Το Κυπριακό ζήτημα, όπως εξετάσαμε και στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, ήδη από την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960 είχε εισέλθει σε μία νέα εποχή. Ωστόσο, οι δύο κοινότητες δεν φαινόταν διατεθειμένες να τηρήσουν τους όρους των Συνθηκών της Ζυρίχης και του Λονδίνου, ενώ οι αφορμές για διακοινοτικές συγκρούσεις αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο. Από την άλλη σε διπλωματικό επίπεδο οι επαφές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας κατέληγαν στο κενό, ενώ οι Η.Π.Α. διατηρούσε τις ισορροπίες μεταξύ των δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ. Η υπεροχή της Ελλάδας κάμφθηκε με την απομάκρυνση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, κατόπιν απαίτησης της Τουρκίας μετά τα γεγονότα της Κοφίνου τον Νοέμβριο του 1967. Το γεγονός αυτό κατέστησε ισότιμη την παρουσία των ελληνικών και τουρκικών δυνάμεων στην Κύπρο, αναδεικνύοντας τον αμερικανικό παράγοντα καθοριστικό στην εξέλιξη του ζητήματος.

Οι πρώτες επιπτώσεις έγιναν φανερές τον Δεκέμβριο του 1967, όταν η τουρκοκυπριακή ηγεσία προχώρησε στην ίδρυση της Προσωρινής Τουρκοκυπριακής Διοίκησης στον Τουρκικό τομέα της Λευκωσίας ενώ την ίδια περίοδο προέβη σε μονομερή μερική τροποποίηση του Συντάγματος. Μετά την ίδρυση της προσωρινής αυτής διοίκησης, ασκούσε την εξουσία στους τουρκοκυπριακούς θύλακες σαν ένα ανεξάρτητο κράτος. Παράλληλα, ο  ελληνοκύπριος Πρόεδρος Μακάριος στις αρχές του 1968, συνειδητοποιώντας την δεινή θέση στην οποία έχει περιέλθει η ελληνοκυπριακή κοινότητα μετά την αποχώρηση της μεραρχίας, εξαγγέλλει την “θεωρία του εφικτού” σύμφωνα με την οποία ήταν ευκταία μεν η ένωση της νήσου με την Ελλάδα αλλά έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην εφικτή λύση, δηλαδή, την κατοχύρωση της δεσμευμένης ανεξαρτησίας. Από την άλλη, η περίοδος εκείνη σημαδεύτηκε από δύο σημαντικές απόπειρες δολοφονιών οι οποίες οδήγησαν σε τροχιά ρήξης τις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Λευκωσίας. Πρώτη είχε ως στόχο τη δολοφονία του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου τον Αύγουστο του 1968, από τον αντικαθεστωτικό Αλέξανδρο Παναγούλη ο οποίος οργάνωσε το σχέδιο του στην Κύπρο με την βοήθεια του υπουργού Αμύνης- Εσωτερικών Πολύκαρπο Γιωρκάτζη. Η επιχείρηση ωστόσο, απέτυχε ενώ ο Μακάριος αναγκάστηκε να απομακρύνει τον Γιωρκάτζη από τα καθήκοντα του ο οποίος πλέον τέθηκε κατά του Μακαρίου. Η δεύτερη απόπειρα, η οποία είχε ως στόχο της τον Μακάριο, έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 1970, όταν τα αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε, δέχτηκε πυρά από ομάδα οπλισμένων ανδρών με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο πιλότος ο οποίος παρόλα αυτά κατάφερε να το προσγειώσει με ασφάλεια. Άμεσα ύποπτος θεωρήθηκε ο Γιωρκάτζης καθώς, οι δράστες αποτελούνταν εκτός από λεγόμενους αντιμακαριακούς  και από υποστηρικτές του πρώην υπουργού, ο οποίος λίγες ημέρες αργότερα βρέθηκε νεκρός από άγνωστα πυρά. Οι έρευνες της Κυπριακής αστυνομίας συμπέραναν ότι το ελληνικό καθεστώς συνδέονταν με τα δύο παραπάνω γεγονότα.

Στο εξωτερικό πεδίο μετά την αποχώρηση της ελληνικής Μεραρχίας, η δικτατορική κυβέρνηση με Υπουργό Εξωτερικών τον Παναγιώτη Πιπινέλη έδινε έμφαση στην αποδοχή της Κυπριακής ανεξαρτησίας και στην επίλυση του ζητήματος απευθείας μέσω διακοινοτικών συνομιλιών, ενώ εάν οι συνομιλίες είχαν αποτέλεσμα τότε θα ακολουθούσε Διεθνής Συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Ωστόσο, μετά τον θάνατο του Πιπινέλη το 1970, η ελληνική πλευρά επιδιώκοντας να αποφύγει ενδεχόμενη εισβολή της Τουρκίας στο νησί, επιθυμούσε την διευθέτηση του ζητήματος ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, επιβάλλοντας την λύση στον Μακάριο.

Οι σχέσεις μεταξύ της Ελλάδας και του Μακαρίου διαταράχθηκαν ακόμη περισσότερο μετά την μυστική άφιξη του Γρίβα τον Σεπτέμβριο του 1971 στην Κύπρο, ο οποίος μετά τα γεγονότα της Κοφίνου είχε τεθεί σε κατ οίκον περιορισμό στην Αθήνα. Σύμφωνα με μαρτυρίες που κατατέθηκαν στην Κυπριακή Βουλή για το Φάκελο της Κύπρου η ελληνική κυβέρνηση γνώριζε το σχέδιο του Γρίβα να κατέλθει στην Κύπρο. Ο πρώην στρατηγός ίδρυσε την οργάνωση ΕΟΚΑ Β η οποία στόχευε στην ανατροπή του Μακαρίου και στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Η οργάνωση ωστόσο, πήρε εγκληματική τροπή με δολιοφθορές και ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ της ΕΟΚΑ Β και της Αστυνομίας, με απόρροια να επικρατήσει διχασμός στο νησί, φτάνοντας στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου. Η κατάσταση οξύνθηκε ακόμη περισσότερο, έπειτα από την δεύτερη παραλαβή τσεχοσλοβακικού πολεμικού υλικού από τον Μακάριο τον Ιανουάριο του 1972, οπότε και η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε την παράδοση του τελευταίου στον ΟΗΕ και την ανάληψη της εξουσίας  από κυβέρνηση εθνικής ενότητας. H σχέση μεταξύ Παπαδόπουλου και Γρίβα εισήλθε σε κρίση από το 1973 όταν το ελληνικό καθεστώς άρχιζε να στηρίζει διακοινοτικές συνομιλίες. Στο πλαίσιο μάλιστα βελτίωσης των σχέσεων με τον Μακάριο ο Παπαδόπουλος τον Αύγουστο του 1973 αποκήρυξε την δράση της ΕΟΚΑ Β ως επιζήμια για το έθνος. Η οργάνωση παρόλα αυτά συνέχισε τις συγκρούσεις, οι οποίες είχαν φτάσει στο απόγειο τους, με αποκορύφωμα την απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου δύο μήνες αργότερα.

Την ίδια περίοδο ωστόσο, ο Παπαδόπουλος είχε στοχοποιηθεί αφενός, από τους Αμερικανούς εξαιτίας της άρνησης του να κατασκευαστούν στην Ελλάδα αμερικανικές βάσεις για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή αφετέρου δε από σκληροπυρηνικούς του καθεστώτος οι οποίοι δεν επιθυμούσαν φιλελευθεροποίηση του. Έτσι μία εβδομάδα μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου την 17η Νοέμβρη 1973, ο παλιός του συνεργάτης του Παπαδόπουλου Δημήτριος Ιωαννίδης ανατρέπει την στρατιωτική εξουσία 21ης Απριλίου επιβάλλοντας ο ίδιος δικτατορία. Ο τελευταίος ως πιο ακραίος του καθεστώτος υποστήριζε την ανατροπή του Μακαρίου ενώ μετά τον θάνατο του Γρίβα τον Ιανουάριο του 1974, τα ηνία της ΕΟΚΑ ανέβαλε ουσιαστικά ο ίδιος. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους οι τεταμένες σχέσεις Αθήνας και Λευκωσίας οδηγήθηκαν στο κενό, όταν ο Μακάριος ζήτησε την απόσυρση όλων των ελλαδιτών αξιωματικών από την Κύπρο. Ο Ιωαννίδης απαντά με την διεξαγωγή πραξικοπήματος εναντίον του Μακαρίου στις 15 Ιουλίου 1974, το οποίο στέφθηκε με επιτυχία. Ο Μακάριος κατέφυγε στην Νέα Υόρκη κάνοντας λόγο για ελληνική εισβολή στο νησί ενώ ζήτησε επέμβαση των έτερων εγγυητριών δυνάμεων επί της νήσου, Αγγλίας και Τουρκίας.

Την προαναφερθείσα ιδιότητα της ως εγγυήτρια δύναμη έσπευσε να αξιοποιήσει η Τουρκία  για να πραγματοποιήσει την εισβολή στο νησί στις 20 Ιουλίου 1974, γνωστή ως «Αττίλας 1», με πρόσχημα  την ειρηνευτική  επέμβαση βασιζόμενη  στο άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου. Παρά τις διαβεβαιώσεις των Η.Π.Α. στην ηγεσία της Ελλάδας περί μη εισβολής της Τουρκίας στο νησί, χαράματα της 20ης Ιουλίου τουρκικά αεροσκάφη ξεκίνησαν βομβαρδισμούς των κυπριακών δυνάμεων ενώ μεταγωγικά μετέφεραν στρατό στην περιοχή της Κερύνειας. Οι ελληνοκύπριοι πέρασαν στην αντεπίθεση ωστόσο, μετά την αμυντική απογύμνωση της Κύπρου το 1967 οι δυνάμεις τους υστερούσαν σε μεγάλο βαθμό. Η ηγεσία της χούντας αιφνιδιασμένη συγκαλεί σύσκεψη στο Πεντάγωνο με εκπροσώπους των Η.Π.Α. οι οποίοι αποτρέπουν την Ελλάδα να αντιδράσει, ενώ παράλληλα αρνήθηκαν να προσφέρουν βοήθεια σε περίπτωση πολέμου με την Τουρκία προκαλώντας την οργή του Ιωαννίδη. Ο τελευταίος διέταξε γενική επιστράτευση, απειλώντας να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία ωστόσο, συνάντησε την αντίθεση των στρατιωτικών οι οποίοι δεν επιθυμούσαν ανάμιξη στα θέματα της Κύπρου επικαλούμενοι λόγους εθνικής ασφάλειας. Τελικά, την μοναδική βοήθεια αποτέλεσε η μυστική αποστολή δεκαπέντε αεροσκαφών με τη μορφή τάγματος καταδρομών, από τα οποία μερικά μόνο αποβιβάστηκαν στο νησί. Τα υπόλοιπα, δέχθηκαν φίλια πυρά από τους Ελληνοκύπριους, οι οποίοι νόμιζαν ότι ήταν τούρκικα. Από την άλλη στην Κύπρο ξεκίνησε το 2ο κύμα απόβασης τουρκικού στρατού κατακτώντας την περιοχή της Κερύνειας στις 22 Ιουλίου ενώ την ίδια μέρα με μεσολάβηση του εκπροσώπου του Αμερικανού υπουργού εξωτερικών Χένρυ Κίσινγκερ, κηρύχθηκε ανακωχή και οι μάχες σταμάτησαν στις 23 Ιουλίου. Ταυτόχρονα, στην Αθήνα  το καθεστώς Ιωαννίδη κατέρρευσε υπό το βάρος των καταιγιστικών εξελίξεων, ενώ κατόπιν σύσκεψης αποφασίστηκε να παραδοθεί η εξουσία στον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον οποίο κάλεσαν εσπευσμένα από το Παρίσι.

Ο τελευταίος σχημάτισε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας στις 24 Ιουλίου, ενώ την επομένη ξεκίνησαν στη Γενεύη διαπραγματεύσεις μεταξύ των τριών εγγυητριών δυνάμεων Ελλάδας, Αγγλίας και Τουρκίας η οποία ήλεγχε το 7% της νήσου. Ακολούθησε η υπογραφή της Συμφωνίας της Γενεύης η οποία προέβλεπε κατάπαυση πυρός και η μη επέκταση της Τουρκίας στο νησί. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν τον Αύγουστο του ίδιου έτους με την Τουρκία να ζητάει τον έλεγχο του 34% της Κύπρου. Στις 14 Αυγούστου, ενώ η Ελλάδα δεν είχε απαντήσει ακόμα στην πρόταση της Τουρκίας, η τελευταία  ενισχύοντας τις δυνάμεις της στην Κύπρο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων προχώρησε στη δεύτερη εισβολή με την κωδική ονομασία «Αττίλας2». Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ζήτησε την αποστολή βοήθειας αλλά οι στρατιωτικοί αρνήθηκαν, φοβούμενοι επέκταση του πολέμου στην Ελλάδα, με απότοκο παρά τη γενναία αντίσταση των Ελληνοκυπρίων η Τουρκία σε διάστημα τριών ημερών να καταλάβει το 37% της Κύπρου. Με την Συμφωνία  της Βιέννης το 1975 ακολούθησε η ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των Ελληνοκύπριων και Τουρκοκυπρίων.

Το Κυπριακό ζήτημα καθοριζόμενο εν πολλοίς από τις επιπτώσεις του Ψυχρού Πολέμου οι οποίες επηρέαζαν τις κινήσεις της εσωτερικής και εξωτερικής ελληνικής πολιτικής, κατέληξε στην de facto διχοτόμηση του νησιού με πάνω από 200.000 Κύπριους να εκτοπίζονται, ενώ στη συνέχεια το 1983 ανακηρύχθηκε το τουρκικό ψευδοκράτος. Οι συνομιλίες για την επίλυση του ζητήματος υπό τις νέες δεδομένες συνθήκες της de facto διχοτόμησης συνεχίζονται ατελέσφορες έως τώρα ακόμη και σήμερα.

Συντάκτης: Αχιλλέας Παπαστεργίου


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

ΜΕΡΟΣ 1