνικών της συνόρων. Οι πολιτικές επιλογές του Βενιζέλου είχαν δικαιωθεί και η Ελλάδα κατάφερε να ισχυροποιήσει την θέση της στην ανατολική Μεσόγειο. Με την σύμφωνη γνώμη της Αντάντ αποβιβάστηκαν ελληνικά στρατεύματα στην Μικρά Ασία τον Μάιο του 1919.  Ο επίσημος λόγος της απόβασης ελληνικών στρατευμάτων ήταν η διατήρηση της τάξης και η προστασία των τοπικών χριστιανικών πληθυσμών. Όμως η στρατιωτική επέμβαση εξυπηρετούσε και ευρύτερους ή απώτατους ιδεολογικούς και στρατηγικούς σκοπούς. Από τα πρώτα χρόνια της εθνικής ανεξαρτησίας είχε δημιουργηθεί η ιδεολογία της “Μεγάλης Ιδέας”. Η “Μεγάλη Ιδέα” προϋπέθετε την εδαφική επέκταση της χώρας και την επανάκτηση περιοχών, οι οποίες βρισκόντουσαν επί αιώνες υπό οθωμανική κυριαρχία. Οι περιοχές αυτές ονομάστηκαν αλύτρωτες και οι Έλληνες που κατοικούσαν σε αυτές αλύτρωτος ελληνισμός. Η Μεγάλη Ιδέα καθόριζε σε μεγάλο βαθμό τις εθνικές πολιτικές των νεοελληνικών κυβερνήσεων μέχρι το 1920. Ο Βενιζέλος ήξερε πως αν κατάφερνε να κατοχυρώσει τα αλύτρωτα εδάφη της Μικράς Ασίας, θα είχε ένα τεράστιο πολιτικό και διπλωματικό πλεονέκτημα. Τα Ελληνικά στρατεύματα σημείωναν επιτυχίες και μέσα στον Μάιο του 1919 είχαν καταλάβει την ανατολική Θράκη και την Σμύρνη. Στις 10 Αυγούστου 1920 οι προσπάθειες του Βενιζέλου δικαιώνονται επισήμως με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Με την υπογραφή της Συνθήκης επικαιροποιήθηκε το τέλος της εως τότε Οθωμανικής αυτοκρατορίας, καθώς και επεστράφησαν επίμαχα εδάφη στην Ελλάδα (Ανατολική Θράκη).

Η διπλωματική νίκη της Ελλάδας και του Ελευθέριου Βενιζέλου σηματοδότησε μια νέα εποχή για την Ελλάδα. Είχε δημιουργηθεί η προσδοκία πως το ελληνικό κράτος θα γινόταν μια υπολογίσιμη περιφερειακή δύναμη, η οποία θα είχε την στήριξη των δυτικών συμμάχων. Σε πολιτικό επίπεδο, η κόπωση του λάου από τις συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις εκδηλωνόταν ολοένα και περισσότερο. Τα καλέσματα για αποστράτευση και για τερματισμό της  Μικρασιατικής εκστρατείας   απηχούσαν σε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού. Την 1η Νοεμβρίου του 1920 προκηρύσσονται εκλογές και ο Βενιζέλος και το Κόμμα των Φιλελευθέρων θεωρούν πως η νίκη στις εκλογές είναι προδιαγεγραμμένη. Παρόλα αυτά, νικητής των εκλογών αναδείχθηκε ο συνασπισμός των αντιβενιζελικών κόμματων, η ‘Ηνωμένη αντιπολίτευσης’. Τα αντιβενιζελικά κόμματα, με αρχηγό τον Δημήτριο Γούναρη, κατέκτησαν 260 έδρες, ενώ το κόμμα του Ελευθερίου Βενιζέλου 110. Η απροσδόκητη εκλογική αποτυχία των Φιλελευθέρων φάνηκε και από το γεγονός πως ο Βενιζέλος δεν κατάφερε να εκλεγεί καν βουλευτής. Πρώτη πράξη της νεοεκλεχθείσας κυβέρνησης είναι η διενέργεια δημοψηφίσματος για την επαναφορά του Βασιλιά Κωνσταντίνου στον ελληνικό θρόνο. Το δημοψήφισμα προκηρύχθηκε για της 11 Νοεμβρίου του 1920 και επανέφερε τον Κωνσταντίνο στον θρόνο με ποσοστό 99%. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν νόθο, καθώς σε πολλά εκλογικά κέντρα δεν είχαν βρεθεί ψηφοδέλτια κατά του βασιλιά. Η επιστροφή του Κωνσταντίνου σηματοδότησε και τον άτυπο τερματισμό της στήριξης των  δυτικών συμμάχων στις ελληνικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Μικρά Ασία.

Οι πολιτικές εξελίξεις μετά τις εκλογές του 1920 είναι ραγδαίες. Ο Βενιζέλος εγκατέλειψε την χώρα μετά τα αποτελέσματα των εκλογών, αφήνοντας έτσι το Κόμμα των Φιλελευθέρων χωρίς αρχηγό. Η φιλομοναρχική κυβέρνηση του Γούναρη ξεκινάει σχεδόν αμέσως την εκκαθάριση των βενιζελικών από τον κρατικό μηχανισμό, το στράτευμα και την αυτοδιοίκηση. Αρκετοί φιλοβασιλικοί στρατιωτικοί, οι οποίοι είχαν αποστρατευτεί επί κυβέρνησης Βενιζέλου, αποκαταστάθηκαν και επανεντάχτηκαν στο στράτευμα. Στα μέσα του 1921 η κυβέρνηση Γούναρη εκκινεί διπλωματικές συζητήσεις για την διατήρηση της Συνθήκης των Σεβρών. Οι προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης ήταν ατελέσφορες. Η Ελλάδα συνεχίζει την εκστρατεία ουσιαστικά εγκαταλελειμμένη από κάθε πολιτική, οικονομική και στρατιωτική στήριξη από τις δυτικές δυνάμεις. Η Ελλάδα δεν είχε την οικονομική ευχέρεια να συνεχίσει να στηρίζει μια τόσο πολυέξοδη στρατιωτική επιχείρηση και οδηγήθηκε στην χρεοκοπία. Γίνονται κυβερνητικές απόπειρες για δανεισμό από το εξωτερικό, οι οποίες κατέληξαν ανεπιτυχείς. Η χώρα κλονίζεται από το στρατιωτικό αδιέξοδο, την οικονομική κρίση και την έντονη λαϊκή δυσφορία. Σε πολιτικό επίπεδο, οι οικονομικές πολιτικές λιτότητας της κυβέρνησης Γούναρη προκαλούν απέχθεια σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Τον Αύγουστο του 1922  η γενικευμένη κρίση εντάθηκε με την κατάρρευση του μετώπου στην Μικρά Ασία.

Η κατάρρευση του μετώπου οδήγησε στην προσφυγιά χιλιάδες Έλληνες που κατοικούσαν στην Μικρά Ασία. Η Μικρασιατική καταστροφή είχε ως αποτέλεσμα τον ερχομό 1.200.000 προσφυγών στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1922. Η προσφυγική κρίση, σε συνδυασμό με την οικονομική δυσχέρεια της χώρας, οδήγησε σε πολιτικό αδιέξοδο. Τον Σεπτέμβριο του 1922 καταλύθηκε το κοινοβουλευτικό καθεστώς με στρατιωτικό κίνημα. Με αρχηγό τον βενιζελικό στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα, ηγέτη της μικρασιατικής εκστρατείας και τον αντιβενιζελικό Στυλιανό Γονατά. Το νέο στρατιωτικό καθεστώς υποχρεώνει τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί και πάλι από τον θρόνο. Το πραξικόπημα Πλαστήρα-Γονατά ενισχύει τον πολιτικό ρόλο των ενόπλων δυνάμεων και εισάγει εντονότερα τον παρεμβατισμό του στρατού στην πολιτική ζωή της χώρας. Οι αρνητικές επιπτώσεις του στρατιωτικού κινήματος φάνηκαν περισσότερο την περίοδο 1923-1932 , όπου οι πολιτικοί θεσμοί και τα κυβερνητικά σχήματα ήταν εξαρτημένα από “πολιτικοποιημένους” αξιωματικούς  του στρατού.

Διαβάστε επίσης:

Το στρατιωτικό κίνημα συγκρότησε επαναστατική επιτροπή στην Αθήνα, η οποία διέταξε την σύλληψη των ηγετικών στελεχών της αντιβενιζελικής παράταξης. Η Αθήνα κλονίστηκε από διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις, με αίτημα την τιμωρία των υπαίτιων για την αποτυχημένη Μικρασιατική εκστρατεία. Στις 9 Οκτωβρίου 1922 πραγματοποιήθηκε μαζική διαδήλωση με 100.000 άτομα να διαδηλώνουν, με αίτημα την εκτέλεση των υπευθύνων για την τραγική έκβαση της εκστρατείας. Υπό την πίεση της κοινής γνώμης και του στρατεύματος, ο Πλαστήρας ενέκρινε την ίδρυση έκτακτου στρατοδικείου το οποίο θα ανέκρινε την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της περιόδου της αποτυχημένης εκστρατείας. Ανακρίθηκαν πρωθυπουργοί, υπουργοί, και αξιωματικοί του στρατού και του ναυτικού. Επικεφαλής της ανακριτικής επιτροπής ανέλαβε ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος και στις 24 Οκτωβρίου εκδόθηκε το πόρισμα που παρέπεμπε τους κατηγορούμενους στο στρατοδικείο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.  Τα μεσάνυχτα της 15ης Νοεμβρίου το στρατοδικείο  βγάζει την απόφαση του και καταδικάζει σε θάνατο 6 πολιτικά και στρατιωτικά αντιβενιζελικά στελέχη  (Γούναρης ,Πρωτοπαπαδάκης, Μπαλτατζής, Θεοτόκης,  Χατζηανέστης, Στράτος). Η “δίκη των έξι”, όπως έμεινε γνωστή στην ιστορία, εγκαινίασε μια νέα περίοδο φανατισμού και συσσωρευμένων πολιτικών παθών, η οποία προκάλεσε σοβαρές πολιτικές επιπλοκές στο άμεσο πολιτικό μέλλον της χώρας.

Η υποβάθμιση του κοινοβουλευτικού συστήματος και η πόλωση που δημιουργήθηκε ηθελημένα από τα κομματικά επιτελεία των βενιζελικών και των αντιβενιζελικών και από τους βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς αξιωματικούς του Ε.Σ., έδωσε ‘σάρκα και οστά’ στο κομματικό κράτος. Η εκάστοτε κυβέρνηση θα είχε ως πρωταρχικό μέλημα την στελέχωση του κρατικού μηχανισμού με κομματικά στελέχη της αρεσκείας της. Η αξιοκρατία και η εύρυθμη λειτουργία των κρατικών δομών θυσιάστηκαν στον βωμό των κομματικών εξυπηρετήσεων και της βραχυπρόθεσμων πολιτικών σκοπών.

Η έλευση των Ελλήνων προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής αποτέλεσε τεράστια πρόκληση για τις κρατικές αρχές. Η περίθαλψη, ο επισιτισμός και η αποκατάσταση των τόσων χιλιάδων προσφύγων, θα απαιτούσε τεράστιο συντονισμό, οργάνωσή και φυσικά θα ήταν μια ιδιαίτερα πολυέξοδη αλλά και  διαδικασία. Οι 1.200.000 πρόσφυγες ανάτρεψαν όλες τις κοινωνικές και οικονομικές ισορροπίες της χώρας και μακροπρόθεσμα συνέβαλλαν αποφασιστικά στην οικονομική ανασυγκρότηση της Ελλάδας. Οι χιλιάδες κατατρεγμένοι είχαν ανάγκη από στέγαση, σίτιση , περίθαλψη και φυσικά υπήρχε και το επείγον ζήτημα της ενσωμάτωσης τους στον κοινωνικό κορμό. Η ρατσιστική αντιμετώπιση των προσφύγων από μια μερίδα ντόπιων δυσχέραινε τις προσπάθειες αποκατάστασης των προσφύγων. Τα έντυπα μέσα, και ιδιαίτερα ο αντιβενιζελικός τύπος, καλλιεργούσε μια ρητορική μίσους έναντι των προσφύγων. Η επιτομή της κουλτούρας μίσους ήταν η δημιουργία του όρου “τουρκόσποροι”. Οι διακρίσεις εις βάρος των προσφύγων σταδιακά θα σταματούσαν και θα εξαλειφθούν προς τα τέλη του 1930. Παραταύτα, οι πρόσφυγες είχαν να αντιμετωπίσουν τις διακρίσεις ορισμένων τμημάτων του γηγενή πληθυσμού, τις περιορισμένες προσπάθειες περίθαλψης του κράτους και τον πόνο για τον οριστικό ξεριζωμό από τις γενέθλιες πατρίδες τους.

Η προσφυγική κρίση είχε όπως είναι φυσικό και πολιτικές προεκτάσεις. Οι πρόσφυγες σχετικά γρήγορα πολιτογραφήθηκαν ως Έλληνες πολίτες και απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα. Πολλοί πρόσφυγες ενεργοποιήθηκαν πολιτικά και αρκετοί έγιναν βουλευτές και υπουργοί σε κυβερνητικά σχήματα. Η φιλοβενιζελική κυβέρνηση Γονατά προκήρυξε εκλογές τον Δεκέμβριο του 1923. Τα αντιβενιζελικά κόμματα απείχαν με πρόσχημα ότι η κυβέρνηση Γονατά δεν θα μπορούσε να διενεργήσει ανεξάρτητες και αδιάβλητες εκλογές. Το κόμμα των Φιλελευθέρων απέσπασε   250 έδρες από σύνολο 397. Αξιωματική αντιπολίτευση αναδείχθηκε ο εκλογικός συνδυασμός που προέκυψε από την σύμπραξη της Δημοκρατικής Ένωσης του Αλέξανδρου Παπαναστασίου και των δημοκρατικών φιλελεύθερων του Γεωργίου Ρούσσου. Μια από τις πρώτες πράξεις της νεοεκλεχθείσας κυβέρνησης είναι η επίλυση του πολιτειακού ζητήματος, δηλαδή την μορφή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η τεράστια διαμάχη των βενιζελικών με το στέμμα ήταν γνώστη και οι μνήμες της αυταρχικής διακυβέρνησης του Βασιλιά Κωνσταντίνου την περίοδο του Εθνικού διχασμού ήταν ακόμα νωπές. Ορίστηκε συντακτική συνέλευση για την επίλυση του ζητήματος, δηλαδή αν το δημοκρατικό πολίτευμα θα διατηρούσε τον θεσμό της βασιλείας (Βασιλευόμενη δημοκρατία) η θα εγκαθίδρυε την αβασίλευτη δημοκρατία. Στις 13 Απριλίου του 1924 διενεργήθηκε, αφού είχε αναλάβει την πρωθυπουργία της χώρας ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, δημοψήφισμα για το πολιτειακό. Το 69,95% τάχθηκε υπέρ της καθιέρωσης της αβασίλευτης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ενώ το 30,05% υπέρ της βασιλευόμενης. Με την καθιέρωση του νέου πολιτεύματος ήρθε και η κατάρτιση νέου συντάγματος. Η συντακτική συνέλευση χρησιμοποίησε ως βάση για το νέο σύνταγμα  τα συντάγματα του 1864 και του 1911. Ταυτόχρονα ψηφίστηκε και ο νέος εκλογικός νόμος, με τον οποίο καθιερώθηκε για πρώτη φορά το αναλογικό σύστημα. Οι εκλογείς πλέον θα ψήφιζαν με ψηφοδέλτια και όχι με σφαιρίδια.

Διαβάστε επίσης: 

Παρά τις οργανωτικές μεταβολές και την σχετική εξομάλυνση της πολιτικής ζωής, επικρατούσε τεράστια αναταραχή. Η συνεχής πόλωση και ο διχασμός που καταδυνάστευε την πολιτική ζωή της χώρας για σχεδόν μια δεκαετία, είχε δημιουργήσει νέες πολιτικές ισορροπίες. Τα μέλη της Βουλής   αδυνατούσαν να προχωρήσουν στην ανασύνταξη της πολιτείας υπό τον φόβο στρατιωτικού πραξικοπήματος και η κυρίαρχη βενιζελική παράταξη περνούσε εσωκομματικές δυσκολίες. Το 1925 οι φόβοι για πραξικόπημα έγιναν πραγματικότητα με την κατάληψη της εξουσίας από τον στρατηγό Θεόδωρο Πάγκαλο. Ο Πάγκαλος, λόγω της φιλοβενιζελικής του στάσης, έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τους Φιλελεύθερους και στις 29 Σεπτεμβρίου 1925 διαλύει την βουλή. Η συντακτική συνέλευση συνέχισε τις εργασίες της, υπό την επίβλεψη του Πάγκαλου. Η επιτροπή υπέβαλλε τον Σεπτέμβρη σχέδιο συντάγματος που περιλάμβανε 125 άρθρα. Ο Πάγκαλος τροποποίησε αρκετές διατάξεις του σχεδίου πριν δημοσιευτεί. Τον Ιανουάριο  του 1926 επιβάλλει επισήμως δικτατορικό καθεστώς και τον Μάρτιο του 1926 εκδίδει συντακτική απόφαση που προέβλεπε την άμεση εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας από τον λαό. Η σχετική διάταξη συνέφερε τον Πάγκαλο, καθώς ήθελε την θέση του προέδρου και φυσικά δεν θα είχε κάποιο πολιτικό αντίπαλο.

Τον Αύγουστο του 1926 η δικτατορία Πάγκαλου θα ανατραπεί από τον βενιζελικό στρατηγό  Γεώργιο Κονδύλη. Ο Κονδύλης αντικατέστησε ουσιαστικά το προηγούμενο δικτατορικό καθεστώς με ένα καινούργιο, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την διαφύλαξη της σταθερότητας της χώρας. Η ‘επαναστατική’ κυβέρνηση Κονδύλη ανέστειλε βασικά άρθρα του συντάγματος και υποβάθμισε την συνταγματική νομιμότητα και το δημοκρατικό πολίτευμα. Παραταύτα διενεργήθηκαν εκλογές στις 7 Νοεμβρίου 1926 από την κυβέρνηση Κονδύλη. Η κάλπη της 7ης Νοεμβρίου ανέδειξε πρώτο το κόμμα Ενώσεως Φιλελευθέρων του Γεωργίου Καφαντάρη με 108 έδρες και 31,63%. Ο Καφαντάρης δεν μπορούσε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, συνεργάστηκε με τα τρία πρώτα κόμματα και δημιουργήθηκε οικουμενική κυβέρνηση. Ένα σημαντικό γεγονός των εκλογών αυτών ήταν ότι το ΚΚΕ απέκτησε για πρώτη φορά κοινοβουλευτική παρουσία με 10 βουλευτές. Το νέο κοινοβουλευτικό σώμα που αναδείχθηκε ψήφισε οριστικά το σύνταγμα που θα καθιέρωνε την αβασίλευτη δημοκρατία στις 2 Ιουνίου του 1927.

Η καθιέρωση της αβασίλευτης δημοκρατίας, αν και αποτελούσε πάγιο αίτημα των προοδευτικών δυνάμεων στην Ελλάδα, έγινε υπό καθεστώς φόβου. Τα αλεπάλληλα πραξικοπήματα βενιζελικών αξιωματικών και η επικυριαρχία του στρατού στα πολιτικά πράγματα, καθιστούσαν τα κοινοβουλευτικά κόμματα υποχείρια ή τουλάχιστον υπό την κηδεμονία του στρατεύματος. Υπό αυτές τις συνθήκες, το νέο Σύνταγμα δεν κατάφερε ούτε να αφήσει κάποιο σημαντικό  η συνταγματικό στίγμα ούτε να παράξει ουσιαστικό κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. Οι πολιτικές επιπλοκές του Εθνικού διχασμού ήταν ακόμα εμφανείς και κυριαρχούσαν στην κοινωνική ζωή της χώρας. Το 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιστρέφει στην Ελλάδα και αναλαμβάνει την ηγεσία των Φιλελευθέρων, οξύνοντας το ήδη βαρύ πολιτικό κλίμα. Στις 19 Αυγούστου προκηρύσσονται εκλογές, στις οποίες κυριαρχεί η βενιζελική παράταξη με 47%. Οι αντιβενιζελικές δυνάμεις καταποντίστηκαν και αξιωματική αντιπολίτευση αναδείχθηκε το Λαϊκό κόμμα με αρχηγό τον Παναγή Τσαλδάρη. Η κυβέρνηση Βενιζέλου κίνησε αμέσως τις διαδικασίες συγκρότησης του δεύτερου νομοθετικού σώματος, της Γερουσίας. Τον Απρίλιο του 1929 οι Φιλελεύθεροι κυριάρχησαν στις γερουσιαστικές εκλογές, λαμβάνοντας το 54,5% των ψήφων. Πλέον έλεγχαν και την Βουλή και την Γερουσία. Παράλληλα εξελέγη νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Παύλος Κουντουριώτης. Ο Κουντουριώτης όμως παραιτήθηκε για λόγους γήρατος και τον διαδέχτηκε ο αντιβενιζελικός Αλέξανδρος Ζαΐμης.

Το νομοθετικό πρόγραμμα του Βενιζέλου την τετραετία 1928-1932 περιορίστηκε σε πολιτειακές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές. Σύντομα όμως ο Βενιζέλος στράφηκε σε πιο αυταρχικές μεθόδους.  Τον Ιούνιο του 1929 πέρασε ο νόμος 4229, που προέβλεπε τον περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών για την προστασία της ‘κοινωνικής τάξης’. Το “ιδιώνυμο”, όπως έμεινε στην ιστορία, αποτέλεσε την νομική βάση των κρατικών αρχών για την επιβολή διώξεων, συλλήψεων και εκτοπισμών πολιτών με αριστερά και κομμουνιστικά φρονήματα. Πάνω στο “Ιδιώνυμο” θα βασιστούν και οι μετέπειτα νομοθετικές διατάξεις για την δίωξη των κομμουνιστών την περίοδο του εμφυλίου (1946-1949) και της χούντας των συνταγματαρχών (1967-1974). Σε διπλωματικό επίπεδο, ο Βενιζέλος υπογράφει τον Οκτώβριο του 1930 το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας. Με την υπογραφή του συμφώνου ρυθμίστηκε το καθεστώς των περιουσιών που είχαν αφήσει πίσω οι πρόσφυγες, περιορίστηκαν οι πολεμικοί και οι ναυτικοί εξοπλισμοί των δύο χωρών και κατοχυρώθηκε η ελεύθερη εγκατάσταση των υπηκόων της μίας χώρας στην άλλη. Η συμφωνία προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και ιδιαίτερα στους πρόσφυγες. Με την υπογραφή της συμφωνίας είχε γίνει σαφές πως οι περιουσίες τους στην Μικρά Ασία είχαν χαθεί, όπως και η ελπίδα να επιστρέψουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους.

Τον Σεπτέμβρη του 1932 διενεργούνται εκλογές, στις οποίες δεν κέρδισε κανένας. Το Λαϊκό κόμμα έλαβε 95 έδρες και 33,8% των ψήφων, ενώ οι Φιλελεύθεροι ποσοστό 33,42% και 98 έδρες. Ο Τσαλδάρης έσπευσε στον πρόεδρο της δημοκρατίας για να τον διαβεβαιώσει πως αν αναλάβει κυβερνητικό ρόλο θα εγγυηθεί για την ομαλότητα του πολιτεύματος. Εκμεταλλεύτηκε επίσης και τις εσωκομματικές διενέξεις των βενιζελικών και έτσι σχημάτισε κυβέρνηση στις 4 Νοεμβρίου του 1932. Η κυβέρνηση Τσαλδάρη δεν μακροημέρευσε και κατέρρευσε τον Ιανουάριο του 1933.Ο Βενιζέλος ορκίστηκε εκ νέου πρωθυπουργός, διέλυσε την Βουλή και προκήρυξε εκλογές για τις 5 Μαρτίου. Η κάλπη του Μαρτίου βρήκε τα αντιβενιζελικά κόμματα συνασπισμένα και με την νέα προσθήκη του στρατηγού Κονδύλη. ο “Εθνικός συνασπισμός” των βενιζελικών έλαβε  46,3 %  και 110 έδρες ενώ τα  αντιβενιζελικά κόμματα 46,2% και 136 έδρες. Οι εκλογές έγιναν με πλειοψηφικό σύστημα, πράγμα που αποδυνάμωσε την εκλογική επιρροή των βενιζελικών. Το βράδυ της 5ης Μαρτίου ο βενιζελικός στρατηγός Πλαστήρας ηγήθηκε πραξικοπήματος. Ισχυρίστηκε ότι το έκανε γιατί φοβόταν την επιβολή δικτατορικού καθεστώτος από τους αντιβενιζελικούς. Ο Πλαστήρας δεν γνώριζε πως ο Βενιζέλος είχε ξεκινήσει να συνεννοείται με τον αρχηγό του αντιβενιζελικού συνασπισμού για να συγκροτηθεί οικουμενική κυβέρνηση. Ως εκ τούτου, το πραξικόπημα Πλαστήρα απέτυχε και λίγες μέρες αργότερα ορκίστηκε κυβέρνηση με αρχηγό τον Τσαλδάρη. Το επακόλουθο του αποτυχημένου πραξικοπήματος ήταν άσχημο. Ο Εθνικός Διχασμός αναβίωνε τις έντονες στιγμές του, με μαζικές αποστρατεύσεις βενιζελικών αξιωματικών, υπαλλήλων και κρατικών στελεχών. Στις 23 Οκτωβρίου 1933 ο Ιωάννης Μεταξάς, αρχηγός του κόμματος των Ελευθεροφρόνων, ζητούσε από την Βουλή την παραπομπή του Βενιζέλου σε ειδικό δικαστήριο. Παρά την απειλή του ειδικού δικαστηρίου ο Βενιζέλος ενθάρρυνε ορισμένους αξιωματικούς να διοργανώσουν νέο πραξικόπημα, το όποιο έλαβε χώρα την 1η Μαρτίου του 1935. Ουσιαστικό κίνητρο των πραξικοπηματιών ήταν η προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος το οποίο, κατά τις εκτιμήσεις τους, απειλούνταν από την αντιβενιζελική κυβέρνηση Τσαλδάρη.

Οι εκτιμήσεις των αξιωματικών αποδείχτηκαν έως έναν βαθμό. Μετά το πραξικόπημα της 1ης Μαρτίου η κυβέρνηση Τσαλδάρη , χωρίς να ζητήσει την άδεια της Βουλής, κήρυξε την χώρα σε κατάσταση πολιορκίας. Γνωστοποιήθηκε, μέσω φιλοκυβερνητικών εφημερίδων, πως η κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να επιβάλλει το κράτος του νόμου και χαρακτήρισε το πραξικόπημα ως αντεθνική απόπειρα. Την 1η Απριλίου αρχίζουν οι διώξεις φιλοβενιζελικών από τον κρατικό μηχανισμό, το στράτευμα αλλά και από την πολιτική. Αποτάσσονται 1.000 αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και διώκονται ηγετικές προσωπικότητες της βενιζελικής παράταξης. Προς τα τέλη Απριλίου ξεκινάει η δίκη των πολιτικών αρχηγών της βενιζελικής παράταξης από έκτακτο στρατοδικείο. Το στρατοδικείο θα καταδικάσει ερήμην σε θάνατο τον Βενιζέλο και τον Πλαστήρα. Στις 14 Μαΐου περνάει διάταγμα το όποιο επιτρέπει  την αναστολή εγγυήσεων των ατομικών ελευθεριών σε περίπτωση διατάραξης της δημόσιας τάξης. Η αυταρχικότητα του κρατικού μηχανισμού ενισχύεται από τις στρατιωτικές παρεμβάσεις. Η τόσο έντονη ανάμειξη των στρατιωτικών στην λήψη πολιτικών αποφάσεων, δημιουργεί μια νέα πολιτική τάση εντός του στρατεύματος. Αρκετοί στρατιωτικοί πλέον διαφωνούν ανοιχτά με τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα και προωθούν αντιδημοκρατικές ιδεολογίες στο στράτευμα.

Η πολιτική κρίση που έχει προκύψει επηρεάζει και το πολιτειακό ζήτημα. Με πρωτοστάτη τον Μεταξά, προκύπτει το αίτημα πολιτειακής μεταβολής και ειδικότερα της παλινόρθωσης της βασιλείας. Μαζί με τον Μεταξά συντάσσεται και ο Κονδύλης, ο οποίος έχει “αποσκιρτήσει” από την βενιζελική παράταξη και τα σφόδρα αντιμοναρχικά αισθήματα του πρόσφατου παρελθόντος. Και οι δυο ζητούν την διενέργεια δημοψηφίσματος για την επαναφορά του βασιλιά, με πρόσχημα πως μόνο η βασιλεία θα μπορέσει να εγγυηθεί την πολιτική ομαλότητα. Στις 9 Ιουνίου 1935 διενεργούνται εκλογές με πλειοψηφικό σύστημα. Τα βενιζελικά κόμματα απέχουν και έτσι το Λαϊκό Κόμμα σε συνεργασία με τον Κονδύλη συγκεντρώνει το 65% των ψήφων και 287 έδρες. Το δημοψήφισμα για το πολιτειακό δρομολογείται στις 3 Νοεμβρίου, όμως το προλαβαίνουν οι εξελίξεις του Οκτωβρίου, όπου ξεσπά νέο φιλοβασιλικό πραξικόπημα. Στις 10 Οκτωβρίου, οι υποστράτηγοι Παπάγος και Ρέππας και ο υποναύαρχος Οικονόμου, ανέτρεψαν την κυβέρνηση Τσαλδάρη και απαίτησαν την πραξικοπηματική παλινόρθωση του βασιλιά χωρίς δημοψήφισμα. Οι πραξικοπηματίες τελικά παρέδωσαν την εξουσία στον Κονδύλη , ο οποίος θα ορκιστεί πρωθυπουργός. Στις 23 Οκτωβρίου εκδίδεται ο αναγκαστικός νόμος ‘περί εκτοπίσεως ατόμων αποπειρωμένων να προκαλέσωσι διατάραξιν της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας και ησυχίας της χώρας’. Με τον νόμο αυτό ο Κονδύλης τρομοκράτησε τους πολιτικούς του αντιπάλους και μπόρεσε να ετοιμάσει απρόσκοπτα την παλινόρθωση της βασιλείας στην Ελλάδα. Υπό καθεστώς τρομοκρατίας και φόβου, το δημοψήφισμα έγινε στις 3 Νοεμβρίου. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος – παρωδία, όπως ονομάστηκε, έδωσε ποσοστό 97,8 υπέρ της βασιλείας και 2,2% υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Σε λιγότερο από έναν χρόνο , ο Ιωάννης Μεταξάς θα επιβάλλει το δικτατορικό καθεστώς της “4ης Αυγούστου”. Η δικτατορία Μεταξά, με αντικοινοβουλευτικό και αντιδημοκρατικό προσανατολισμό, επέβαλλε ένα σκληρό και αυταρχικό καθεστώς στον ελληνικό λαό. Η άνοδος ολοκληρωτικών και φασιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη εκείνη την εποχή, συνέβαλε αλλά και επηρέασε άμεσα το Μεταξικό καθεστώς. Οι διώξεις πολιτικών κόμματων, οι φυλακίσεις και οι εξορίες πάσης φύσεων αντιφρονούντων, και η απαγόρευση της ελευθεροτυπίας και της ελευθερίας του λόγου, έβαλαν προσωρινά τέλος στις ελπίδες του ελληνικού λαού για ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Οι γεωπολιτικές ισορροπίες που θα αλλάξουν ραγδαία εκείνη την περίοδο, θα συμβάλλουν στην κατάρρευση της δικτατορίας Μεταξά και θα ανοίξουν ένα νέο ιστορικό κεφάλαιο για την ελληνική ιστορία.

Συντάκτης: Πάρης Γιαννούλης

Πηγές: 


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.