Οκτώ δισεκατομμύρια άνθρωποι πάνω στον πλανήτη γη. Ογδόντα επτά εκατομμύρια στην Ευρώπη έχουν κάποια μορφή αναπηρίας, ενώ παγκόσμια το ποσοστό ανέρχεται στο 15%, δηλαδή ξεπερνά το ένα δισ. σύμφωνα με τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Παγκόσμιας Έκθεσης Αναπηρίας.

Για τον περισσότερο κόσμο, τον αδιάφορο, γίνονται γνωστοί μέσα από τους προσδιορισμούς άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, καθηλωμένοι σε αναπηρικές καρέκλες, ως νοητικά καθυστερημένοι, κωφάλαλοι, κατάκοιτοι. Λανθασμένες εκφράσεις, πεπαλαιωμένες, που μέσα τους υποβόσκει η απαιδευσία. Στο σήμερα, σε έναν κόσμο που προσπαθεί για την αλληλεγγύη και την κοινωνική ενσωμάτωση, πάσης διαφορετικότητας, είναι άνθρωποι με αναπηρία ή με χρόνιες παθήσεις, είναι χρήστες αναπηρικού αμαξιδίου, κωφοί ή βαρήκοοι, άτομα με βαριά αναπηρία.

Κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, αποδεκτός γίνεται ο όρος άτομα με αναπηρίες ( ΑμεΑ ), ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 21 του Συντάγματος περί προστασίας οικογένειας, γάμου, μητρότητας, παιδικής ηλικίας και δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, (παράγραφος 6). Χρήση τυγχάνουν να έχουν και χαρακτηρισμοί όπως ευπαθείς, ευάλωτες ή/και ευαίσθητες ομάδες. Ωστόσο, είναι όροι ασαφείς, μη νομικοί και ολότελα απροσδιόριστοι,  επομένως χωρίς καμία πρακτική αξία.

Πέραν όμως της πολύβουης ορολογίας, η προσέγγιση της αναπηρίας παρουσιάζει πλήθος εννοιών, οι οποίες συγκλίνουν ή διαφέρουν μερικώς ή ολικώς. Συγκεκριμένα, η διεθνής βιβλιογραφία δεν αποδέχεται έναν καθολικό ορισμό, αντιθέτως αναφέρει πολλούς και διαφορετικούς. Η απόδοση των ορισμών δεν χρεώνεται μόνο σε γιατρούς ή βιολόγους, καθώς λόγο εκφέρουν επίσης, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, παιδαγωγοί, διεθνείς οργανισμοί και λοιποί φορείς. Στην ελληνική επικράτεια, ο νομικός κόσμος αποδέχεται τον ορισμό του Ν 44 88/2017 άρθρο 60, σύμφωνα με τον οποίο άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ) νοούνται «τα άτομα με μακροχρόνιες σωματικές ή ψυχικές, νοητικές ή αισθητηριακές δυσχέρειες, οι οποίες σε αλληλεπίδραση με διάφορα εμπόδια, ιδίως θεσμικά, περιβαλλοντικά ή εμπόδια κοινωνικής συμπεριφοράς, δύναται να παρεμποδίσουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή των ατόμων αυτών στην κοινωνία, σε ίση βάση με τους άλλους.” Η Ίδια διατύπωση συναντάται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των ΑμεΑ που υπογράφηκε το 2007 και κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν4074/2012 ύστερα από ψήφισμα της Βουλής.

Ο ορισμός που παρατέθηκε, αποτελεί εμπεριστατωμένο συμπέρασμα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ) και του δεύτερου μοντέλου ICIDH (International Classification of Impairments Disabilities and Handicaps 1980), το οποίο, μετονομάστηκε το 2001 σε ICF (International Classification of Functioning Disability and Health). Τα δύο διαδοχικά μοντέλα αποτελούν μια διεθνή ταξινόμηση της αναπηρίας. Έτσι κατά το πιο πρόσφατο ICF, υιοθετούνται δίπλα στους ιατρικούς παράγοντες της αναπηρίας, και οι κοινωνικές της πτυχές. Εντάσσονται οι «παράγοντες πλαισίου» (contextual factors), δηλαδή οι περιβαλλοντικοί και ατομικοί παράγοντες, οι οποίοι μπορεί να έχουν αντίκτυπο στην υγεία του ανθρώπου. Συνεπώς, η αναπηρία πέραν της ιατρικής της προσέγγισης, αποκτά και κοινωνικές βάσεις. «Η απόκλιση του ατόμου από το φυσιολογικό» παύει να είναι απάντηση στο ερώτημα που έχει διχάσει γενιές και αιώνες : «τι είναι αναπηρία;». Καθίσταται ως μία ελλειπτική πρόταση και απορρίπτεται από όλους εκείνους που έψαξαν, έστω και λίγο, την έννοια αναπηρία, πριν αβασάνιστα την προσπεράσουν ως δεδομένη.

Η πλειονότητα, πάρα ταύτα, θα ενέμενε στην «απόκλιση του ατόμου από το φυσιολογικό» ως ορισμό στη λέξη αναπηρία. Κάπου εδώ ξεκίνα να υφίστανται και να εμπλέκεται στην έννοια της αναπηρίας, ο όρος κοινωνικός αποκλεισμός. Ο χαρακτηρισμός μιας ανθρώπινης ομάδας ως «φυσιολογικοί» τίθεται η αβελτηρία όλων των διακρίσεων που θα ακολουθήσουν, με ιδιαίτερη έμφαση στον εργασιακό χώρο. Συνεπώς, από τη στιγμή προσδιορισμού του φυσιολογικού, ως λογικό συνακόλουθο, το ανθρώπινο μυαλό αναζητεί και τελικά βρίσκει να χαρακτηρίσει ως «μη φυσιολογικούς», όλους εκείνους τους ανθρώπους που επίκτητα ή βιολογικά απέκτησαν κάποια μορφή αναπηρίας. Εξάλλου, υπάρχει διάκριση που να μην έχει δημιουργό και αφέντη της τον άνθρωπο; Αν κανείς σκάψει βαθιά στον ανθρώπινο εγωισμό, θα ανακαλύψει πως η απάντηση στο ερώτημα είναι όχι.

Ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι συνεπώς μια μορφή παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η στέρηση, από μια ομάδα ανθρώπων, της απόλαυσης πολιτιστικών, πολιτικών, εργασιακών, κοινωνικών δικαιωμάτων εγκαθιδρύει διακρίσεις οι οποίες εναντιώνονται στην ανθρώπινη ισότητα, που ο νόμος και η πολιτεία έχουν θεσπίσει. Συγκεκριμένα, τα άτομα με αναπηρία , παρατηρείται να εγκαταλείπουν τον εκπαιδευτικό στίβο. Σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόλις το 29,4% οδηγείται στην απόκτηση πτυχίου, ενώ, το 20% εγκαταλείπει πρόωρα την σχολική εκπαίδευση. Επίσης, μειωμένη συμμετοχικότητα υπάρχει στην πολιτική ζωή. Τα άτομα με αναπηρία έρχονται αντιμέτωπα με δυσκολίες στην άσκηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Η καθημερινή τους ενημέρωση για τρέχοντα και φλέγοντα εσωτερικά και διεθνή ζητήματα δεν είναι πάντοτε επαρκής, πολλές φορές ούτε δυνατή, λόγω της ανάγκης ύπαρξης νοηματικής γλώσσας.

Η απόκλιση από πολιτιστικά δρώμενα αποτελεί έναν ακόμα τομέα από τους “πάσχοντες”, εξαιτίας της μη ύπαρξης υποδομών και πρόνοιας για τους ΑμεΑ, ενώ, ένα από τα καίρια ζητήματα, διαφαίνεται εκείνο της εργασιακής απασχόλησης. Εργάζονται μόλις τα μισά από τα άτομα με χρόνιες παθήσεις, τη στιγμή που εργάζονται τα 3/4 των ανθρώπων χωρίς αναπηρία. Στη χώρα μας το ποσοστό αποκλεισμού από την αγορά εργασίας αγγίζει το ο 84% (κατά τα στοιχεία του Ε.Σ.Υ.Ε.), ποσοστό αδιαμφισβήτητα ανησυχητικό, καθώς, παρουσιάζει μεγάλη απόκλιση από τα αντίστοιχα άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Λογικό επακόλουθο είναι η αντιμετώπιση του κινδύνου φτώχειας, σε υψηλή κλίμακα, η οποία ακουμπά το 28,4% για τα άτομα με αναπηρία, την ώρα που οι μετρήσεις για τον υπόλοιπο πληθυσμό βρίσκονται δέκα μονάδες χαμηλότερα ,μόλις στο 18% .

Κατά συνέπεια, η χειραφέτηση των ανθρώπων με χρόνιες παθήσεις ηχεί ως «ουτοπία» καθώς, τα εμπόδια και οι αποκλεισμοί που υφίστανται στην εργασία τους είναι πολλαπλοί, άμεσοι και έμμεσοι. Πρωτίστως, η κοινωνική προκατάληψη ως υπόλειμμα αναχρονιστικών αντιλήψεων, έχει ποτίσει τη σκέψη εργοδοτών και εργαζομένων, οδηγώντας σε αρνητικές και απωθητικές απόψεις και στάσεις κατά των ατόμων αυτών. Ο χαρακτηρισμός ΑμεΑ δημιουργεί ,ευθέως στο νου του εργοδότη, ένα αρνητικό πρόσημο, το οποίο διευρύνεται εάν η μορφή αναπηρίας είναι εμφανής στον εξωτερικό κόσμο. Σχηματίζεται η λανθασμένη πεποίθηση, επιπλέον κόστους εις βάρος της εταιρείας, λόγω της ανάγκης ειδικής διαμόρφωσης του χώρου ώστε να καθίσταται προσβάσιμος. Ακόμα, συγγενείς απόψεις με βάση, τις αναχρονιστικές αυτές αντιλήψεις, είναι η απόρριψη των ΑμεΑ λόγω της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των θέσεων εργασίας, σε συνδυασμό με το επιχείρημα ότι συχνά χρειάζονται αναρρωτικές άδειες.

Ευρύτερα, οι αλλαγές που συντελούνται στην αγορά εργασίας, οι νέες τεχνολογίες, το ανταγωνιστικό περιβάλλον, η ατέρμονη επαγγελματική επανεκπαίδευση και ενημέρωση που απαιτείται, αναδεικνύονται ως απροσπέλαστα εμπόδια για τα άτομα με αναπηρία. Αιτία στέκεται η απουσία προσβάσιμων τρόπων πληροφόρησης και επικοινωνίας. Συχνά, δεν υπάρχει πρόβλεψη για κείμενα σε εναλλακτικές μορφές, όπως σε γραφή Βraille ή η μετατροπή μιας σύσκεψης από ηχητικό σε γραπτό περιεχόμενο. Η διερμηνεία στη νοηματική γλώσσα δεν υφίστανται σε εταιρείες και επιχειρήσεις. Συνεπώς, αυτή η ομάδα ανθρώπων δεν υποβοηθάτε με υποστηρικτικές δομές και κατάλληλο εκπαιδευτικό υλικό κατάρτισης, ώστε δυναμικά και ισότιμα να ενταχθεί στο εργασιακό περιβάλλον.

Ως λόγος αποκλεισμού, έρχεται να προστεθεί η αντίληψη των εργοδοτών περί αυτοτραυματισμών των ατόμων, γεγονός που συνεπάγεται ασφαλιστικά έξοδα τα οποία θα βαρύνουν την επιχείρηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο αυτοτραυματισμός πιθανολογείται να εξελιχθεί σε εργατικό ατύχημα, το οποίο οδηγεί σε μια δυσκίνητη νομική διαδικασία, της οποίας το κόστος διαστέλλεται. Ακόμα όμως και σε περίπτωση εν τέλει πρόσληψης ενός ΑμεΑ, η προσφερόμενη εργασία, συνήθως θα είναι χαμηλού κοινωνικού στάτους, με απολαβές πενιχρές και μειωμένες έως ελάχιστες δυνατότητες ανέλιξης. Στον εργασιακό χώρο κυριαρχεί η προκατάληψη του «αψεγάδιαστου» επαγγελματία, εκείνου που δεν βαρύνετε από ψυχικά ή σωματικά νοσήματα, που μπορεί να είναι παραγωγικός σε υπεράνθρωπα ωράρια. Αυτό είναι το πλασματικό προφίλ, το οποίο οφείλει να πληροί ο υπάλληλος σε μια θέση κύρους, σε έναν ρόλο απαιτητικό. Συνεπώς ο άνθρωπος με αναπηρία , παραγκωνίζεται πριν ακόμα του δοθεί η ευκαιρία απόδειξης των ικανοτήτων του.

Ζώντας ωστόσο, στην «εποχή της αλλαγής», τα κράτη, ευρωπαϊκώς και παγκοσμίως αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τη λανθασμένη προσέγγιση, που εδώ και χρόνια τηρείται έναντι των ΑμεΑ. Η προσπάθεια εκκίνησης και υιοθέτησης ίσης μεταχείρισης είναι πολυεπίπεδη. Η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ανθρώπων με αναπηρία (UNCRPD -United Nations Convention on the Rights of Persons with Disabilities- ), είναι ο ακρογωνιαίος λίθος, το πρώτο παγκόσμιο νομικό πλαίσιο,  πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν έπειτα οι ευρωπαϊκές στρατηγικές για την αναπηρία. Συγκεκριμένα, η σύμβαση αναφέρει, ότι οι άνθρωποι με αναπηρία έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους ανθρώπους και πώς οι χώρες έχουν την δυνατότητα να προστατεύσουν τα άτομα αυτά. Έπειτα, η ευρωπαϊκή στρατηγική 2021- 2023 προβλέπει ρυθμίσεις με κρατική πρακτική εφαρμογή για την προσβασιμότητα, τον περιορισμό της βίας, την υγειονομική περίθαλψη, τα πολιτισμικά και πολιτικά δικαιώματα. Τέλος για την εργασία αναφέρει ρητά, την επιδίωξη συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Αναπηρίας με οργανώσεις που εκπροσωπούν τους ΑμεΑ κρατικά.  Στόχος είναι να προκύψει η συνεργασία μεταξύ Ευρώπης-Κράτους Μέλους  και κατά συνέπεια η επαγγελματική αποκατάσταση των χρόνια παθόντων.

Έπειτα, πλήθος συμβάσεων ευρωπαϊκής εμβέλειας προωθεί την καθολική ισότητα και ανοίγει δίαυλο επικοινωνίας με τα άτομα με αναπηρία. Τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης(ΣΛΕΕ) αναγράφουν, τη διασφάλιση  κοινωνικής προστασίας και καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού. Το άρθρο 10, αποσαφηνίζει την επιδίωξη εξάλειψης κάθε διάκρισης. Πανομοιότυπα, στο ίδιο μήκος κινείται το άρθρο 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθιστώντας τις διακρίσεις μορφή αδικήματος. Το άρθρο 14 της ίδιας νομοθετικής ρύθμισης, αντιδιαστέλλεται στην ελλιπή εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση των ΑΜΕΑ, καθώς αναφέρει, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στα αναγραφόμενα αγαθά, δηλαδή στη συνεχή γνώση. Συμπληρωματικά, προστίθεται το άρθρο 15, το οποίο ακολουθεί και καθιστά σαφές το δικαίωμα της ελεύθερης και ανεμπόδιστης επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Τέλος το άρθρο 26 το οποίο τιτλοφορείται ως «ένταξη των ατόμων με αναπηρίες» αναγράφει έννοιες όπως η αυτονομία, η κοινωνική και επαγγελματική ένταξη, η συμμετοχή στον κοινοτικό βίο. Θεσπίζει κατά τον τρόπο αυτό, την επιθυμία κοινωνικής ενσωμάτωσης και υπαινίσσεται τη νομική απαγόρευση αντίθετης συμπεριφοράς.

Ο δρόμος που η κοινωνία πολιτών πρέπει να διανύσει είναι ακόμα πολύς. Οι τομείς οι οποίοι δεν συμπεριλαμβάνονται στα ευρωπαϊκά και παγκόσμια νομοθετήματα είναι πολλαπλοί. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν υπονομεύεται η προσπάθεια, η οποία συντελείται. Τα κοινωνικά στερεότυπα αρχίζουν να  αυτοκαθαιρούνται, η ιδεολογία των ατόμων περί αναπηρίας σταδιακά γκρεμίζεται και ανοικοδομείται με νέα ιδανικά, όσο η ενημέρωση επί των θεμάτων αυτών εντατικοποιείται. Οι ΑμεΑ, προοδευτικά εντάσσονται στην αγορά εργασίας μέσω διαμορφωμένων δομών απασχόλησης. Παραγωγικά εργαστήρια, προστατευόμενες συνθήκες μέσα σε κανονικές επιχειρήσεις, συνοδευτική υποστήριξη μέσα στην ελεύθερη αγορά είναι κάποιες καινοτόμες μορφές απασχόλησης, τις οποίες η ελληνική επικράτεια προσφέρει στους πολίτες της.

Πέραν όμως, των πολιτειακών δράσεων, η δυναμική χειραφέτηση αυτών των ανθρώπων και η ολική τους ενσωμάτωση θα προκύψει μονάχα εφόσον η ευαισθητοποίηση και η ενημέρωση για την αναπηρία γίνει θεσμός. Τα άτομα μεμονωμένα, πρέπει να αντιληφθούν ότι οι άνθρωποι με αναπηρία δεν παρεκκλίνουν από το φυσιολογικό, αντίθετα αποτελούν κομμάτι του και ωσάν μονάδες του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου πρέπει να συμμετέχουν στις εκφάνσεις της ανθρώπινης δράσης.  Εξάλλου, η συνολική πρόοδος γίνεται πάντα μέσα από την κινητοποίηση του ενός. Ας παραμείνει στο παρελθόν κάθε στερεότυπο και ας υποστηριχθούν θερμά εκείνοι οι άνθρωποι που αγωνίζονται, έχοντας λιγότερα εφόδια από εμάς, για να αποκτήσουν όσα εμείς θεωρούμε αυτονόητα. Ζούμε, λοιπόν, στην «εποχή της αλλαγής», δεν έφτασε άραγε ο καιρός να προχωρήσουμε;

Συντάκτης: Κυριακή Ρηγανάκου


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.