Είναι γνωστό ότι η αραβο-ισραηλινή αντιπαράθεση αποτελεί την πιο σημαντική περιφερειακή σύγκρουση της μεταπολεμικής περιόδου τόσο σε οξύτητα όσο και σε διάρκεια, δημιουργώντας αυτό που έμεινε γνωστό στη διεθνή κοινή γνώμη ως το Παλαιστινιακό ζήτημα. Η διαμάχη αυτή απασχολεί την διεθνή κοινότητα από το 1917 και κυρίως μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948, καθώς δύο λαοί, οι Παλαιστίνιοι και οι Εβραϊοι, διεκδικούν την κατάκτηση της ίδιας γης. Είναι λοιπόν φυσικό – αν όχι επιβεβλημένο- οι διεθνείς δρώντες να ανησυχούν διαπιστώνοντας ότι στο πλήθος των εσωτερικών και εξωτερικών κινδύνων που συσσωρεύονται στον ορίζοντα, προστίθεται η διαχείριση του μακροχρόνιου ζητήματος της Παλαιστίνης αλλά και οι συνέπειες από τις ολοένα και πιο τεταμένες συγκρούσεις ανάμεσα στα δύο κράτη τα τελευταία χρόνια. Τελευταίο γεγονός, σε μια μακρά – πάνω από μισό αιώνα – αλυσίδα αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ των δύων αντιμαχόμενων κοινοτήτων, η τρομοκρατική επίθεση στο έδαφος του Ισραήλ από την ισλαμιστική οργάνωση Χαμάς. Για αυτό κρίνεται αναγκαίο να επιχειρηθεί μια σφαιρική ανατομία του ζητήματος.

Πιο συγκεκριμένα, η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή της Ασίας το 1918 αποτελεί εφαλτήριο της πολιτικής ιστορίας της Μέσης Ανατολής και ειδικότερα της Παλαιστίνης, με τους Άραβες να οραματίζονται την προοπτική της ανεξαρτησίας και την ανάπτυξη αραβικής συνείδησης. Ωστόσο, η αισιοδοξία εξανεμίστηκε ταχύτατα εφόσον ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οδήγησε στον καταμερισμό των αραβικών εδαφών. Πράγματι, μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος), η Μέση Ανατολή περιήλθε στο καθεστώς του συστήματος των Εντολών (mandate system), που υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών προσέφερε μια νομιμοφανή κάλυψη για την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία.

Με άλλα λόγια, τα αραβικά εδάφη διαμοιράστηκαν με τη μορφή προτεκτοράτων μεταξύ των Βρετανών και των Γάλλων, όπου οι πρώτοι είχαν εγκατασταθεί ήδη στην Κύπρο και την Αίγυπτο για τον έλεγχο της διώρυγας του Σουέζ, του εμπορίου και των πετρελαίων και οι δεύτεροι που επιθυμούσαν κτήσεις στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, μετριάζοντας το ενδεχόμενο μιας δεύτερης φάσης οθωμανικής κατοχής. Παράλληλα, η επικράτηση των Μεγάλων Δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή αποσκοπούσε στην αναχαίτιση της ρωσικής επιρροής στις περιοχές νότια του Καυκάσου, τις ακτές των Οθωμανών στον Εύξεινο Πόντο και την Κωνσταντινούπολη, διατηρώντας έτσι την βρετανική ιμπεριαλιστική πολιτική ενεργή.

Τον Απρίλιο του 1920 στη συνάντηση του Ανώτατου Συμμαχικού Συμβουλίου στο Σαν Ρέμο (Ιταλία) η Βρετανία έλαβε την Εντολή για την Παλαιστίνη και το Ιράκ. Μάλιστα, η βρετανική κυβέρνηση υποσχέθηκε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης στον αραβικό πληθυσμό του παλαιστινιακού κράτους κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με σκοπό να εξασφαλιστεί η συνδρομή τους στη διαμάχη εναντίον των Οθωμανών. Εκτός από αυτό, η Παλαιστίνη εθεωρείτο απόλυτα σημαντική για τη διασφάλιση των βρετανικών συμφερόντων στην Αίγυπτο και τη διατήρηση της Άγγλο-Γαλλικής ισορροπίας ισχύος στη Μέση Ανατολή. Εντούτοις, το καθεστώς κατοχής στην Παλαιστίνη άρχισε να μοιάζει περισσότερο δυσοίωνο με την ταυτόχρονη διακήρυξη του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών Μπάλφουρ (1917) για δημιουργία εθνικής εστίας στην ευρύτερη περιοχή για τον απανταχού εβραϊκό πληθυσμό. Η απόφαση αυτή συντάθηκε παράλληλα με τον μαζικό διωγμό των Εβραίων και την εξάπλωση του σιωνιστικού κινήματος, ενώ ενσωματώθηκε στη βρετανική Εντολή για την Παλαιστίνη, αποκτώντας διεθνή νομιμοποίηση.

Πράγματι, το σιωνιστικό κίνημα εμφανίστηκε ως πολιτική ιδεολογία στα τέλη του 19ου αιώνα (1897) και ο βασικός πυρήνας επικεντρώνεται στο γεγονός ότι όλοι οι Εβραίοι συνιστούν ένα έθνος και για να αντιμετωπιστεί ο αντί-σημιτισμός χρειάζεται το εβραϊκό έθνος να συγκεντρωθεί στην γη της Παλαιστίνης και να δημιουργήσει κράτος. Θεμελιωτής και ιδρυτής του σιωνισμού ή εβραϊκού εθνικισμού θεωρείται ο Theodor Herzl, ο οποίος ενθάρρυνε τους Εβραίους να συγκεντρωθούν στην παλαιστινιακή περιοχή μετά τους μαζικούς διωγμούς που δέχθηκαν.

Έτσι, η διακήρυξη “Μπάλφουρ” σχετικά με τη συνύπαρξη δύο λαών στην ίδια περιοχή προκάλεσε διφορούμενες απόψεις, εφόσον αποτέλεσε μια απόφαση που θα επηρέαζε καθοριστικά την πορεία της Παλαιστίνης τόσο στο εσωτερικό όσο και στην αλληλεπίδρασή της με τα υπόλοιπα αραβικά κράτη. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επιδοκίμασαν αυτή την πρωτοβουλία, καθώς η βρετανική κυβέρνηση επιδίωκε την εύνοια των σιωνιστών της Ρωσίας και των ΗΠΑ, προκειμένου να πιέσουν την πρώτη να παραμείνει στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο (την ίδια περίοδο η Ρωσία ταλανιζόταν από την  μπολσεβική επανάσταση) και τη δεύτερη να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο σ’ αυτόν. Μολαταύτα, οι Παλαιστίνιοι Άραβες την καταδίκασαν απερίφραστα, καθώς οι ίδιοι πίστευαν ότι η περιοχή ήταν κατεξοχήν αραβική και τους άνηκε δικαιωματικά τόσο ιστορικά όσο και πληθυσμιακά.

Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, η Βρετανία ήρθε αντιμέτωπη με την αραβο-εβραϊκή αντιπαράθεση και προσπάθησε ανεπιτυχώς να βρει μια λύση που θα ικανοποιούσε και τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Σαφέστερα, η επιτροπή Πηλ (1937) πρότεινε την τριμερή διχοτόμηση της περιοχής σε ένα αραβικό και ένα εβραϊκό κράτος και μια μικρή περιοχή υπό τον έλεγχο της Βρετανίας που θα περιλάμβανε τις πόλεις της Ιερουσαλήμ και της Βηθλεέμ, εξασφαλίζοντας την πρόσβαση τους στη Μεσόγειο θάλασσα. Παρά την ενδελεχή μελέτη και ανάλυση του προτεινόμενου σχεδίου τριχοτόμησης, οι Άραβες το βρήκαν απαράδεκτο και αποδείχτηκε μη εφαρμόσιμο, οπότε η βρετανική κυβέρνηση ενόψει του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε κληθεί να διαλέξει ποια πλευρά θα υποστηρίξει. Έτσι, επέλεξε την πλευρά των Αράβων με σκοπό τη διατήρηση σταθερών σχέσεων με τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες και την ευθύνη της περάτωσης των στόχων στην Λευκή Βίβλο.

Αξίζει να τονιστεί ότι η Λευκή Βίβλος αναφερόταν στην ανάγκη αποτροπής της πιθανότητας να συνεχιστεί η περαιτέρω εγκατάσταση των Εβραίων στην Παλαιστίνη μετά τους πρώτους 75.000 που είχαν μετοικίσει ήδη εκεί. Ουσιαστικά, οι  Βρετανοί επεδίωκαν τη μείωση του εβραϊκού στοιχείου στο ένα τρίτο του πληθυσμού της Παλαιστίνης, καθώς ο αριθμός των Εβραίων κατοίκων στην περιοχή είχε αυξηθεί από το 1919 από 10% επί του συνόλου στο 30% περίπου. Συγχρόνως, η άνοδος του Χίτλερ στη Γερμανία αύξησε τις πιέσεις της εβραϊκής κοινότητας και των υποστηρικτών της για μεγαλύτερη μετανάστευση στην Παλαιστίνη με αποτέλεσμα να διαταραχτεί η αναλογία του πληθυσμού και να εκτεθεί η βρετανική κυβέρνηση στην κατηγορία ότι αρνούνταν την προσφορά ασύλου στους Εβραίους.

Η δημοσιοποίηση της Λευκής Βίβλου το 1939 και η βρετανική τακτική μέχρι και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έστρεψαν τους Εβραίους για αρωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πιο αναλυτικά, η εβραϊκή κοινότητα υιοθέτησε αντί-βρετανική πολιτική την οποία στήριξε με αμερικανικά κονδύλια ενώ παράλληλα απέκτησαν άμεση πολιτική επιρροή στις ΗΠΑ με αποτέλεσμα τα αιτήματά τους να αντιμετωπίζονται με περισσότερη σοβαρότητα τόσο από τον Αμερικανό πρόεδρο Ρουζβελτ όσο και από τον Τρούμαν. Έτσι, μια νέα αντιπαλότητα αναδύθηκε μεταξύ της Βρετανίας και της Αμερικής, καθώς τα συμφέροντα των δυο χωρών ήταν εκ διαμέτρου αντίθετα. Οι Αμερικανοί επιθυμούσαν να πείσουν την βρετανική πλευρά να αποδεχθούν το συντομότερο δυνατόν τους Εβραίους στην Παλαιστίνη, επικροτώντας και στηρίζοντας την έκκληση του David-Ben Gurion ( Ισραηλινός πολιτικός και πρωθυπουργός του Ισραήλ), ο οποίος τον Αύγουστο του 1945 ζήτησε την παροχή αδειών εισόδου στην περιοχή που βρισκόταν υπό βρετανική κατοχή.  Ο Winston Churchill αλλά και ο Clement Attlee αντιμετώπισαν θετικά το ενδεχόμενο της αρωγής στους επιζώντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης, επιδιώκοντας ταυτόχρονα την εξασφάλιση τη συνολικής αμερικανικής στήριξης αναφορικά με την βρετανική πολιτική στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική ηγεσία επιθυμούσε κυρίως την επίλυση των προβλημάτων της εβραϊκής κοινότητας και την συμμαχία των Βρετανών μόνο σε ότι αφορά την αντιμετώπιση της ψυχροπολεμικής απειλής που προκλήθηκε από τη στρατηγική αντιπαράθεση με τη Σοβιετική Ένωση μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Καταλήγοντας, εύκολα μπορεί ο καθένας να πιστοποιήσει ότι οι νέοι ηγέτες της Δύσης, που έστρεψαν την προσοχή τους ενόψει της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Μέση Ανατολή εξαιτίας των πολιτικών εξελίξεων και της παρουσίας υδρογονανθράκων στην περιοχή, προκάλεσαν εμπόδια τόσο στην προσπάθεια ενίσχυσης της αραβικής ενότητας αλλά και στον αγώνα ανεξαρτητοποίησης των αραβικών χωρών. Μάλιστα, η επιλογή των Βρετανών να σταθούν στο πλευρό των Αράβων ενόψει του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αποτέλεσε ζήτημα υψηλής στρατηγικής, εφόσον σχετιζόταν άμεσα με γεωπολιτικές παραμέτρους που αφορούσαν τις ενεργειακές πηγές και πρωτίστως το πετρέλαιο. Η ιμπεριαλιστική τακτική του Λονδίνου, η οποία θα ενισχυόταν από την εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών, απέτυχε εφόσον οι Αμερικανοί δεν επιθυμούσαν να αντιμετωπίσουν τα βρετανικά ζητήματα στη Μέση Ανατολή. Έτσι, η Μεγάλη Βρετανία αδύναμη να αντιμετωπίσει τις συνέπειες από την πρόσφατη τακτική που εφήρμοσε στη Μέση Ανατολή και ανίκανη να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ των Αράβων και των σιωνιστών ενόψει του νέου Ψυχρού Πολέμου, μετέθεσε το βάρος στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών που θα εξετάσουμε σε μεταγενέστερη ενότητα.

Συντάκτης: Μαρία Δουμένη

Πήγες: 

  • Calvocoressi, P. (2010). Η Διεθνής Πολιτική μετά το 1945. ΤΟΥΡΙΚΗ.
  • Carpentier, J., & Lebrun, F. (2009). Ιστορία της Μεσογείου . ΑΘΗΝΑ: Εκδόσεις Πατάκη.
  • Κεφαλά, Β. (2014). Βόρεια Αφρική. Αθήνα: Παπαζήση.
  • Σακκάς, Γ. (2012). Η Ελλάδα, το Κυπριακό και ο Αραβικός Κόσμος 1947-1974 (1η εκδ.). Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.