Η μάχη των Δεκεμβριανών του 1944, παρά το γεγονός ότι επηρέασε καθοριστικά τα πολιτικά δρώμενα στην μεταπολεμική Ελλάδα, παραμένει μέχρι και σήμερα ένα κάπως “άγνωστο” κεφάλαιο στην νεοελληνική ιστορία. Οι πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις των γεγονότων του Δεκεμβρίου του 1944 σημάδευσαν την μεταπολεμική Ελλάδα και αποτέλεσαν τον πρόδρομο για τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε την περίοδο 1946-49.

Για να γίνει καλύτερα αντιληπτή η πολιτική και κοινωνική συγκυρία που ξέσπασαν τα Δεκεμβριανά, πρέπει να ανατρέξουμε στις αρχές της δεκαετίας του 1940. Τον Οκτώβριο του 1940 η Ελλάδα εισήλθε επισήμως στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος έχει ξεκινήσει και οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις καταφέρνουν σταδιακά να απωθήσουν τις Ιταλικές δυνάμεις στο μέτωπο της Αλβανίας. Ο ελληνικός στρατός μάλιστα καταφέρνει να καταλάβει και αρκετές Αλβανικές πόλεις κατά την απώθηση των ιταλικών δυνάμεων. Οι στρατιωτικές επιτυχίες των Ελλήνων θα είναι πρόσκαιρες. Η ναζιστική Γερμανία και η Βουλγαρία, οι σύμμαχοι της Ιταλίας, εξαπολύουν αιφνίδια εισβολή στην Γιουγκοσλαβία στις 6 Απριλίου του 1941. Με ραγδαία ταχύτητα οι Γερμανοί καταλαμβάνουν την Γιουγκοσλαβία και στα τέλη του μήνα, μετά από σοβαρή αντίσταση των ελληνικών δυνάμεων, οι Γερμανοί εισέρχονται στην Αθήνα. Η Ελλάδα πλέον τελεί υπό τριπλή (Γερμανικό , Ιταλικό , Βουλγαρικό) καθεστώς κατοχής.

Ευθύς αμέσως ορίζεται κυβέρνηση “ανδρείκελο” των κατοχικών δυνάμεων με πρωθυπουργό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου. Οι κατοχικές κυβερνήσεις θα ασκήσουν πολιτικές οικονομικής και κοινωνικής λιτότητας εις βάρος του ελληνικού λαού. Μια από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης Τσολάκογλου ήταν η ανάθεση των δυνάμεων ασφαλείας (Αστυνομία Πόλεων και Χωροφυλακή) στα Γερμανικά κατοχικά στρατεύματα. Το 1941 οι Γερμανοί κατακτητές ζητούν από την κατοχική κυβέρνηση  να παραχωρηθούν  Έλληνες πολίτες για την εξυπηρέτηση κατασκευαστικών έργων στην Γερμανία. Η υποχρεωτική εργασία προκάλεσε τεράστια κοινωνική δυσαρέσκεια και ο Τσολάκογλου παραιτείται το 1942, όπου θα αντικατασταθεί από τον Γεώργιο Λογοθετόπουλο. Η νέα κατοχική κυβέρνηση ανακοινώνει ότι 80.000 Έλληνες εργάτες θα πρέπει να εργαστούν υποχρεωτικά σε  Γερμανικά κατασκευαστικά έργα, και η ανακοίνωση αυτή, σε συνδυασμό με την εξαθλίωση του Ελληνικού λαού και τις θηριωδίες των Γερμανών έναντι αμάχων πολιτών, κατά τη διάρκεια της κατοχής, κορυφώνουν την λαϊκή δυσαρέσκεια τόσο προς τα στελέχη των κατοχικών κυβερνήσεων όσο και στις δυνάμεις κατοχής.

Μέσα σε αυτήν την κοινωνική και πολιτική κατακραυγή αρχίζουν να διαμορφώνονται  τα πρώτα αντιστασιακά κινήματα. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1941 ιδρύεται, από τον στρατηγό Ναπολέοντα Ζέρβα, ο Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ). Ο ΕΔΕΣ συσπειρώνει γύρω του μέλη του προοδευτικού κέντρου, των αντιβενιζελικών συντηρητικών κομμάτων και φιλομοναρχικούς. Θα αποτελέσει τον “δεξιό πατριωτικό” αντιστασιακό πυρήνα της εθνικής αντίστασης. Στον αντίποδα, δημιουργείται στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ). Το ΕΑΜ συστάθηκε με πρωτοβουλία του ΚΚΕ και άλλων αριστερών πολιτικών φορέων. Με το ΕΑΜ  συστρατεύθηκαν κατά βάση κομμουνιστές, πολίτες με αριστερά φρονήματα, και τα πιο προοδευτικά στελέχη της βενιζελικής παράταξης. Έναν χρόνο μετά, το ΕΑΜ ιδρύει το στρατιωτικό του παράρτημα, τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό  Στρατό (ΕΛΑΣ). Ο ΕΔΕΣ και ο ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ αναπτύσσουν πολυδιάστατη αντιστασιακή δραστηριότητα. Από νωρίς γίνεται σαφές ότι η αντιστασιακή δράση πρέπει να έχει και πολιτικό περιεχόμενο. Πέρα από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον  των Γερμανών κατακτητών, μέσω διάφορων μεθόδων, οι αντιστασιακές οργανώσεις δείχνουν πολιτική αντίσταση στις πολιτικές αποφάσεις των κατοχικών κυβερνήσεων.

Στις 12 Απριλίου 1942  λιποθυμάει ένας υπάλληλος του κεντρικού ταχυδρομείου της Αθήνας. Η λιποθυμία του υπαλλήλου έμελλε να οδηγήσει σε μια από τις πιο μαζικές απεργιακές κινητοποιήσεις την περίοδο της κατοχής. Πενήντα και πλέον χιλιάδες εργαζόμενοι απεργούν και γίνονται πανελλαδικά καλέσματα για κινητοποιήσεις. Η απεργία  αποτέλεσε την πρώτη μαζική απεργιακή κινητοποίηση στην κατεχόμενη Ευρώπη. Κατάφερε να  “διαλύσει” οποιαδήποτε ελπίδα πολιτικής και κοινωνικής νομιμοποίησης του κατοχικού καθεστώτος και κατέδειξε την στήριξη του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος στις αντιστασιακές δυνάμεις. Η εθνική αντίσταση απέκτησε πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις από τις απεργιακές κινητοποιήσεις και έτσι κατόρθωσε και την ενίσχυση της σε ανθρώπινο δυναμικό. Η απεργία του Απρίλη τόνωσε τα πατριωτικά αισθήματα του ελληνικού λαού και κατόρθωσε να αντιταχθεί σε σημαντικό ποσοστό  στις κατοχικές κυβερνήσεις αλλά και τα  κατοχικά όργανα ασφαλείας.

Την περίοδο 1942-43 η αντιστασιακή δραστηριότητα επεκτείνεται ολοένα και περισσότερο στην ελληνική επικράτεια. Το ΕΑΜ το 1943 αποκτά και πολιτική νεολαία, την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ). Χιλιάδες νέοι εντάσσονται στην ΕΠΟΝ και αναπτύσσουν πολύμορφες αντιστασιακές δραστηριότητες. Η στρατιωτική και πολιτική αντίσταση στις δυνάμεις κατοχής ενδυναμώνεται και το ΕΑΜ μαζί με τον ΕΛΑΣ  αποκτά σχεδόν ένα εκατομμύριο μέλη. Στις 27 Φεβρουαρίου 1943 φεύγει από την ζωή ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής Κωστής Παλαμάς. Τα νέα του θανάτου του διαδίδονται ταχύτατα στην κατοχική Αθήνα. Χιλιάδες Αθηναίοι καταφτάνουν στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών  για να αποτίσουν φόρο τιμής στον Παλαμά. Πολύ γρήγορα η συγκέντρωση μετετράπη σε εκδήλωση πολιτικής ανυπακοής στην Γερμανική κατοχή, καθώς στο νεκροταφείο βρίσκονταν ο κατοχικός Πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος και Γερμανοί αξιωματούχοι. Ο θάνατος του Έλληνα ποιητή προκάλεσε ένα πάνδημο συλλαλητήριο, όπου χιλιάδες  τραγούδησαν τον εθνικό ύμνο και φώναζαν συνθήματα υπέρ της ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας. Ήταν πλέον εμφανές ότι οι κατοχικές δυνάμεις δεν θα μπορούσαν ποτέ να εδραιώσουν και κυρίως να νομιμοποιήσουν την εξουσία τους στην ελληνική επικράτεια.

Η δυσμενής εξέλιξη του πολέμου για τις δυνάμεις του  Άξονα ( Ναζιστική Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία) είχε άμεσες επιπτώσεις σε όλη την Ευρώπη. Οι αποτυχημένες στρατιωτικές επιχειρήσεις των Γερμανών στην Βόρεια Αφρική  έδωσαν ένα σημαντικό πλεονέκτημα στις συμμαχικές δυνάμεις. Η Μεσόγειος θάλασσα ήταν πάλι υπό την επικυριαρχία των συμμαχικών δυνάμεων και ειδικότερα των Βρετανών. Παράλληλα η Ναζιστική Γερμανία εξαντλούσε τις στρατιωτικές της δυνάμεις στο  ανατολικό μέτωπο εναντίον της Ε.Σ.Σ.Δ.  Η  ήττα των Ναζί άρχισε να φαίνεται στον ορίζοντα και το ηθικό των συμμαχικών δυνάμεων διαρκώς ενισχυόταν. Οι “ρωγμές” στις πολεμικές προσπάθειες των Γερμανών είχαν όμως αρνητικό αντίκρισμα στις κατεχόμενες χώρες. Ο ιδεολογικός φανατισμός των Γερμανών Ναζί οδήγησε σε μαζικές σφαγές και θηριωδίες εις βάρος δεκάδων χιλιάδων αμάχων. Μέχρι το 1943  το ναζιστικό καθεστώς είχε σκοτώσει σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια μέλη της εβραϊκής κοινότητας. Η παντελής αδιαφορία και απαξίωση των ναζιστικών και φασιστικών καθεστώτων για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια φάνηκε από τα φρικαλέα εγκλήματα που πραγματοποιήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η συστηματική σφαγή Εβραίων, ατόμων με ειδικές ανάγκες, Ρομά, και μελών της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, ήταν “θεμέλιος λίθος” της θεωρίας της “Άριας Φυλής” που ευαγγελιζόταν το ναζιστικό καθεστώς. Εν ολίγοις, η θεωρία της “Άριας Φυλής” στόχευε στην μαζική εξόντωση ευπαθών κοινωνικών ομάδων, καθώς αυτές οι ομάδες θεωρούνταν ως “υπάνθρωπες”. Μέχρι το τέλος του πολέμου οι ναζί  είχαν αφανίσει εννέα εκατομμύρια Εβραίους, Ρομ, πολιτικούς κρατούμενους και ομοφυλόφιλους. Όμως το τέλος του ναζιστικού καθεστώτος έρχονταν όλο και πιο κοντά.

Το 1944 τα Γερμανικά στρατεύματα αρχίζουν και αποσύρονται από την Ελλάδα. Οι βαριές απώλειες των Γερμανών στο Ανατολικό μέτωπο και η απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στις γαλλικές ακτές της Νορμανδίας, άσκησαν σοβαρές πιέσεις στις γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η αποχώρηση των Γερμανικών στρατευμάτων έφερε μια τεράστια ανακούφιση για εκατομμύρια πολίτες. Οι αγώνες της εθνικής αντίστασης δικαιώνονταν και άνοιγε ένα νέο ιστορικό κεφάλαιο για την Ελλάδα. Την ίδια χρονιά, βρετανικά στρατεύματα αποβιβάζονται στην Ελλάδα με το  πρόσχημα της στήριξης των αντιστασιακών προσπαθειών. Στις 26 Σεπτεμβρίου υπογράφεται η Συμφωνία της Καζέρτας στην ομώνυμη Ιταλική πόλη. Η συμφωνία προέβλεπε τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας μεταξύ της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Βασικός όρος της συμφωνίας ήταν ότι όλες οι αντιστασιακές στρατιωτικές δυνάμεις που δρούσαν στην Ελλάδα θα υπαγόταν στην νέα μεταπολεμική κυβέρνηση. Οι ηγεσίες του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ συμφώνησαν και έτσι στις 18 Οκτωβρίου του 1944 ο Παπανδρέου επιστρέφει στην Ελλάδα.

Η επιστροφή του Παπανδρέου στην Ελλάδα γίνεται σε ένα οξυμένο πολιτικό κλίμα. Οι πληγές της Κατοχής δημιούργησαν μια τεράστια ανάγκη για πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Τα μέλη του ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ μιλούσαν ανοιχτά για την εγκαθίδρυση της αβασίλευτης δημοκρατίας, ένα πάγιο αίτημα του ευρύτερου αριστερού και προοδευτικού χώρου ήδη από την προπολεμική περίοδο. Η μεταπολεμική Ελλάδα είχε αποκτήσει ένα νέο πολιτικό δίπολο. Η παλιά αντιπαράθεση μεταξύ των Βενιζελικών και των Αντιβενιζελικών είχε αντικατασταθεί από τις πολιτικές διαφωνίες των αριστερών στελεχών του ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ και του ΚΚΕ με τις δεξιές συντηρητικές  κυβερνητικές δυνάμεις. Το νέο πολιτικό κλίμα αυτό δυναμίτισε την πολιτική και κοινωνική ζωή ήδη από την απελευθέρωση της Ελλάδα. Το ΕΑΜ, με κύριο πολιτικό καθοδηγητή το ΚΚΕ,  είχε συσπειρωμένο  γύρω του ευρύτερα λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Η πολιτική στήριξη του εργατικού και του συνδικαλιστικού κινήματος την περίοδο της κατοχής , είχε δημιουργήσει πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες. Το ΕΑΜ είχε αποκτήσει χαρακτηριστικά ενός μαζικού πολιτικού φορέα, με στόχο την προάσπιση και την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των αδύναμων. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ παράλληλα αποτελούσαν την μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στην χώρα, καθώς δεν είχε οργανωθεί ακόμα εθνικός στρατός. Ο ΕΛΑΣ τον Οκτώβριο του 1945 είχε υπό τα όπλα  50.000 άνδρες. Η κυβέρνηση Παπανδρέου αρχικά στηρίχτηκε στα Αγγλικά στρατεύματα που παρέμεναν στην Ελλάδα. Η παραμονή των Αγγλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση, αποκάλυπτε ορισμένες σκοπιμότητες.

Το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου άλλαξε ριζικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες και δημιούργησε κυριολεκτικά ένα νέο πολιτικό πλαίσιο. Στις αρχές Φεβρουαρίου  του 1945  οι ηγέτες της Μεγάλης Βρετανίας, των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης συναντήθηκαν στην Ουκρανική πόλη της Γιάλτας. Η Διάσκεψη της Γιάλτας, όπως ονομάστηκε, έθεσε τα θεμέλια για την μεταπολεμική πολιτική ανασυγκρότηση της Ευρώπης. Η  Γιάλτα λειτούργησε ως σημείο αναφοράς της νέας εποχής που θα εισερχόταν η Ευρώπη, αυτής του Ψυχρού Πολέμου. Ο Ψυχρός Πόλεμος συνοψίζεται στην  ιδεολογική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Σοβιετική Ένωση και τα κομμουνιστικά καθεστώτα εν γένει και στις δυτικές καπιταλιστικές και κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Οι δύο νέες υπερδυνάμεις, δηλαδή οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση, προσπάθησαν να κυριαρχήσουν στον παγκόσμιο πολιτικό χάρτη. Στην Γιάλτα αποφασίστηκε η επιρροή των δυτικών συμμάχων και της Σοβιετικής Ένωσης πάνω στην ρημαγμένη από τον πόλεμο ευρωπαϊκή ήπειρο. Η Ελλάδα έπεσε στην “αγκαλιά” των δυτικών συμμάχων, επομένως η ύπαρξη αγγλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα “νομιμοποιούταν”  από την μοιρασιά της  Διάσκεψης της Γιάλτας.

Οι Βρετανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι στην Ελλάδα θεώρησαν ότι η ύπαρξη του ΕΑΜ και κατ’ επέκταση του ΕΛΑΣ εμπόδιζε την κυβερνητική εξουσία να αναλάβει τα ηνία της χώρας. Σταδιακά άρχιζε να γίνεται εμφανές ότι οι Άγγλοι ήθελαν την αποδιοργάνωση του ΕΛΑΣ και την πολιτική αποδυνάμωση του ΕΑΜ αλλά και της Αριστεράς γενικότερα. Η πολιτική συγκυρία που επικρατούσε δεν ευνοούσε τις φιλοδοξίες των Άγγλων. Η  Αριστερά είχε ακόμη την πολιτική και κοινωνική στήριξη των εργατικών – λαϊκών στρωμάτων. Στην κυβέρνηση εθνική ενότητας συμμετείχαν 7 στελέχη του ΕΑΜ ως υπουργοί. Οι πιέσεις των Άγγλων στρατιωτικών και διπλωματικών αξιωματούχων για την διάλυση του ΕΛΑΣ εν τέλει “έπιασαν τόπο”. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός δεν είχε παρόμοιες φιλοδοξίες. Ο Παπανδρέου φοβόταν ότι το ΚΚΕ, μέσω του ΕΑΜ, επιδίωκε την επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος. Η πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε, κορυφώθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1944 με την παραίτηση των επτά αριστερών μελών του υπουργικού συμβουλίου.

Η συντεταγμένη αποχώρηση των εαμικών στελεχών από την κυβέρνηση ενότητας επιταχύνει τις εξελίξεις. Το ΕΑΜ αποφασίζει να οργανώσει συλλαλητήριο διαμαρτυρίας την 3η Δεκεμβρίου. Στην αρχή η κυβέρνηση επιτρέπει την διεξαγωγή του, ύστερα όμως αρνήθηκε. Παρά την ρητή απαγόρευση του συλλαλητηρίου, τα στελέχη του ΕΑΜ επέμειναν ότι το συλλαλητήριο θα γινόταν ανεξαρτήτως της απαγόρευσης. Στις 2 Δεκέμβριου συγκαλείται υπουργικό συμβούλιο με θέμα συζήτησης το συλλαλητήριο αλλά και την γενικότερη πολιτική κατάσταση που επικρατεί. Η συνεδρίαση διακόπηκε από τον διευθυντή της αστυνομικής υπηρεσίας Αθηνών, Άγγελο Έβερτ. Ο Έβερτ είχε πληροφορηθεί πως το συλλαλητήριο θα γινόταν στις 3 Δεκέμβριου και ότι τα μέλη του ΕΑΜ θα προσπαθούσαν να καταλάβουν τα παλαιά βασιλικά ανάκτορα και την αστυνομική διεύθυνση. Οι πληροφορίες αυτές δεν επαληθεύτηκαν πότε, καθώς δεν έγινε καμία προσπάθεια κατάληψης κάποιου κτιρίου. Ήταν παραπληροφόρηση, που στόχευε στην δημιουργία έντασης ανάμεσα στους διαδηλωτές και τις δυνάμεις ασφαλείας.

Η 3η Δεκεμβρίου ήταν μια ψυχρή και σκληρή μέρα για την Αθήνα, αλλά και την νεοελληνική ιστορία. Το συλλαλητήριο θα ξεκινούσε στην Πλατεία Συντάγματος στις 11 το πρωί. Εκεί είχαν αρχίσει να μαζεύονται στελέχη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, εργαζόμενοι, φοιτητές και απλοί πολίτες. Ο Έβερτ, έχοντας την έγκριση της κυβέρνησης, έλαβε δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. 2.500 χιλιάδες αστυνομικοί συγκεντρώθηκαν πέριξ της πλατείας Συντάγματος οπλισμένοι. Το συλλαλητήριο ξεκινά και οι αστυνομικές δυνάμεις περιμένουν αγωνιωδώς τους διαδηλωτές. Αρκετή ώρα πριν τις την ώρα της συγκέντρωσης χιλιάδες κόσμου άρχισε να κινείται προς το κέντρο της πόλης. Στις 10:30 η πλατεία Συντάγματος  ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Ξαφνικά ακούγονται πυροβολισμοί στην λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Οι αστυνομικές δυνάμεις άνοιξαν πυρ εναντίον των διαδηλωτών διότι πίστευαν ότι οι διαδηλωτές θα καταλάμβαναν το σπίτι του πρωθυπουργού. Η επίσημη αναφορά της αστυνομίας έκανε λόγο για εξαγριωμένους και ενόπλους διαδηλωτές, όμως αυτόπτες μάρτυρες  αντέκρουσαν τις πληροφορίες αυτές. Στις 10:45 είχε γίνει σαφές ότι το συλλαλητήριο δεν θα μπορούσε να κρατήσει τον ειρηνικό του χαρακτήρα. Μαζικά οι διαδηλωτές προσπάθησαν να σπάσουν τις αλυσίδες των αστυνομικών. Στην Λεωφόρο Αμαλίας οι διαδηλωτές καταφέρνουν να διαπεράσουν τις αστυνομικές δυνάμεις, όμως  εκείνες αρχίζουν και πυροβολούν. Ο απολογισμός του Συλλαλητηρίου είναι βαρύς με 33 νεκρούς και 148 τραυματίες.

Η παραπληροφόρηση της αστυνομίας και η ανεξέλεγκτη χρήση βίας προκάλεσαν αναταραχή στην ηγεσία του ΕΑΜ αλλά και του ΚΚΕ. Η πολιτική ρήξη ανάμεσα στην αριστερά και στην κυβέρνηση ήταν πλέον εμφανής και η οργή για τους δεκάδες νεκρούς του συλλαλητηρίου  δημιούργησε μια νέα πολιτική συγκυρία για το ΚΚΕ και τον ΕΑΜ. Ανασυστήνεται η κεντρική επιτροπή του ΕΛΑΣ και μέσα στους κόλπους του επικρατεί αναταραχή. Πολλά στελέχη του ΕΑΜ, του ΚΚΕ και στρατιωτικοί του ΕΛΑΣ αρχίζουν να υποστηρίζουν την πολεμική σύγκρουση με τις κυβερνητικές δυνάμεις και τα αγγλικά στρατεύματα. Στις 5 Δεκέμβριου ξεκινάει επισήμως η μάχη των Δεκεμβριανών. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιχειρούν την κατάληψη των φυλακών Συγγρού, όπου κρατούνταν οι δωσίλογοι της κατοχής. Η μάχη των Δεκεμβριανών θα κρατήσει επισήμως μέχρι τον Ιανουάριο του 1945 έχοντας θύματα περίπου επτά χιλιάδες. Η υπεροχή των βρετανικών δυνάμεων σε ανθρώπινο δυναμικό και στρατιωτικό εξοπλισμό συνέβαλλε αποφασιστικά στην έκβαση της μάχης. Οι δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ  ηττήθηκαν και οι συγκρούσεις τελείωσαν ολοκληρωτικά με την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945. Η συμφωνία προέβλεπε την αποστράτευση  και αφοπλισμό των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, την πλήρη αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών των ανταρτών, την παραχώρηση αμνηστίας για τα Δεκεμβριανά και την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα το 1945.

Η συμφωνία δεν κατάφερε να εξομαλύνει τις σχέσεις των δυνάμεων της Αριστεράς με την κυβέρνηση. Ευθύς μετά την Βάρκιζα άρχισε η περίοδος της “λευκής τρομοκρατίας” ο εκφοβισμός δηλαδή από κρατικές και παρακρατικές δυνάμεις κομμουνιστών, αριστερών και προοδευτικών πολιτών. Η  “λευκή τρομοκρατία” επιτάχυνε τις πολιτικές εξελίξεις και ένα χρόνο αργότερα θα ξεκινούσε ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στο ΚΚΕ και στις κυβερνητικές δυνάμεις. Ο  καταστροφικός εμφύλιος σπαραγμός του “1946-49” άφησε πίσω  του 38.340 νεκρούς και ανυπολόγιστες οικονομικές και κοινωνικές ζημίες για την Ελλάδα.

Η ήττα του Ε.Α.Μ.  άλλαξε το πολιτικό τοπίο. Οι μετεμφυλιακές κυβερνήσεις προσπάθησαν να περιορίσουν κατά πολύ την σημασία του εμφυλίου. Για την κυβερνητική εξουσία ο εμφύλιος ήταν μια συμπλοκή με οπλισμένους κομμουνιστές. Η επίσημη ονομασία του εμφυλίου (μέχρι το 1980) ήταν ο ‘συμμοριτοπόλεμος’. Οι πληγές του εμφύλιου πολέμου  θα στοίχειωναν την σύγχρονη Ελλάδα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν την γενεσιουργό αιτία της πόλωσης ανάμεσα στην αριστερά και στις “εθνικόφρονες”  δυνάμεις. Η πολιτική πόλωση, ο φανατισμός και η χρήση εκτεταμένης βίας υπονόμευσε την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας για δεκαετίες. Το πολιτικό επακόλουθο των γεγονότων του Δεκέμβριου του 1944 δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για το ξέσπασμα του εμφύλιου. Παράλληλα τα Δεκεμβριανά  έγραψαν τις πιο ‘μαύρες’ σελίδες της νεοελληνικής πολιτικής ιστορίας. Οι χιλιάδες νεκροί και τραυματίες των συγκρούσεων, άφησαν το στίγμα τους στην ιστορία της χώρας. Τα Δεκεμβριανά ας λειτουργήσουν ως υπενθύμιση των  επιπτώσεων της αλαζονείας, του φανατισμού και της αμετροέπειας στην ήδη ευαίσθητη κοινωνική και πολιτική ζωή της Ελλάδας.

Συντάκτης: Πάρης Γιαννούλης

Πηγές:


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.