Οι ιστορικές συγκυρίες πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν οδηγήσει το καπιταλιστικό και το σοσιαλιστικό μοντέλο σε αδιέξοδο. Μετά το οικονομικό κραχ του 1929, το μέλλον του καπιταλισμού ήταν προδιαγεγραμμένο και η ροπή του να υποκύπτει συνεχώς στα ίδια του τα τραύματα και τις αντιφάσεις, είχε καταστεί αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Από την άλλη πλευρά, τα σοσιαλιστικά «ημίμετρα» που είχαν λάβει τόπο, θεωρούταν ότι θα είχαν στεφθεί από επιτυχία μόνο στην περίπτωση κοινωνικής ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος. Η αποστράγγιση των ευρωπαϊκών αποθεμάτων κατά την διάρκεια του πολέμου έφερε τις ευρωπαϊκές χώρες αντιμέτωπες με μία «οικονομική Δουνκέρκη» -με όρους Κέινς- και το μοναδικό φως στο τούνελ ήταν η κρατικά σχεδιασμένη οικονομία και η υπερατλαντική χείρα βοηθείας, ώστε η ευρωπαϊκή ήπειρος να καταφέρει να βγει από τον οικονομικοκοινωνικό βούρκο. Οι ευρωπαϊκές χώρες μαζί με κάθε σκέψη για ηρωισμούς και ρίσκα, εγκατέλειψαν και την ιδέα της κοινωνικής επανάστασης, καθώς και τον άκρατο οικονομισμό. Η «σχεδιασμένη οικονομία», με τον αυξημένο ρόλο του κράτους ήρθε ως φυσικό επακόλουθο ακόμη και σε χώρες που δεν είχαν βιώσει την κατοχή (π.χ. Βρετανία).

Το κράτος πρόνοιας στην μεταπολεμική Ευρώπη δεν έλαβε υποστήριξη μόνο από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αλλά αποτέλεσε ζήτημα ευρείας συναίνεσης με αρκετές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα. Στην Δυτική Γερμανία η οικονομία παρέμενε σε μεγάλο βαθμό σε ιδιωτικά χέρια, χωρίς να παραλείπονται κρατικές ρυθμίσεις υπέρ των εργαζόμενων. Παρά το ευρύ φάσμα κοινωνικών υπηρεσιών που υιοθετήθηκε από τον μεταπολεμικό κοινοβουλευτικό συνασπισμό Χριστιανοδημοκρατών – Σοσιαλιστών, το εγχείρημα δεν ήταν τόσο φιλόδοξο όσο στην Γαλλία και ειδικότερα στην Μεγάλη Βρετανία. Στην Γαλλία με το σχέδιο Μονέ εθνικοποιήθηκε το 1/5 περίπου της βιομηχανικής παραγωγής, ενώ στην Μεγάλη Βρετανία η έμφαση δόθηκε στον έλεγχο συγκεκριμένων τομέων της οικονομίας και στην καταπολέμηση της ανεργίας μέσω της  στόχευσης πλήρους απασχόλησης.

Η συγκρότηση ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας είναι από μόνο του ένα ριζοσπαστικό εγχείρημα και σε γενικές γραμμές στηρίχθηκε στην διοχέτευση κρατικών πόρων στις δημόσιες δαπάνες και στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, μέσω της προοδευτικής φορολογίας. Παρόλα αυτά, το κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη δεν μεταμόρφωσε την εικόνα της μεταπολεμικής κοινωνικής πραγματικότητας. Ακόμα και στην Βρετανία όπου η κοινωνική κάλυψη εξαπλώθηκε σε ευρύτερη κλίμακα σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, οι κοινωνικές ανισότητες δεν εξαλείφθηκαν και τα μέτρα κοινωνικής πρόνοιας αποδείχτηκαν εξαιρετικά δαπανηρά (το 17% των δημόσιων δαπανών ξοδεύτηκαν μόνο για την κοινωνική ασφάλιση έως το 1949), ενώ η πλήρη απασχόληση δεν κατάφερε να επιφέρει τα αναμενόμενα θετικά αποτελέσματα σε βάθος χρόνου. Η μη επιτυχημένη διαπραγμάτευση του Κέινς στις ΗΠΑ και η άρνηση των Αμερικανών να προβούν σε αναδιάρθρωση  των βρετανικών χρεών προς την Ουάσιγκτον, έδωσε την χαριστική βολή στην κυβέρνηση των Εργατικών.

Ο σοσιαλισμός και η Δυτική Γερμανία δεν ασπάστηκαν ποτέ κάποιον θερμό εναγκαλισμό, καθώς το όραμα του σοσιαλιστή ηγέτη Σουμάχερ για μία σοσιαλιστική Γερμανία, η οποία θα κρατούσε ουδέτερη στάση στον Ψυχρό Πόλεμο δεν συνδέθηκε με την μεταπολεμική πορεία της. Το οικονομικό θαύμα της γερμανικής οικονομίας την περίοδο από το 1949 έως το 1963, έγινε συνώνυμο με τον χριστιανοδημοκράτη ηγέτη Κόνραντ Αντενάουερ, ο οποίος εφήρμοσε πολιτικές ελεύθερης οικονομίας, χωρίς να υποσκάπτονται οι κοινωνικές ρυθμίσεις για την εργασία. Η Δυτική Γερμανία οφείλει εν μέρει την οικονομική της εκτόξευση στην υψηλή βιομηχανική της παραγωγή, στο «διαμάντι» της βαριάς βιομηχανίας και στην αμερικανική πατρωνία. Οι ΗΠΑ μπροστά στην καταιγίδα του Ψυχρού Πολέμου, αποφάσισαν να μην αφήσουν αβοήθητο το οικονομικό τους «αποκούμπι» στην Ευρώπη.

Σε γενικές γραμμές, οι δεκαετίες του 50’ και του 60’ χαρακτηρίστηκαν από οικονομική ευρωστία στην Ευρώπη. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 50’, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα είχε εξελιχθεί σε μία πλήρως αναπτυγμένη Ευρωπαϊκή Κοινότητα και οι χώρες-μέλη  αντίκριζαν υψηλά πλεονάσματα με στόχο μία κοινή ευημερία. Μέσα σε αυτό το κλίμα άνθησης και ευημερίας η Δυτική Γερμανία δέχεται την πρώτη μεταπολεμική της κρίση. Το 1969 οι Σοσιαλδημοκράτες κατάφεραν σε συμμαχία με το κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών, να “εξορίσουν” τους Χριστιανοδημοκράτες για πρώτη φορά μεταπολεμικά στην αντιπολίτευση. Οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες παρά τα πυρά που θα δεχόταν από την μεγαλύτερη δεξαμενή των ψηφοφόρων τους (τη βιομηχανική εργατική τάξη), πρότεινε μέτρα λιτότητας και ανατίμηση του γερμανικού μάρκου. Τελικώς, οι ανατιμήσεις αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν και η αξία του μάρκου ανέβηκε όχι όμως έναντι του γαλλικού φράγκου, ώστε να μην πληγούν οι γερμανικές εξαγωγές στην Γαλλία.

Την ίδια περίοδο η γαλλική οικονομία είχε λυγίσει. Τα αυστηρά μέτρα λιτότητας του προέδρου Ντε Γκολ έδωσαν την αφορμή για την ανάφλεξη του συντηρητικού πλαισίου ενός συμμορφωμένου καπιταλισμού.  Φοιτητικές εξεγέρσεις και εκτεταμένες διαδηλώσεις σε όλη την Ευρώπη συμπεριελάμβαναν ένα μείγμα διαμαρτυριών για τον αμερικανικό πόλεμο στο Βιετνάμ και ασκούσαν οξεία κριτική στις κοινωνικοπολιτικές  εξελίξεις της νέας εποχής. Τα φοιτητικά κινήματα των δεκαετιών του 50’ και του 60’ σηματοδότησαν μία νέα εποχή για την Αριστερά που είχε δανειστεί πολλά από τους προκατόχους της, όμως τα εργαλεία ερμηνείας των κοινωνικών δεδομένων έπρεπε να τεθούν σε ανανεωμένες βάσεις. Καθώς η κοινοβουλευτική οδός είχε μπλεχτεί μέσα στα «ψυχροπολεμικά δίχτυα» και  η αφθονία στις υλικές απολαύσεις αντιλαμβανόταν ως αντάλλαγμα στην υποδούλωση, ο αναβρασμός του 1968 είχε σκοπό να ακολουθήσει έναν «τρίτο δρόμο». Η Νέα Αριστερά ασκούσε κριτική γενικότερα στο σύστημα στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και τα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης. Μπορεί οι προσδοκίες των κοινωνικών κινημάτων της εποχής να μην βρήκαν πολιτικό αντίκρισμα, όμως η εξέγερση του 1968 στο Παρίσι είχε αφήσει το αποτύπωμα της εντός ενός συστήματος σε κρίση.

Η τελευταία προσπάθεια να διατηρηθεί η αριστερή παράδοση ζωντανή, ήταν με τις κυβερνήσεις Χάρολντ Γούιλσον και του Τζέιμς Κάλαχαν  από το 1964- 1979, με ένα μικρό διάλειμμα των συντηρητικών στην κυβέρνηση. Ο  επιχειρησιακός συνδικαλισμός των κανόνων της αγοράς των ιδιωτικών συμφερόντων, έβαλε φρένο στην  προσπάθεια στήριξης του κορπορατισμού και του κεϊνσιανού μοντέλου των εργατικών  κυβερνήσεων στην Μεγάλη Βρετανία. Τα διεθνή δεδομένα δεν στήριζαν τέτοιου είδους μακροοικονομικές πολιτικές. Η κατάρρευση του μεταπολεμικού συστήματος του Μπρέττον Γούντς, το εμπάργκο πετρελαίου και άλλες σημαντικές διεθνείς εξελίξεις ή παράμετροι, δεν ευνοούσαν πλέον την μαζική παραγωγή και τον κορπορατιστικό συμβιβασμό. Αυτό σημαίνει ότι οι υψηλοί μισθοί και η πλήρη απασχόληση, δεν ήταν πλέον βιώσιμες οικονομικές επιλογές.

Η αβεβαιότητα που επικράτησε μετά την αποβολή των ευρωπαϊκών κρατών από την ζώνη του δολαρίου έδωσε υπόσταση στο γαλλογερμανικό «φλερτ» που είχε να αρχίσει να ξεμυτά είδη από την περίοδο της κατοχής (1943 συνεργασία Σπέερ και Ζαν Μπισελόν).  Στα τέλη της δεκαετίας του 70’, ο λεγόμενος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Ισοτιμιών αποτέλεσε μία έσχατη προσπάθεια «σχεδιασμένης οικονομίας» από έναν κεντροαριστερό πολιτικό και τον Γάλλο ομόλογο του. Αρχές της δεκαετίας του 80’, ο σοσιαλδημοκράτης  καγκελάριος Σμιτ, στην προσπάθεια τόνωσης του ποσοστού απασχόλησης την Γερμανία, μετατρέπει για πρώτη φορά το εμπορικό ισοζύγιο σε ελλειμματικό. Όσο ο Σμιτ μετράει αντίστροφα τις μέρες του στην καγκελαρία και η γερμανική αντιπολίτευση (μαζί με το κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών)  απαιτεί αυτοσυγκράτηση και λιτότητα, στην άλλη πλευρά του Ρήνου  οι ασφυκτικές πολιτικές του Προέδρου Μπαρ, φέρνουν τον υπερβολικά φιλόδοξο σοσιαλιστή, Φρανσουά Μιττεράν στην εξουσία. Ο σοσιαλισμός στην Δυτική Ευρώπη ξεκινά και τελειώνει στον εκσυγχρονισμό της και την πλεονασματική οικονομία. Αντίθετα, η δεκαετία του ‘80 φέρνει στο πολιτικό προσκήνιο ένα ιδιόρρυθμο κύμα σοσιαλισμού στις χώρες του Νότου.

Ο σοσιαλισμός στην Γαλλία, στην Ελλάδα και στην Ισπανία, αποτέλεσε κράμα μεταξύ παλαιάς και νέας Αριστεράς και επιχείρησε να αναμείξει περίτεχνα την κοινωνική πρόοδο με την εδραίωση της δημοκρατίας. Ο Μιττεράν στην Γαλλία και ο Παπανδρέου στη Ελλάδα, αλλά και ο Γκονζάλες στην Ισπανία είχαν αντιληφθεί ότι οι παλαιές συνταγές της Αριστεράς περί εκτεταμένων εθνικοποιήσεων,  δεν ήταν βιώσιμες επιλογές. Εισήγαν στην ρητορεία μια εντυπωσιακή ανοικοδόμηση των κοινωνικών δομών κατά την οποία η ψαλίδα των κοινωνικών ανισοτήτων θα έκλινε μέσα από τον εκδημοκρατισμό της οικονομίας και της πολιτικής.  Ο “σοσιαλισμός του Νότου” ασκούσε δριμεία κριτική στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και στο μεγαλύτερο μεταπολεμικό επίτευγμα της, το κράτος πρόνοιας. Οι κοινωνικές βελτιώσεις που επέφερε το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, ισχυριστήκαν ότι δεν επέφεραν κάποια αλλαγή στο κοινωνικό σύστημα και τα μέσα παραγωγής συνέχισαν να ελέγχονται από τα ίδια ιδιωτικά ολιγοπώλια. Το PSOE του Γκονζάλες εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή πιο μετριοπαθές ιδεολογικά σε σχέση με τους ετέρους του και παρά τις αρχικές αιχμές του για το σύστημα, έβαλε από την αρχή το κάρο μπροστά από το άλογο, αντικρίζοντας την κοινωνική ευημερία ως παρεπόμενο της αύξησης κεφαλαίου.

Η Γαλλία επιχείρησε να εφαρμόσει το σοσιαλιστικό οικονομικό πείραμα με τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό και αντίκρισε την θεαματικότερη προσγείωση στην πραγματικότητα. Οι πρώτες κυβερνήσεις Μωρουά, ήλπιζαν να καταπολεμήσουν την λιτότητα μαζί με τον πληθωρισμό μέσω της ενίσχυσης της εγχώριας κατανάλωσης δια της αύξησης των κρατικών παροχών.  Η πολιτική των κοινωνικών δαπανών με απώτερο σκοπό την ευθυγράμμιση της κοινωνικής με την οικονομική άνθιση είναι εφικτό να αποδώσουν καρπούς σε βάθος χρόνου και φυσικά με την προϋπόθεση ότι δεν υφίσταντο διεθνείς κόκκινες γραμμές και πιέσεις. Στην περίπτωση της Γαλλία ο Μιττεράν βρέθηκε αντιμέτωπος με το δίλλημα της στήριξης μιας εύθραυστης γαλλογερμανικής νομισματικής ένωσης εν συνοδεία της αναγκαστικής στροφής 180 μοιρών στο ζήτημα των μέτρων λιτότητας  ή της αποδοχής των αλυσιδωτών συνεπειών που θα επέφερε το τίμημα της αποχώρησης.

Το επιχείρημα ότι το όραμα των σοσιαλιστών του Νότου υποχώρησε μπροστά στις διαχειριστικές ανάγκες της εξουσίας, προσεγγίζει μόνο την ορατή πλευρά του παγόβουνου.  Σε αντίθεση, με την παλαιά Αριστερά η οποία εξέπνευσε πολύ πριν την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, «ο νέος τύπος σοσιαλισμού» των χωρών του Νότου είχε πολύ περισσότερα να δώσει από αυτά που κατάφερε τελικώς  να επιτύχει. Η μεταπολεμική εργατική τάξη δεν μετουσιώθηκε ποτέ σε ενιαίο επαναστατικό υποκείμενο και συνδυαστικά με τη ραγδαία ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα εις βάρος του δευτερογενούς, η τελευταία έπαψε να έχει αυτόνομα κοινωνικά συμφέροντα. Η ταυτότητα της επαγγελματικής τους ιδιότητας ρευστοποιήθηκε και η άνοδος του βιοτικού τους επιπέδου, έφερε στην επιφάνεια νέα αιτήματα.  Ο σοσιαλισμός του νότου ξεκίνησε με τις καλύτερες προθέσεις να αφουγκραστεί τα αιτήματα της νέας εποχής και να εντάξει τα μικρομεσαία στρώματα στην πολιτική ζωή.

Σοβαρό μερίδιο ευθύνης  γύρω από την αποτυχία της  δημοκρατικής κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, δίνεται σαφώς στην έλλειψη ολοκληρωμένου προγράμματος των τριών σοσιαλιστικών κομμάτων και στην «δημιουργική ασάφεια» γύρω από την έννοια της «κοινωνικής αλλαγής». Στην πραγματικότητα όμως, η κοινωνικοποίηση της οικονομίας είναι δαπανηρή και οποιοδήποτε πρόγραμμα ανάπτυξης που θα έβαζε σε κίνδυνο τις διεθνείς ισορροπίες θα έβρισκε μπροστά του το πελώριο τείχος της οικονομικής σταθερότητας.

Συντάκτης: Νεφέλη Πρεβεδουράκη


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.