Με αφορμή τη νέα συνάντηση μεταξύ της ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης για την έναρξη διαπραγματεύσεων με απώτερο στόχο την παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Εθνών (ΔΔΔ) της διαφοράς για την οριοθέτηση των θαλασσίων και εναέριων χώρων στο Αιγαίο, ουκ ολίγον ενδιαφέρον έχουν τόσο η επεξήγηση της υπαγωγής υποθέσεων των κρατών-μελών του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στο προαναφερθέν διεθνές δικαιοδοτικό όργανο όσο και οι προβλέψεις για το περιεχόμενο του συνυποσχετικού μεταξύ των δύο αντιτιθέμενων κρατών, το οποίο θα καθορίσει και την ατζέντα διευθέτησης του εν λόγω ζητήματος στη Χάγη.

Κατ’ αρχάς, επιτακτική κρίνεται μια πρώτη αποτύπωση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου για την ειρηνική επίλυση των διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών των Ηνωμένων Εθνών, όπως χαρακτηριστικά ορίζει και η αρχή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του Χάρτη Ηνωμένων Εθνών (ΧΗΕ). Ειδικότερα και βάσει του Κεφαλαίου 6 και του άρθρου 52 του ΧΗΕ που αφορούν τη συναινετική διευθέτηση διαφορών, τα πολιτικά/διπλωματικά, καθώς και νομικά/δικαιοδοτικά μέσα επίλυσης διαμαχών είναι η διαπραγμάτευση, η έρευνα, η μεσολάβηση, η συνδιαλλαγή, η διαιτησία, καθώς και ο δικαστικός διακανονισμός. Μια διαφορά λοιπόν, που άπτεται του Δικαίου της Θάλασσας μπορεί να επιλυθεί είτε σε ένα πρώτο στάδιο στη βάση των προαναφερθέντων πολιτικών/διπλωματικών μέσων είτε σε ένα δεύτερο στάδιο με μια δεσμευτική μέθοδο επίλυσης μέσω της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ) ή στο Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας (ΔΔΔΘ) ή ακόμα και μέσω της προσφυγής σε διαιτησία υπό το Παράρτημα 7 ή 8 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (ΣΔΘ). Όσον αφορά μάλιστα την προσφυγή στο Δικαστήριο, η αρμοδιότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης να επιδικάσει αμφιλεγόμενα ζητήματα δεν είναι οικουμενική και αυτόματη, αλλά συναινετική, ακόμα κι αν πρόκειται για καταστρατήγηση κανόνων jus cogens (επιτακτικού/αναγκαστικού δικαίου) που έχουν μεγαλύτερη δεσμευτική ισχύ και νομικό κύρος σε σχέση με άλλους κανόνες του διεθνούς δικαίου (ιδίως, η απαγόρευση χρήσης στρατιωτικής βίας, η αρχή της εξωτερική αυτοδιάθεσης των λαών, η απαγόρευση των βασανιστηρίων, η απαγόρευση της γενοκτονίας ή η απαγόρευση των φυλετικών διακρίσεων) ή για παραβίαση υποχρεώσεων erga omnes. Επιπροσθέτως, αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός πως το Διεθνές Δικαστήριο έχει και την αρμοδιότητα να κρίνει αν είναι αρμόδιο να επιδικάσει μια υπόθεση (η γνωστή «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας», «Kompetenz – Kompetenz») σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 6 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης (ΚατΔΔΔ). Πρόσβαση λοιπόν, εν προκειμένω έχουν μόνο τα κράτη (άρθρο 34 παράγραφος 1 ΚατΔΔΔ) που συνιστούν και πρωτογενή υποκείμενα του διεθνούς δικαίου, με απότοκο να μην είναι δυνατό να παρίστανται ως διάδικοι σε μια τέτοια δίκη διεθνείς οργανισμοί ή άτομα, τα οποία συνήθως εκπροσωπούνται από τα κράτη στη βάση του θεσμού της διπλωματικής προστασίας, για την οποία εν γένει απαιτείται ύπαρξη ιθαγένειας με το κράτος, καθώς και εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων για την εν λόγω υπόθεση που προορίζεται να υπαχθεί και στο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ θα πρέπει επίσης, να αποδεχθούν και αυτοδικαίως το ΚατΔΔΔ βάσει των άρθρων 35 του ΚατΔΔΔ και 93 παράγραφος 1 του ΧΗΕ, χωρίς όμως, να αποκλείεται αυτή η δυνατότητα και για τα μη μέλη του ΟΗΕ, σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 2 του ΧΗΕ.

Εκτός αυτού, προϋπόθεση συνιστά και η αναγνώριση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για μια συγκεκριμένη υπόθεση βάσει του άρθρου 36 του ΚατΔΔΔ. Συγκεκριμένα, υπάρχουν τέσσερις τρόποι αναγνώρισης της δικαιοδοσίας, και δη η συνυποσχετική ρήτρα επίλυσης διαφορών από το ΔΔΔ που περιλαμβάνεται σε διεθνή συνθήκη (πχ Άρθρο ΙΧ της Σύμβασης για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας (1948)), αποτελώντας έτσι, μια γενική αποδοχή για όλους τους μελλοντικούς διαπληκτισμούς τους σχετικούς με τη σύμβαση (άρθρα 36 παράγραφος 1 και 37 ΚατΔΔΔ). Η υπογραφή ενός συνυποσχετικού μεταξύ των εμπλεκόμενων στη διαφορά μερών (ειδικές συμφωνίες μεταξύ Σλοβακίας και Ουγγαρίας στην Υπόθεση Nabčikovo-Nagymaros ή μεταξύ Μαλαισίας και Σιγκαπούρης στην Υπόθεση Pedra Branca), κάτι το οποίο αποτελεί ad hoc τρόπο αποδοχής για τη συγκεκριμένη μόνο διαφορά (άρθρα 36 παράγραφος 1 και 40 παράγραφος 1 ΚατΔΔΔ), η δήλωση υπό την προαιρετική ρήτρα αποδοχής της υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του ΔΔΔ, δηλαδή η μονομερής δήλωση για όλες τις μελλοντικές διαμάχες, εφόσον υπάρχει και αμοιβαιότητα, δηλαδή συναίνεση του αντιμαχόμενου κράτους (άρθρο 36 παράγραφος 2 του ΚατΔΔΔ), καθώς και η παρέκταση αρμοδιότητας (forum prorogatum) (άρθρα 36 παράγραφος 1 του ΚατΔΔΔ και 38 παράγραφος 5 του Κανονισμού ΔΔΔ), που συντρέχει στην περίπτωση που μια χώρα, παρόλο που δεν έχει αναγνωρίσει ρητά την αρμοδιότητα του δικαστηρίου με έναν από τους προαναφερθέντες τρόπους, εμφανίζεται κανονικά στο δικαστήριο, χωρίς να προβάλλει την ένσταση αναρμοδιότητας πριν την εξέταση της ουσίας της διαφοράς ή στέλνει δικόγραφο στο Δικαστήριο απαντώντας στους ισχυρισμούς της άλλης χώρας (Υπόθεση Στενού Κέρκυρας και Υπόθεση Τζιμπουτί κατά Γαλλίας). Το παραπάνω έχεις ως απόρροια να αναγνωρίζει σιωπηρά, εν τις πράγμασι, τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ωστόσο, θα πρέπει να πληρούται κι ένα ακόμη κριτήριο, κι αυτό είναι το παραδεκτό της προσφυγής-αξίωσης, επειδή το κράτος που καταφεύγει στο Δικαστήριο της Χάγης θα πρέπει να έχει έννομο συμφέρον προσφεύγοντος κράτους, δηλαδή να είναι το άμεσα θιγέν κράτος βάσει του άρθρου 42 των Άρθρων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου για την Ευθύνη των Κρατών  ή έστω έμμεσα θιγέν κράτος στο πλαίσιο της άσκησης διπλωματικής προστασίας ή ακόμη και τρίτο κράτος σε περίπτωση παραβίασης υποχρέωσης έναντι όλων των συμβαλλόμενων μερών σε μια Συνθήκη (erga omnes partes ή erga omnes contractantes) (Υπόθεση Barcelona Traction, Υπόθεση Βέλγιο κατά Σενεγάλης), από τη στιγμή μάλιστα που απαγορεύεται και η actio popularis (λαϊκή αγωγή) στο Διεθνές Δίκαιο. Επιπλέον, είναι σημαντικό να επισημανθεί εν προκειμένω  και το γεγονός πως για να μην είναι απαράδεκτη η αξίωση ή όλη η προσφυγή, δέον είναι να μην συντρέχει η αρχή του Νομισματικού Χρυσού (Υπόθεση Ανατολικού Τιμόρ), αλλά και να μην έχει εκλείψει το αντικείμενο της διαφοράς (Υπόθεση Πυρηνικών Δοκιμών). Εφόσον λοιπόν, πληρούνται οι άνωθεν προϋποθέσεις μπορεί ένα κράτος να αποστείλει την υπόθεση του στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης για να την εξετάσει.

Παρ’ όλα αυτά, στην περίπτωση της Ελλάδας και της Τουρκίας για το θέμα οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών και εναέριου χώρου, το πρόβλημα είναι αρκετά αμφιλεγόμενο. Κι αυτό γιατί πρώτον, μόνο η Ελλάδα έχει επικυρώσει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας 1982 (ΣΔΘ) και δεύτερον, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη ρηματική διακοίνωση της 15ης Ιανουαρίου 2015, έχει υπογράψει πως αποδέχεται μονομερώς τη δικαιοδοσία του ΔΔΔ για όλες τις μνημονευόμενες στο άρθρο 36 παράγραφος 2 του ΚατΔΔΔ διαφορές – και δη την ερμηνεία συνθήκης, κάθε θέμα διεθνούς δικαίου, την ύπαρξη γεγονότος που, αν διαπιστωνόταν, θα αποτελούσε παραβίαση διεθνούς υποχρέωσης, καθώς και τη φύση και την έκταση των επανορθώσεων που πρέπει να γίνουν για την παραβίαση μιας διεθνούς υποχρέωσης.  Εξαιρούνται όμως, οι διαφορές που αφορούν στρατιωτικές δραστηριότητες και μέτρα που λαμβάνει η Ελληνική Δημοκρατία για την προστασία της κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητάς της, για σκοπούς εθνικής άμυνας, όπως επίσης και για την προστασία της εθνικής της ασφάλειας· τις διαφορές που σχετίζονται με τα κρατικά σύνορα ή την κυριαρχία επί της επικράτειας της Ελληνικής Δημοκρατίας, περιλαμβανομένης κάθε διαφοράς για το πλάτος και τα όρια της χωρικής θάλασσας και του εναέριου χώρου αυτής· Εξαιρείται επιπλέον  κάθε διαφορά, αναφορικά με την οποία οποιοδήποτε από τα διεστώτα μέρη αποδέχθηκε τη δικαιοδοσία του ΔΔΔ μόνον με σκοπό τη διευθέτησή της ή όπου μεταξύ της αποδοχής της δικαιοδοσίας βάσει του άρθρου 36 παράγραφος 2 του ΚατΔΔΔ και της προσφυγής σε αυτήν (άρα της προσφυγής ενώπιον του ΔΔΔ και εναντίον της Ελλάδας με βάση την ως άνω αποδοχή) μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των 12 μηνών. Με τρόπο αυτό, η Ελλάδα εξαίρεσε εντελώς από κάθε μηχανισμό διευθέτησης που περιγράφει η ΣΔΘ, μεταξύ άλλων, και τις διαφορές που αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 15 (οριοθέτηση χωρικής θάλασσας), 74 (οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ)) και 83 (οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας) ΣΔΘ μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές.  Για αυτό και μια μέλλουσα προσφυγή χρήζει οπωσδήποτε υπογραφής νέας ειδικής (ad hoc) συμφωνίας/συνυποσχετικού μεταξύ των δύο ενδιαφερόμενων κρατών που θα περιγράφει ξεκάθαρα το υπό διαφορά ζήτημα παραπομπής στο Δικαστήριο και θα θέτει τα ουσιαστικά και δικονομικά όρια, ούτως ώστε κιόλας να αναιρεθεί και αυτή η ρηματική διακοίνωση του 2015.

Ακόμη, αξιοσημείωτο είναι ότι και στο παρελθόν συνέβη κάτι παρεμφερές, με την απόρριψη της προσφυγής της χώρας μας στο ΔΔΧ στην Υπόθεση της Υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου 1978, η οποία μονομερής προσφυγή θεμελιωνόταν στη Σύμβαση για την Ειρηνική Επίλυση των Διεθνών Διαφορών του 1928 (η Ελλάδα είχε θέσει μάλιστα, επιφύλαξη στη συνυποσχετική ρήτρα, με απότοκο να εξαιρεί τα σχετικά με το εδαφικός καθεστώς από την αρμοδιότητα του Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαιοσύνης της Κοινωνίας των Εθνών και μετέπειτα του ΟΗΕ), καθώς και στο κοινό ανακοινωθέν Καραμανλή – Ντεμιρέλ (Βρυξέλλες, 31η Μαΐου 1975). Το κοινό ανακοινωθέν σημείωνε την ειρηνική επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών με διαπραγματεύσεις, τον διαχωρισμό του θέματος της υφαλοκρηπίδας από το σύνολο των προβλημάτων και την παραπομπή του στο ΔΔΔ, καθώς και τη στήριξη των διακοινοτικών συνομιλιών στην Κύπρο, ύστερα κιόλας από την εισβολή του 1974. Παρόλη τη δικονομική πανωλεθρία στην εν λόγω υπόθεση, σημαντική για την ελληνική πλευρά ήταν ότι το ΔΔΧ υποστήριξε πως η διαφορά αυτή ενέπλεκε αμφισβήτηση δικαιώματος και άρα, ήταν (και) νομική και όχι αμιγώς πολιτική, όπως διατεινόταν η Τουρκία. Επιπρόσθετα, η Νομολογία του Δικαστηρίου έχει παραμερίσει πλέον το κριτήριο της γεωλογικής προέκτασης, το οποίο ενστερνίζεται η Τουρκία για την περίπτωση του Αιγαίου πελάγους, ενώ παράλληλα εκλαμβάνεται ως ειδικές περιστάσεις μόνο συγκεκριμένα νησιά, εν αντιθέσει με τα συμπλέγματα νήσων ή τα νησιά στη σειρά, στα οποία αναγνωρίζει υφαλοκρηπίδα, βάσει του άρθρου 121 παράγραφοι 1 και 2 της ΣΔΘ.

Αναφορικά με την αιγιαλίτιδα ζώνη/χωρική θάλασσα της Ελλάδας, αυτή έχει κηρυχθεί, σύμφωνα με τον ΑΝ 230/1936 περί «Καθορισμού Αιγιαλίτιδος Ζώνης της Ελλάδας» και το Άρθρου 139 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ΝΔ 187/1973), στα 6 ν.μ. από τη φυσική ακτογραμμή, την ίδια στιγμή που ο εθνικός εναέριος χώρος φτάνει, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία (ΠΔ της 6ης/18ης Σεπτεμβρίου 1931, ΦΕΚ Α’ 325), τα 10 ν.μ., με συνέπεια να δημιουργείται μια νομική ανορθοδοξία, καθότι η απολύτως κρατούσα γνώμη ενστερνίζεται πως η κυριαρχία επί του αέρα θεμελιώνεται στην αντίστοιχη κυριαρχία επί της υποκείμενης περιοχής, δηλαδή του χερσαίου εδάφους και των εσωτερικών υδάτων. Παρόλη, όμως, τη νομική ανορθοδοξία, η Τουρκία δε δύναται να εγείρει ενστάσεις απέναντι σε αυτήν την ελληνική πρακτική, από τη στιγμή κιόλας που δεν είχε διαμαρτυρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, και δη από το 1944 μέχρι το 1974, όπως επισημαίνει ρητά και η θεωρία του επίμονου αντιρρησία. Χαρακτηριστική εν προκειμένω, είναι και η Υπόθεση Αλιείας μεταξύ Νορβηγίας και Μεγάλης Βρετανίας (1951), στην οποία το ΔΔΧ αποφάνθηκε πως η απουσία αντίδρασης της Μεγάλης Βρετανίας – που ήταν και άμεσα ενδιαφερόμενο κράτος σε αυτήν την υπόθεση – απέναντι στη νορβηγική πρακτική οριοθέτησης χωρικών υδάτων συνεπαγόταν σιωπηρή συναίνεση, με απόρροια η νορβηγική πρακτική, παρόλο που δεν εξέφραζε κάποιον ισχύοντα τότε κανόνα διεθνούς εθιμικού δικαίου, να είχε εξελιχθεί σε τέτοιον στις σχέσεις μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Νορβηγίας. Αντίστοιχα, η Τουρκία θα έπρεπε να είχε εγείρει ενστάσεις κατά τον χρόνο καθορισμού της χωρικής θάλασσας εκ μέρους της Ελλάδας, οι ενστάσεις της να ήταν συνεχείς και επαναλαμβανόμενες, αλλά και να ακολουθούσε αντίθετη σε σχέση με αυτήν την κατάσταση πρακτική ούτως ώστε να δικαιούται να οχλήσει την Ελλάδα κατά την άσκηση της πλήρους και αποκλειστικής κυριαρχίας της επί της αιγιαλίτιδας ζώνης (άρθρα 2 και 3 της ΣΘΔ).

Εν κατακλείδι, ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα είχε η κατάληξη των δύο αντιμαχόμενων πλευρών σε μια κοινή συμφωνία υπαγωγής του εν λόγω ζητήματος στη Χάγη, από τη στιγμή μάλιστα που η Ελλάδα δέχεται να εκδικαστεί από το Δικαστήριο μόνο η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, ενώ η Τουρκία επιθυμεί να επιλυθούν και όσα ζητήματα έχει κατά καιρούς εγείρει, κάτι που συνιστά προς το παρόν τροχοπέδη για τη σύνταξη του συνυποσχετικού. Βέβαια, σε μια ενδεχόμενη προσφυγή η χώρα μας θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη μέχρι τώρα ιδιάζουσα πρακτική της.

Στην πραγματικότητα, η οποία έχει διαμορφωθεί βαθμιδόν τις τελευταίες δεκαετίες, η “πάγια και μόνη διαφορά”, όπως σαφώς έχει εκφραστεί από την ελληνική πλευρά η οριοθέτηση θαλασσίων και εναέριων ζωνών μεταξύ της ίδιας και της Τουρκίας, αποτελεί την κορυφή ενός “διπλωματικού και γεωπολιτικού παγόβουνου” που διεμβολίζει την γειτνιάση των δύο κρατών. Είναι η πρωμετωπίδα από πλευράς Τουρκίας, σε ένα συνολικότερο και ευρύτερο πλαίσιο αναθεώρησης του status quo τόσο των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών όσο και της ανατολικής Μεσογείου, προς διασκέδαση των μεσομακροπρόθεσμων βλέψεων του τουρκικού κράτους για ανάληψη του σε μεσαίας ισχύος γεωπολιτική δύναμη. Ένα Διεθνές Δικαστήριο δεν δύναται να επιλύσει ή να επιδικάσει τις δυναμικές, τις αβεβαιότητες και τις ασυνέχειες του παγκόσμιου ή/και του περιφερειακού περιβάλλοντος όταν αναφερόμαστε σε κρατικούς δρώντες. Η ελληνική πλευρά (κυρίως) οφείλει να συνυπολογίσει σε όποια της δικονομική επιλογή, τις παραπάνω παραμέτρους ώστε να αποφύγει τυχόν μάταιους ή επικίνδυνους “εφησυχασμούς” πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά την λήξη όποιας δικαστικής της “περιπέτειας”.

Συντάκτης: Ανέττα Τσελέπη

Πηγές:

  • Κώστας Θ. Χατζηκωνσταντίνου, Χαράλαμπος Ελ. Αποστολίδης, Μιλτιάδης Χ. Σαρηγιαννίδης, με τη συμβολή του Βασίλη Περγαντή, Σύγγραμμα « Θεμελιώδεις Έννοιες στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο», 2014, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελίδες 439 – 524 για το Δίκαιο της Θάλασσας.
  • Από Δημήτριος. “Περί Υδάτων Και Ανέμων: Μερικές Σκέψεις Για Την Ενδεχόμενη Προσφυγή Ελλάδας-Τουρκίας Στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης Των Ηνωμένων Εθνών.” ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, 24 Feb. 2020, dikaiosyni.com/katigories/arthra/peri-idaton-kai-anemwn-merikes-skeyis-gia-tin-endexomeni-prosfigi-elladas-tourkias-sto-diethes-dikastirio-dikaiosynis-twn-enomenwn-ethnwn/.
  • “Αρθρο Του Χρήστου Ροζάκη Στην ‘Κ’: Τα Ελληνοτουρκικά Στο Μικροσκόπιο Του Διεθνούς Δικαστηρίου.” Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31 July 2023, kathimerini.gr/politics/562544791/arthro-toy-christoy-rozaki-stin-k-ta-ellinotoyrkika-sto-mikroskopio-toy-diethnoys-dikastirioy/.
  • Γιάννης Θ. “Η Συνάντηση Καραμανλή – Ντεμιρέλ Και η Χαμένη Ευκαιρία Κοινής Προσφυγής Στη Χάγη.” ΤΟ ΒΗΜΑ, 30 May 2023, tovima.gr/2023/05/31/istoriko-arxeio/i-synantisi-karamanli-ntemirel-kai-i-xameni-eykairia-koinis-prosfygis-sti-xagi/.

    Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
    Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.