Το 2023 αποτέλεσε ακόμη μια χρονιά διεξαγωγής της ρωσοουκρανικής διένεξης, ένας ρωσοουκρανικός πόλεμος ο οποίος πλέον χρονολογεί σχεδόν δύο χρόνια δράσης με την άφιξη του καινούργιου χρόνου. Αναλυτικότερα, σε διάστημα περίπου 23 μηνών και ύστερα της ρωσικής εισβολής στην ενδοχώρα της Ουκρανίας την 24η Φεβρουαρίου 2022, η Ουκρανική πλευρά έχει κατορθώσει να ανακτήσει σχεδόν τα μισά εδάφη εκ των οποίων κατελήφθησαν από τους Ρώσους από τις αρχές της διένεξης. Παρόλα αυτά υπό τον έλεγχο της ρωσικής πλευράς, βρίσκεται περίπου το 1/5 της Ουκρανικής επικράτειας περιβαλλόμενο από την ισχυρά ρωσική πρώτη γραμμή έκτασης 1.000 χιλιομέτρων η οποία παραβιάστηκε ελαφρώς καθ όλη τη διάρκεια του περασμένου έτους.

Ίσως η σημαντικότερη νίκη του ρωσικού μετώπου το 2023, αποτέλεσε εκείνη της κατάκτησης της περιοχής του Μπαχμούτ η οποία σημειώθηκε τον περασμένο Μάιο. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποτελεί άκρως σημαντική, αφενός λόγω της ανικανότητας των Ρώσων να κατακτήσουν άλλες Ουκρανικές περιοχές συμπεριλαμβανομένου και της Ουκρανικής πρωτεύουσας του Κιέβου, αφετέρου καθόρισε σε μεγάλο βαθμό το πολεμικό μέτωπο που ισχύει έως και την σήμερον ημέρα. Η πολυαναμενόμενη ουκρανική αντεπίθεση του Ιουνίου κατέληξε σε απογοήτευση, με τους Ουκρανούς να αποκτούν μικρά κέρδη στο πεδίο της μάχης και με τα ουκρανικά στρατεύματα να οδηγούνται ολοένα και περισσότερο στην ταλαιπωρία και την εξουθένωση. Η καταγραφή επιπλέον ρωσικών καταπατήσεων στη περιοχή του Δνείπερου ποταμού και της Μαύρης Θάλασσας αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη το 2023, με ένα σύνολο Ουκρανικών λιμανιών στη Μαύρη Θάλασσα να μετατρέπονται σε αντικείμενο συνεχών χτυπημάτων και βομβαρδισμών από τις ρωσικές δυνάμεις, καταλήγοντας στη καταστροφή υποδομών αποθήκης σιτηρών, διαταράσσοντας και δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερα πλήγματα στην ήδη κάκιστη οικονομική κατάσταση της Ουκρανίας.

Από πλευράς τους, οι Ουκρανοί κατόρθωσαν να επέμβουν στις υποθέσεις της υπό από το 2014 ρωσικής κατοχής της χερσονήσου της Κριμαίας, βομβαρδίζοντας μια εκ των γεφυρών-κλειδιά για το πέρασμα στη χερσόνησο, χτυπώντας παράλληλα τον ρωσικό ναυτικό στόλο στη Μαύρη Θάλασσα, με 15 πλοία του να  έχουν καταστραφεί και άλλα 13 να έχουν υποστεί ζημιές σε διάστημα σχεδόν 2 χρόνων. Το απερχόμενο έτος, ιδιαίτερη διάσταση έλαβε και η ανταλλαγή επιθέσεων με χρήση εκ μέρους και των δύο πλευρών μη επανδρωμένων αεροχημάτων (UAVs) ή κοινώς drones, δίνοντας στον πόλεμο μια διαφορετική όψη καθώς για πρώτη φορά «ο πόλεμος μεταφέρθηκε στο έδαφος της Ρωσίας» αυτολεξεί των δηλώσεων του Ουκρανού Προέδρου Βολοντιμίρ Ζελένσκι, με την ουκρανική πλευρά να επιτείθετο με drones σε διάφορες περιοχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας συμπεριλαμβανομένου και της ρωσικής πρωτεύουσας της Μόσχας, στην οποία σημειώθηκε ένας ευρύς αριθμός χτυπημάτων με ουκρανικά drones  κατά τη διάρκεια της περασμένης χρόνιας. Αξιοσημείωτο αποτελεί το γεγονός, πως η ανταλλαγή επιθέσεων με drones και πυραύλους (missiles) ανάμεσα  σε Ουκρανία και Ρωσία, έχει πλέον κλιμακωθεί ύστερα του μεγάλου βομβαρδισμού που υπέστη η ρωσική  περιοχή του Μπιέλγκοροντ από τις ουκρανικές δυνάμεις την 30η Δεκεμβρίου  του απερχόμενου πλέον έτους.

Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Ύπατου Αρμοστή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Ηνωμένων Εθνών Φόλκερ Τουρκ, από τις 24 Φεβρουαρίου 2022 έως και σήμερα έχει υπολογιστεί πως έχουν χάσει τη ζωή τους περισσότεροι από 10.000 πολίτες, ανάμεσα τους περισσότερα από 560 παιδιά,  ενώ μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2023 και αναφορικά με πληροφορίες που μεταδόθηκαν από Ουκρανικές αρχές, μάχες ρωσικών με ουκρανικών δυνάμεων πραγματοποιούνται στις περιοχές Κουπιάνσκ, Λυμάν, Μπαχμούτ, Αβντιίβκα και Μάργινκα ανατολικώς της χώρας, και Novopokrovka και Ρομπότινε νοτίως.

Με φόντο το 2024 και ύστερα από 23 σχεδόν μήνες διεξαγωγής του ο πόλεμος παρουσιάζεται πως έχει οδηγηθεί σε ένα κλίμα αδιεξόδου και στασιμότητας, με καμία σημαντική εξέλιξη στο πεδίο της μάχης και από τις δύο πλευρές ειδικότερα δε της Ουκρανίας: Ο όρος «αδιέξοδο» (stalemate), ήρθε στο προσκήνιο ύστερα συνέντευξης που παραχώρησε στο γνωστό Βρετανικό περιοδικό The Economist, ο Ανώτατος Διοικητής των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων Βάλερι Ζαλούζνι τον Νοέμβριο. Στα πλαίσια της συγκεκριμένης συνέντευξης, ο Ζαλούζνι χαρακτήρισε την υπάρχουσα κατάσταση ως «αδιέξοδο» δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι «ο πόλεμος έχει φτάσει το συγκεκριμένο επίπεδο τεχνολογίας που μας καθιστά σε αδιέξοδο». Φυσικά μια τέτοια δήλωση δεν θα μπορούσε να καταλήξει απαρατήρητη από τον Ζελένσκι, ο οποίος τον ίδιο μήνα έσπευσε να αρνηθεί πως ο πόλεμος έχει φτάσει σε αδιέξοδο: «Δεν μπορούμε να στηρίξουμε κανένα αδιέξοδο, αν θέλουμε να τελειώσουμε τον πόλεμο πρέπει να τον τελειώσουμε. Να τον τελειώσουμε με σεβασμό έτσι ώστε ολόκληρος ο κόσμος να ξέρει πως οποιοσδήποτε ήρθε, συνέλαβε και σκότωσε είναι υπεύθυνος. Αν ο πόλεμος καταλήξει σε αδιέξοδο, οι μελλοντικές γενιές των Ουκρανών θα πρέπει να πολεμήσουν επειδή η Ρωσία θα ξανάρθει αν δεν μπει στη θέση της», επεσήμανε χαρακτηριστικά ο Ουκρανός Πρόεδρος. Δεδομένου της δήλωσης Ζελένσκι τον Νοέμβριο, όταν ερωτήθη τον επόμενο μήνα για το αν θα χαρακτήριζε τον πόλεμο ως αδιέξοδο ο Ζουλούζνι απάντησε μονολεκτικά «όχι».

Χάρις της δήλωσης Ζουλούζνι τον Νοέμβριο, όλο και μεγαλύτερη ανησυχία δημιουργείται γύρω από το σενάριο ο πόλεμος όντως να καταλήξει σε αδιέξοδο, καθώς Δύση και Ρωσία δεν έχουν αναφερθεί ακόμη σε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, με τον πόλεμο πιθανώς να κρατήσει και το 2024. Ειδικότερα, τα πράγματα φαίνονται δυσοίωνα όσον αφορά την αποστολή πακέτων βοηθείας από τους δύο μεγάλους χορηγούς της Ουκρανίας: Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο μέτωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τις απαρχές του ξεσπάσματος της πολεμικής διένεξης Ουκρανίας-Ρωσίας, ο ευρωπαϊκός οργανισμός έχει προσφέρει στο Κίεβο σχεδόν 91 δισεκατομμύρια δολάρια τα οποία αποσκοπούσαν σε οικονομική, στρατιωτική, ανθρωπιστική και προσφυγική βοήθεια. Τους τελευταίους μήνες αντικείμενο συζήτησης ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη της ένωσης, έχει αποτελέσει η αποστολή στην ουκρανική χώρα 54,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, δεσμεύοντας τα επόμενα τέσσερα χρόνια για τους Ουκρανούς. Με ανακοίνωση του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σάρλ Μισέλ, οι διαπραγματεύσεις για την αποστολή του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού οι οποίες επρόκειτο να πραγματοποιούνταν στα τέλη του περασμένου έτους, προγραμματίστηκαν για τις αρχές του φετινού έτους ύστερα της αρνητικής αντίδρασης του Ούγγρου Πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπάν ο οποίος μπλόκαρε επανειλημμένως την απόφαση αποστολής του πακέτου βοηθείας: Αναλυτικότερα ο Ορμπάν γνωστός για τις στενές σχέσεις που διατηρεί με τον Ρώσο Πρόεδρο και τη Ρωσία γενικότερα, υποστηρίζει πως η αποστολή χρημάτων προς όφελος της Ουκρανίας συνιστά ανώφελη, αφού μια πιθανή της νίκη στο πεδίο της μάχης είναι απίθανη: «Δεν πρέπει να στείλουμε περισσότερη βοήθεια για να χρηματοδοτήσουμε τον πόλεμο. Αντιθέτως θα πρέπει να σταματήσουμε τον πόλεμο να κάνουμε ανακωχή και να ξεκινήσουμε ειρηνευτικές συνομιλίες», όπως δήλωσε ο Ούγγρος ηγέτης τον προηγούμενο μήνα. Έκτος του Ορμπάν, το σύνολο των ηγετών των υπολοίπων 26 κρατών-μελών της ένωσης τάσσεται σθεναρά υπέρ της χρηματικής αποστολής στο Κίεβο, υπερασπιζόμενο της υποστήριξης του προς το Ουκρανικό κράτος. Από ότι γίνεται κατανοητό, η Ευρωπαϊκή Ένωση τονίζει πως θα συνεχίσει να στηρίζει χρηματικώς την Ουκρανία, σε συνδυασμό του πράσινου φωτός που έχει δοθεί στις διαπραγματεύσεις Ε.Ε-Ουκρανίας περί  ένταξης στον οργανισμό η οποία τα επόμενα χρόνια πιθανώς να γίνει απτή πραγματικότητα.

Ίσως τα σενάρια που αποτελούν πραγματικά ανησυχητικά για τους Ουκρανούς και την έκβαση του πολέμου, είναι εκείνα της πιθανής μείωσης της χρηματικής βοήθειας από τις Η.Π.Α, αλλά και των αποτελεσμάτων που επιφυλάσσουν οι επικείμενες Προεδρικές Εκλογές στα τέλη του 2024, και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο: Οι εντάσεις στο Αμερικανικό Κογκρέσο έχουν ιδιαίτερα οξυνθεί, καθώς όλο και περισσότερες Συντηρητικές φωνές τάσσονται υπέρ της μείωσης των πακέτων βοηθείας προς το Κίεβο, υποστηρίζοντας πως το αμερικανικό κράτος έχει ήδη δαπανήσει αρκετά χρηματικά ποσά προς επίλυσης του ουκρανικού ζητήματος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν φυσικά τον μεγαλύτερο χρηματικό πάροχο του Ουκρανικού κράτους έχοντας αποστείλει με τη σειρά τους από την 24η Φεβρουαρίου 2022, συνολικά 113 δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική, οικονομική και ανθρωπιστική βοήθεια προς την Ουκρανία. Λόγω της επικράτησης των Ρεπουμπλικάνων στη ψηφοφορία που πραγματοποιήθηκε την 6η Δεκεμβρίου στην Γερουσία περί έγκρισης του σχεδίου Μπάιντεν για αποστολή συνολικά 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο Κίεβο πριν το τέλος του 2023, το παραπάνω σχέδιο ναυάγησε και απορρίφθηκε από την πλειονότητα των Ρεπουμπλικάνων Γερουσιαστών, οι οποίοι τόνισαν πως η υποβολή αυστηρότερων μέτρων όσον αφορά τη μεταναστευτική πολιτική και ασφάλεια στα σύνορα με το Μεξικό αποτελεί έκτακτης σημασίας, μεταφέροντας τις διαπραγματεύσεις για την παροχή βοηθείας εκ νέου το 2024 –όπως συνέβη και στη περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης-.

Παρόλο των προβληματικών εξελίξεων και από πλευράς των Η.Π.Α όσον αφορά την παροχή βοηθείας, ο Ουκρανός Πρόεδρος δεν παρουσιάζεται ιδιαίτερα ανήσυχος δηλώνοντας προσφάτως πως είναι σίγουρος πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα εγκαταλείψουν την ουκρανική πλευρά και οτιδήποτε έχει συμφωνηθεί με τις Η.Π.Α θα πραγματοποιηθεί. Στον αντίποδα, αυτό που πραγματικά ανησυχεί την διεθνή σκακιέρα, είναι μια πιθανή επανεκλογή του Ντόναλντ Τράμπ στην Προεδρεία των Η.Π.Α το 2024: Με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν έως τώρα υπέρβαση του Τράμπ έναντι του Μπάιντεν, και δεδομένου της σκληρής κριτικής που έχει ασκήσει ο πρώτος αναφορικά με τις κινήσεις της Ουάσιγκτον στο Ρωσοουκρανικό, οι αναλυτές εκτιμούν πως ο Πούτιν δεν επρόκειτο να προχωρήσει σε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις έως της ανάδειξης των εκλογικών αποτελεσμάτων, ενώ προβλέπεται πως το παιχνίδι μέλλεται να γυρίσει υπέρ του Ρώσου Προέδρου αν τελικά επικρατήσει ο Τράμπ σύμφωνα και με τις δηλώσεις του Τσέχου Προέδρου και σταθερού συμμάχου του Κιέβου, Πετρ Πάβελ: «Ως προς την πλευρά του Βλάντιμιρ Πούτιν, επικρατεί μια προσδοκία πως αν ο Ντόναλντ Τράμπ επιτύχει, θα μπορέσει να τα πάει καλά μαζί του ανεξαρτήτως του τι θα πιστεύει η Ουκρανία και η υπόλοιπη Ευρώπη… μετατρέποντας ξανά τη Ρωσία σε ισχυρό παίκτη», δηλώνοντας χαρακτηριστικά. Συνεπώς, όλα θα εξαρτηθούν από το πόρισμα των εκλογών του 2024 σε συνδυασμό με της αυξημένης επιρροής των Ρεπουμπλικάνων στο ισχύον Κογκρέσο.

Το 2024,επιφυλάσσεται κρίσιμη χρονιά αφενός λόγω των Προεδρικών Εκλογών των Η.Π.Α, αφετέρου λόγω των εκλογικών διαδικασιών που πρόκειται να πραγματοποιηθούν ανάμεσα στους κύριους δρώντες του Ρωσοουκρανικού πολέμου: Ρωσία και Ουκρανία. Μία ακόμη εκλογική νίκη του Πούτιν στις επικείμενες Ρωσικές Προεδρικές εκλογές του φετινού Μαρτίου, σαφώς θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις επόμενες κινήσεις της Ρωσίας στο πεδίο του πολέμου: Σύμφωνα με δημοσιεύματα της γερμανικής εφημερίδας Bild, μελλοντικά πλάνα της Μόσχας αποτελούν αυτά της κατάκτησης του συνόλου των περιοχών του Ντονέτσκ και Λουγκάνσκ σε συνδυασμό με της περιοχής του Χαρκόβου έως και το τέλος του 2024, της κατάκτησης εδαφών στη περιοχή του Δνείπερου ποταμού και περαιτέρω εμπόδισης των ουκρανικών δυνάμεων να πλησιάσουν την Κριμαϊκή χερσόνησο, και τέλος της κατάληψης περισσότερων τμημάτων των περιφερειών  της Ζαπορίζια, του Ντνιπροπετρόβσκ και του Χαρκόβου κατά το διάστημα 2025-2026. Σαφώς η προσοχή της διεθνής σκηνής θα στραφεί επιπλέον και στα αποτελέσματα των ρωσικών εκλογών του Μαρτίου, αν και αποτελεί κοινό γνώρισμα πως ο Πούτιν θα κερδίσει άλλη μια Προεδρική θητεία στο ενεργητικό του.

Σχετικά με την αναμενόμενη εκλογική αναμέτρηση στην Ουκρανία, τα πράγματα δείχνουν περίπλοκα: Πέρα της ύπαρξης του ισχύοντος στρατιωτικού νόμου ο οποίος προβλέπει πως οι οποιουδήποτε είδους εκλογές για την ώρα απαγορεύονται εξαιτίας των ρωσικών εχθροπραξιών, η πλειοψηφία του ουκρανικού λαού και των δρώντων της ουκρανικής πολιτικής σκηνής τάσσονται κατά της διεξαγωγής εκλογών τη δεδομένη στιγμή, με τον Ζελένσκι να κάνει λόγο «πως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για εκλογές». Η έλλειψη ασφαλείας αλλά και οι εκατομμύρια πολίτες οι οποίοι βρίσκονται εκτός της πατρίδας τους ή έχουν απομακρυνθεί από τους τόπους καταγωγής τους, φυσικά αποτελεί άλλη μια σημαντική παράμετρος αποτροπής διεξαγωγής εκλογών, ενώ η πλειονότητα των σχολείων που συνήθως μετατρέπονται σε εκλογικά κέντρα εν καιρώ εκλογών, έχει καταστραφεί. Αναφορικά με δημοσκόπηση η οποία πραγματοποιήθηκε από το Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνιολογίας του Κιέβου τον Νοέμβριο, περισσότερο από το 80% των αποκριθέντων επιθυμούν διεξαγωγή εκλογών ύστερα του τέλους του πολέμου. Με τις παραπάνω πληροφορίες, γίνεται η διαπίστωση πως το Κίεβο δεν πρόκειται να αλλάξει κατεύθυνση στο πεδίο της μάχης, με τον Ζελένσκι να παραμένει για την ώρα στην κεφαλή της ουκρανικής ηγεσίας για όσο ο πόλεμος  συνεχιστεί.

Από πλευράς της Μόσχας, το σενάριο διεξαγωγής ειρηνευτικών συνομιλιών μέσα στο φετινό έτος, δεν αποτελεί πιθανό ενδεχόμενο ύστερα της χαρακτήρισης αυτής της ιδέας από το Κρεμλίνο «ως μη ρεαλιστικής». Από ότι φαίνεται, το 2024 θα εξελιχθεί σε ένα έτος κρίσιμης σημασίας όσον αφορά το ρωσοουκρανικό ζήτημα, με την κατάσταση να βρίσκεται ήδη σε τεντωμένο σκοινί.

Συντάκτης: Μαρία Ανδρίκου

Πηγές: 


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.