Το παλιρροϊκό κύμα του Μεγάλου Πολέμου  στην Ευρώπη πέρα από τις ανυπολόγιστες καταστροφές σε επίπεδο ανθρώπινων ζωών και υλικών καταστροφών, επέδρασσε στις πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις στο μεγαλύτερο κομμάτι του 20ου αιώνα. Οι έριδες στο στρατόπεδο της Αριστερά εξελίχθηκαν ως φυσικό επακόλουθο, αφού το ψήφισμα της Δεύτερης Διεθνούς περί καταδίκης της όποιας μορφής ιμπεριαλιστικού πολέμου,  δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή από τα σοσιαλιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης. Με την Δεύτερη Διεθνή να θεωρείται «κλινικά νεκρή» και τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατικής οικογένειας να έχουν ενταχθεί πλήρως στο εθνικό τους συμφέρον και κατ’ επέκταση στα καθήκοντα τους απέναντι σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο, το ρήγμα μεταξύ επαναστατών και ρεφορμιστών ήταν αναπόφευκτο. Σημείο ενδιαφέροντος στην συζήτηση που εξελισσόταν στην Αριστερή πτέρυγα αποτέλεσε  η εκτόξευση πυρών προς τους «σοσιαλσοβινιστές» όπως τους αποκαλούσε ο Λένιν, οι οποίοι επινοούσαν σύμφωνα με τον τελευταίο, «φτηνές δικαιολογίες» υπέρ της συνέχισης ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου με απώτερο σκοπό την διάσχιση του κατωφλιού της εξουσίας.

Ο αστάθμιστος παράγοντας που τονίζεται με ευκρίνεια από τον Κροπότκιν και δεν φαινόταν να είχε διαλευκανθεί επαρκώς  από τον Λένιν και τους επαναστάτες, ήταν το πώς εν τέλει θα λάβει σάρκα και οστά το όνειρο της κοινωνικής επανάστασης στην Ευρώπη σε μία πιθανή νίκη των Ναζιστών, με ότι θα αυτό θα σήμαινε για το μέλλον της ηπείρου. Παρά το γεγονός ότι η Γερμανική νίκη δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα, η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη ήταν με μαρξιστικούς όρους ακόμα πολύ «ανώριμη». Ο αδύναμος κρίκος στην καπιταλιστική αλυσίδα συμφώνα με τους μπολσεβίκους ήταν η Γερμανία, όντας η πιο εκβιομηχανισμένη χώρα στην Ευρώπη και κοινωνικά ευάλωτη σε επαναστατικές διεργασίες, εξαιτίας της ταπεινωτικής της ήττας. Όμως, ο πιο βασικός ανασταλτικός παράγοντας σε ένα τέτοιο σενάριο ήταν τα γερμανικά πολιτικά κόμματα και η κραταιά γερμανική γραφειοκρατία που δεν είχαν διαλυθεί σαν τραπουλόχαρτα, όπως η προσωρινή κυβέρνηση στην Ρωσία με την επέλαση των ετοιμοπόλεμων μπολσεβίκων. Η μεταπολεμική Γερμανία θεωρούσε το μπολσεβίκικό παράδειγμα ως σκέτη αυτοκτονία εξαιτίας της άμεσης οικονομικής εξάρτησης της από τις δυτικές δυνάμεις. Η επαναστατική προοπτική γενικότερα στις Δυτικές χώρες φάνταζε ανέφικτη, διότι ούτε το καπιταλιστικό σύστημα φαινόταν ότι θα καταρρεύσει υπό το βάρος των δυσμενών συνθηκών στην Ευρώπη μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ούτε επικρατούσε μία κατάσταση πλήρους κοινωνικοοικονομικής παράλυσης όπως συνέβη στην επαναστατημένη Ρωσία.

Το κόμμα που αποτέλεσε λαμπρό παράδειγμα για τους μπολσεβίκους ήταν το κομμουνιστικό κόμμα της Ιταλίας (PCI), το οποίο κράτησε σθεναρή αντίσταση από την αντιπολίτευση πάνω στο ζήτημα των πολεμικών προϋπολογισμών. Το PCI παρά την σημαντική απήχηση που γνώρισε, το διεθνιστικό αφήγημα και η απαξίωση της χριστιανικής ηθικής, το έφερε σε σύγκρουση με το θρησκευτικό κέντρο και τον βαθιά πληγωμένο πατριωτισμό των Ιταλών. Στην Ιταλική περίπτωση το αδιέξοδο δεν προκλήθηκε από την κοινωνική επανάσταση αλλά το φασιστικό κίνημα. Οι χώρες με αδύναμα προπολεμικά κοινοβουλευτικά πολιτεύματα, όπως ήταν η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία ήταν πιο ευάλωτα στην απολυταρχία παρά στην σοσιαλιστική επανάσταση.

 

Διαβάστε επίσης:

 

Από όλα τα παραπάνω έχει γίνει κατανοητό ότι ο ορθόδοξος σοσιαλισμός, όχι μόνο δεν μπόρεσε να ανασύρει από τον βούρκο την μεταπολεμική Ευρώπη αλλά ούτε είχε την απαραίτητη νομιμοποίηση να το επιχειρήσει. Παρόλα αυτά, η Αριστερά δέχεται να αναλάβει «τον δούρειο ίππο της εξουσίας», ως η πλέον κατάλληλη να διαχειριστεί τις εξαθλιωμένες κοινωνικές μάζες και να αποκαταστήσει  τα συντρίμμια των αστικών κυβερνήσεων. Οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες ακολούθησαν μία τακτική προσαρμογής στις «αντικειμενικές συνθήκες» και επιχείρησαν την διαχείριση του καπιταλιστικού συστήματος  προς όφελος του προλεταριάτου, με δειλά βήματα κοινωνικοποίησης της κοινωνίας. Ο  πολιτικός χαρακτήρας των συγκεκριμένων κομμάτων και τα δεδομένα της εποχής, επέτασσαν την συγκεκριμένη λύση ως μονόδρομο. Για τους ριζοσπάστες επικριτές ο λεγόμενος «διευθυνόμενος καπιταλισμός», δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μία «μεσοβέζικη λύση», διότι ο αστικός κρατικός μηχανισμός δεν αρκεί να λειτουργήσει για λογαριασμό του προλεταριάτου, αλλά πρέπει να συντριφτεί προκειμένου να αποκατασταθούν οι κοινωνικές ανισότητες.

Φωτεινό παράδειγμα των όσων έχουν αναφερθεί παραπάνω αποτέλεσε η Μεγάλη Βρετανία, καθώς μετά τον πόλεμο το Εργατικό κόμμα γνώρισε εντυπωσιακή άνοδο. Στις δύο κυβερνητικές θητείες του MacDonald (1924, 1934) η μεγάλη πρόκληση του Εργατικού κόμματος, πέρα από την έλλειψη πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο, ήταν η διαχείριση ενός μη βιώσιμου συστήματος. Η δημοσιονομική σταθερότητα και η δειλή αλλά σταθερή ανάπτυξη  κρύφτηκε πίσω από την λαϊκή αναταραχή, την ανεργία και τα συνεχή ερωτήματα των εργατών όπως: «για ποιο λόγο δεν κάνουν κάτι για εμάς οι Εργατικοί τώρα που είναι στην εξουσία;».

Η περίπτωση της Γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας διέφερε σε σημαντικό βαθμό από  εκείνη των Άγγλων ομόδοξών τους. Οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες κατάφεραν να θωρακίσουν το προλεταριάτο, έχοντας εκτεταμένη πρόσβαση σε όλα τα τμήματα της δημόσιας διοίκησης. Παρά τον δημοκρατικό  προοδευτισμό που διέπνεε το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, η πατρωνία που εφάρμοσε το κόμμα στη δημόσια διοίκηση ενισχύθηκε από τα κατάλοιπα της γερμανοπρωσικής παράδοσης και της διάρθρωσης των οικονομικών δομών. Σε γενικές γραμμές οι πολιτικές του Μεγάλου Συνασπισμού στην Γερμανία χαρακτηριζόταν από ακραιφνή σταθερότητα, όμως τελικώς  η αδυναμία τους εντοπίστηκε στις εκτεταμένες δημοσιονομικές δαπάνες. Οι παραπάνω δαπάνες δεν σημαίνει ότι δεν είχαν επενδυθεί προς την σωστή κατεύθυνση, όμως με την απόσυρση των ξένων κεφαλαίων την δεκαετία του 30, η τακτική αυτή σήμαινε μεγάλο πλήγμα στην γερμανική οικονομία.

Στα μισά της δεκαετίας του 20’ το μέλλον της Ευρώπης ξεδιπλωνόταν ελπιδοφόρο. Στην Γαλλία μία συμμαχία αριστερών κομμάτων στην κυβέρνηση, το Εργατικό κόμμα στην διακύβευση της Αγγλίας και ο αποτελεσματικός  ηγέτης του Μεγάλου Συνασπισμού της Βαϊμάρης, ο Στρέζεμαν, δεσμεύτηκαν στην εξομάλυνση των μεταξύ τους σχέσεων εντός ενός συνεργατικού κλίματος στις Συνθήκες του Λοκάρνο. Παρά το θετικό κλίμα της συγκεκριμένης δεκαετίας , τα οικονομικά προβλήματα και η αυξανομένη ανεργία ήταν μία κατάσταση που δεν σημείωσε ιδιαίτερη βελτίωση καθ’ όλη την διάρκεια των μεσοπολεμικών χρόνων. Ο σοσιαλισμός στη Ευρώπη, με εξόφθαλμη εξαίρεση την Ρωσία, ακολούθησε τον δρόμο της δημοκρατίας και επιχείρησε να επιλύσει προβλήματα που είτε δεν επιδέχονταν καθολικές λύσεις, είτε απαιτούσαν μία παγκόσμια αντιμετώπιση. Με λίγα λόγια, είτε θα πρέπει να γίνει η παραδοχή ότι η μεγάλη ύφεση του 1929  που έφερε την Ευρώπη στην εξώπορτα του Β Παγκοσμίου πολέμου, αποτέλεσε άλλη μία φυσική κρίση του καπιταλιστικού κύκλου, είτε ότι το 1929 απουσίαζε ένα παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα που θα μπορούσε να απορροφήσει τους κραδασμούς της κρίσης. Ούτε οι Εργατικοί στην Βρετανία, αλλά ούτε ο σοσιαλδημοκράτης Χέρμαν Μίλερ στην Γερμανία μπόρεσαν να αποτρέψουν το τις αλυσιδωτές συνέπειες αυτής της κρίσης.

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία την περίοδο του μεσοπολέμου, πέρα από το σαθρό έδαφος με το οποίο ήρθε αντιμέτωπη δεν απέκτησε ποτέ ευρεία νομιμοποίηση προκείμενου να εφαρμόσει μία σοσιαλιστική εναλλακτική. Από την άλλη, μία τακτική περαιτέρω εθνικοποιήσεων και εγκατάλειψης του κανόνα του χρυσού, θα επέφερε ακόμα πιο καταστροφικές συνέπειες στην ευρωπαϊκή οικονομία. Η Ευρώπη ήταν έτοιμη να διδαχτεί από τα λάθη της και η καινούρια ευκαιρία που δόθηκε στην σοσιαλδημοκρατία αφορούσε την δημιουργία ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού συστήματος κοινωνικής πρόνοιας. Τα απόνερα του Β Παγκοσμίου Πολέμου έδωσαν μία γερή γροθιά στην καρδία του καπιταλιστικού συστήματος, αφότου την ελεύθερη οικονομία την διαδέχτηκε μία κρατικού τύπου «σχεδιασμένη» οικονομία. Η  Βρετανία αποτέλεσε  τη μόνη περίπτωση ευρωπαϊκής χώρας (με εξαίρεση τις σκανδιναβικές χώρες) που «η παλαιά αριστερά» κατάφερε να κυβερνήσει μόνη της, εντός συνασπισμού. Το Βρετανικό κράτος πρόνοιας, παρά τις εκτεταμένες κοινωνικές δαπάνες που απαιτούσε η συντήρηση του και την τελικώς χαμηλή ποιότητα των υπηρεσιών που πρόσφερε, χαρακτηρίστηκε από πλήρη κοινωνική κάλυψη σε μία αρκετά διευρυμένη κλίμακα.

Τα κοινωνικά συστήματα διέφεραν από χώρα σε χώρα και δεν είχαν στόχο απλώς την προσπάθεια περιορισμού των κοινωνικοπολιτικών εντάσεων, αλλά την εγγύηση της ευημερίας των πολιτών, την κοινωνική δικαιοσύνη και την στροφή της Ευρώπης σε μία τροχιά ανάπτυξης. Φυσικά, το τελευταίο δεν μπορούσε να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη, και πάνω από όλα, τα χρόνια προβλήματα της Ευρώπης δε θα λυνόταν με «επιφανειακά πασαλείμματα» μεμονωμένων κοινωνικών ρυθμίσεων. Το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες επιβίωσης και για κάποιους αναλυτές ήταν μια ψευδαίσθηση της εποχής ότι  το τελευταίο θα οδηγούσε την ήπειρο στον δρόμο της εξόδου από την άβυσσο. Στην πραγματικότητα η διετία 1945-1947 έθεσε τις βάσεις για μια μελλοντική ανάκαμψη και δεν αποτέλεσε αποκλειστικό επίτευγμα των σοσιαλιστικών κομμάτων. Η πλειονότητα του δημοκρατικού κέντρου κινήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση και οι μόνες παρεκκλίσεις αποτέλεσαν οι υποστηριχτές της κοινωνικής επανάστασης. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, για παράδειγμα, υπήρξε σφοδρός επικριτής της κυβέρνησης κυρίως από το τέλος του 1947.

Το οικονομικό κραχ του 1929 και ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος επιτέλεσαν τον ρόλο του πιο αποτελεσματικού δασκάλου για την ευρωπαϊκή ήπειρο. Οι Αμερικανοί αποφάσισαν να διαδραματίσουν ενεργητικό ρόλο στην ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Οι αρχικές ιδέες που έπεσαν στο τραπέζι του Μπρέττον Γούντς ήταν ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο του οικονομολόγου Κέυνς, το οποίο προέβλεπε την δημιουργία ενός παγκόσμιου νομισματικού συστήματος, με προοπτική την σταθεροποίηση του καπιταλισμού και την απορρόφηση των μελλοντικών κρίσεων. Η τελική μορφή του Μπρέτον Γούντς ήταν εν τέλει διαφορετική από τις φιλοδοξίες του Κέυνς. Παρόλα αυτά, δημιουργείται για τον ίδιο σκοπό ένα παγκόσμιο σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών και  τη θέση του ανεξάρτητου παγκόσμιου νομίσματος που προέβλεπε ο Κέυνς, την αναλαμβάνει με όλες τις «τυμπανοκρουσίες» το δολάριο. Εν τω μεταξύ, η Ευρώπη βρίσκεται και πάλι στα σκαριά ενός πολέμου, αυτή τη φορά δίχως στρατιωτική κινητοποίηση. Ο Ψυχρός Πόλεμος βάζει ολόκληρο την κόσμο σε καθεστώς πολεμικής οικονομίας και τα δάνεια από το σχέδιο Μάρσαλ άρχισαν να μετατρέπονται σταδιακά σε στρατιωτική βοήθεια στην Δυτική Ευρώπη.

Συμπερασματικά, ο δημοκρατικός σοσιαλισμός στην Δυτική Ευρώπη  μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο απελευθερώθηκε σε ένα βαθμό  από τις «μαρξιστικές αλυσίδες» και δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στα ασφυκτικά όρια μιας κοινωνικής επανάστασης. Τα σοσιαλιστικά κόμματα όμως παρά τις αξιοσημείωτα φιλότιμες προσπάθειες  τους, δεν κατάφεραν ούτε να προστατέψουν τα συμφέροντα των εργατών εντός ενός καπιταλιστικού πλαισίου, ούτε να αποτρέψουν τις συνέπειες  μιας αναπόφευκτης κρίσης. Ο απομονωτισμός και ο προστατευτισμός  του μεσοπολέμου αντιμετωπίστηκε ως μοναδική στρατηγική αποφυγής των συνεπειών ενός τρένου που έτρεχε με ταχύτητα προς τον γκρεμό. Η Αριστερά αλλά και η Δεξιά στην Ευρώπη ήρθε αντιμέτωπη με ένα ανεπίλυτο πρόβλημα. Τέλος, οι πολιτικές  μετά τα συντρίμμια που άφησε πίσω του ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ένα γενναιόδωρο εγχείρημα θωράκισης της αβεβαιότητας του καπιταλιστικού συστήματος με όπλα το κράτος πρόνοιας, την κοινωνική δικαιοσύνη και την από κοινού αντιμετώπιση κοινών παγκόσμιων προβλημάτων. Η βασική κινητήρια δύναμη των πολιτικών αυτών, δεν ήταν άλλη από την  αποφυγή μίας δεύτερης εκδοχής του 1929.

Συντάκτης: Νεφέλη Πρεβεδουράκη


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.