Ο σοσιαλισμός στην Ευρώπη έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα και αποτελεί μια ορολογία – ομπρέλα, που εντάσσει στους κόλπους της μία πληθώρα θεωρητικών αναλύσεων με συνδετικό κρίκο το υπέρτατο αγαθό της ισότητας υπό τα πλαίσια μίας αρμονικής συμβίωσης. Τα πρώτα ρεύματα της σοσιαλιστικής θεωρίας εμφανίστηκαν ως φυσικό ανάχωμα στην πρώτη βιομηχανική επανάσταση χωρίς να αποτελεί συγκροτημένη ιδεολογία και η απήχησης της περιοριζόταν σε τοπικούς  κύκλους με σημαντικές παραλλαγές μεταξύ τους.

Ο σοσιαλισμός και ο φιλελευθερισμός μέχρι τις μέρες μας επιχειρούν να αποσαφηνίσουν τα όρια της ανθρώπινης φύσης με την κοινωνική πραγματικότητα.  Τα πολλαπλά νοήματα και η κριτική επεξεργασία των ανθρώπινων ενστίκτων γίνεται κατά το δοκούν στις δύο μεγάλες θεωρητικές παραδόσεις, καθώς ο σοσιαλισμός ερμηνεύει τον ανταγωνισμό ως παρέκκλιση και ο φιλελευθερισμός ως φυσική αναγκαιότητα. Οι πρώιμοι σοσιαλιστές αντιλαμβανόταν το σοσιαλιστικό όραμα, ως ριζική αναδιαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης σε μικρές αυτόνομες κοινότητες που θα ζούσαν οι άνθρωποι αρμονικά μεταξύ τους, αναπτύσσοντας στενούς δεσμούς. Το παραπάνω όραμα επικρίθηκε ως ουτοπικό και εξαιτίας της αρκετά περιορισμένης σύνδεσης με την κοινωνική πραγματικότητα, κατηγορήθηκε ότι δεν χρήζει πρακτικής εφαρμογής. Μια άλλη εκδοχή του σοσιαλιστικού μοντέλου που για κάποιους ερμηνεύτηκε  περισσότερο ως «μεταρρυθμιστικός καπιταλισμός», έχει ως στόχο τον εξανθρωπισμό της εκβιομηχανισμένης κοινωνίας  χωρίς να θυσιάζονται τα κέρδη των επιχειρήσεων, διαμορφώνοντας πιο ανθρώπινες συνθήκες εργασίας. Με λίγα λόγια η αύξηση της παραγωγής θα ευνοήσει τελικώς ολόκληρη την κοινωνία.

Το γνωστό σε όλους «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» έδωσε πρακτική υπόσταση στον σοσιαλισμό καθώς ανέλυσε επακριβώς το πώς θα γίνει η μετάβαση στον σοσιαλισμό δίνοντας στην θεωρία του Μαρξ πρακτική υπόσταση. Σε αντίθεση με τα έργα των πρώιμων σοσιαλιστών αναδεικνύει τις κοινωνικές δυναμικές που θα οδηγήσουν προς την σοσιαλιστική κατεύθυνση. Παρόλα αυτά, η  έλλειψη πρακτικής εφαρμογής και συνεκτικότητας των θεωριών της ανωριμότητας δεν τις καθιστά περιθωριακές αλλά αντιθέτως αναδεικνύουν βάσιμα οράματα των μη κυριάρχων τάξεων και στηριζόταν σε μία απόλυτα ορθολογική βάση.

Στην Αγγλία στα τέλη του 19ου αιώνα ο σοσιαλισμός μιας μικρής ομάδας αστών διανοούμενων έφερε ελάχιστες αποχρώσεις της μαρξιστικής θεωρίας, καθώς στόχευαν στην ανασυγκρότηση της κοινωνίας ως σύνολο με απόλυτη αφοσίωση στις δημοσιές δομές. Οι επονομαζόμενοι Φαβιανοί έδρασαν κυρίως παρασκηνιακά, ενώ με συνεργασίες ακόμα και με την αστική κυβέρνηση, κινούνταν στα όρια του πολιτικά εφικτού, επιλύοντας προβλήματα που προέκυπταν από τις κοινωνικές συνθήκες. Ο μεταρρυθμιστικός νόμος της κυβέρνησης των Τόρις  το 1884 έδωσε πολιτικά δικαιώματα σε δύο εκατομμύρια άρρενες ψηφοφόρους. Μια αστική κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή το ζήτημα της επέκτασης του δικαιώματος της ψήφου, ένα αίτημα το οποίο πραγματευόταν  το κίνημα των Χαρτιστών μισό αιώνα νωρίτερα. Στην Γαλλία ο σοσιαλισμός αποτέλεσε ιδιάζουσα περίπτωση καθώς η βραχύβια εξουσία της Πράσινης Κομμούνας το 1871 και η περιορισμένης δυναμικής ανάδυση του συνδικαλισμού ήταν αποτέλεσμα κοινωνικών αναταραχών και αντίδρασης σε επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης. Ο σοσιαλισμός στην Γαλλία διαμορφώθηκε μέσα από μικρές, ασταθείς ομάδες συνδικαλιστικών ενώσεων και καθώς δεν είχαν αναπτυχτεί βιομηχανικές μονάδες μεγάλης κλίμακας , η σοσιαλιστική προοπτική δεν απέκτησε ευρείες κοινωνικές διαστάσεις.

Το παράδειγμα του γερμανικού σοσιαλιστικού κόμματος αποτελεί ενδεικτική περίπτωση της αποτύπωσης των μαρξιστικών ιδεών στην πράξη. Η Γερμανία διέθετε αναπτυγμένες δημόσιες δομές με ισχυρή γραφειοκρατία και θαυμάσιο διοικητικό μηχανισμό. Η εντυπωσιακή ανάπτυξη της Γερμανίας σε όλους τους τομείς όπως στην  οικονομία, στην  επιστήμη και στις τέχνες, συνέπεσε με την περίοδο της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης, η οποία δεν βασίστηκε στις αρετές του φιλελευθερισμού και της ατομικής πρωτοβουλίας αλλά στην συγκέντρωση του κεφαλαίου στην βιομηχανική παράγωγη και στην ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της εκάστοτε κρατικής γραφειοκρατίας.

Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας ακολούθησε πιστά το μαρξιστικό δόγμα και απέκτησε μεγάλη εκλογική απήχηση στην εργατική τάξη και όχι μόνο. Παρά την διευρυμένη απήχηση του κόμματος η εξουσία άνηκε αποκλειστικά στην πρωσική αυτοκρατορία, ενώ δεν είχε τις διευρυμένες δυνατότητες της βρετανικής Βουλής των Κοινοτήτων ή της γαλλικής εθνοσυνέλευσης. Το κόμμα όμως αντιμετώπιζε σοβαρές εσωτερικές διενέξεις. Ο εσωτερικός διχασμός έγκειται στην ερμηνεία για το πραγματικό νόημα του μαρξισμού. Ο Bernstein απέρριπτε την ταξική πάλη και την ένοπλη επανάσταση θεωρώντας ότι ο σοσιαλισμός πρέπει να έρθει ύστερα από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις σταδιακά διότι οι κοινωνικές συνθήκες για μία τέτοια επαναστατική ενέργεια δεν θα ωριμάσουν ποτέ. Απο την άλλη, ο καπιταλισμός δεν έχει τάσεις αυτοκαταστροφής και μέσα από τις επάλληλες κρίσεις γίνεται πιο ισχυρός αντί να αποδυναμώνεται.

Παρόμοιες ανησυχίες για την επανάσταση είχαν αρκετές ηγετικές μορφές του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος καθώς  υπήρχε η πεποίθηση ότι η εργατική τάξη πρέπει να κυριαρχείται από μια ισχυρή ηγεσία, ώστε να μην επικρατήσει το χάος της εξουσίας του όχλου και των ανειδίκευτων εργατών. Ο Λένιν πρότασσε μία ενδιάμεση πεποίθηση περί επανάστασης του προλεταριάτου υπό την καθοδήγηση μίας ισχυρής ομάδας διανοούμενων επαναστατών, κάτι που απέκλινε από την καθαρά μαρξιστική γραμμή.

Τα είδη του σοσιαλισμού ποικίλουν ανάλογα με την ιστορική πραγματικότητα και τις διάφορες ερμηνείες που επιδέχεται το μαρξιστικό δόγμα. Η φράση του Μαρξ ότι «ούτε ο ίδιος είναι μαρξιστής» είναι ενδεικτική της πολυπλοκότητας της ασάφειας του μαρξισμού και της προσπάθειας ερμηνείας από διαφορετικούς πολιτισμούς και ιστορικές συνθήκες. Το ιδανικό του σοσιαλισμού δεν σημαίνει τίποτα το ακριβές αν δεν συνδυαστεί με ένα συγκεκριμένο ιστορικοκοινωνικό υπόβαθρο. Παρόλα αυτά, η  πιο βασική αρχή του ορθόδοξου σοσιαλισμού αφορά την απόκτηση των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη. Κάποια εργατικά κόμματα  όπως στο παράδειγμα της Αγγλίας στις αρχές του 20ού αιώνα διαμόρφωναν θέσεις συμβατές περισσότερο με τον αριστερό φιλελευθερισμό, αφού δεν απέρριπτε  τις καπιταλιστικές μεθόδους παραγωγής απλά πίεζε προς την υιοθέτηση μέτρων για τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις.

Η κατάκτηση των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη ήταν μία ιδέα που γοήτευε στα τέλη του 19ου  αιώνα και αρχές του 20ου, ταυτόχρονα όμως η πιθανότητα άσκησης της εξουσίας από τον “όχλο” ήταν κάτι που τρόμαζε ένα μεγάλο μέρος της εργατική τάξης. Ο λαϊκός αναβρασμός της μπελ επόκ εποχής (1890-1914) στηρίχτηκε κατά έναν βαθμό στην σοσιαλιστική αρχή ως αντίδραση στον έντονο συντηρητισμό των αυτοκρατορικών ηγετών και της καπιταλιστικής ανάπτυξης . Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η βασίλισσα Βικτώρια του Ηνωμένου Βασιλείου,  που θεωρούσε την δημοκρατική μοναρχία ένα βήμα πιο κοντά στο χάος και χαρακτήριζε το κίνημα των Σουφραζετών ως σκέτη παραφροσύνη. Το παράδοξο του φαινομένου έγκειται στο γεγονός ότι ο επαναστατικός αναβρασμός των εργατικών τάξεων στηρίχθηκε στις ευκαιρίες που τους δόθηκαν με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Πράγματι, η άνοδος του ρυθμού ανάπτυξης της βιομηχανικής εποχής, την περίοδο 1900- 1914 και η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής διαμόρφωσε τις συνθήκες για περαιτέρω διεκδίκηση στην διαμόρφωση της κοινωνικής πραγματικότητας.

Ο Μαρξ ήταν αρκετά καλός γνώστης της οικονομικής θεωρίας για να απορρίψει το θετικό αποτύπωμα του ελεύθερου εμπορίου στην οικονομία και εξέφραζε την άποψη ότι το τελευταίο θα ωρίμαζε τις κοινωνικές συνθήκες για την μετάβαση στην σοσιαλιστική κοινωνία. Σύμφωνα με τον Schumpeter, η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής είναι μία αναπόφευκτη εξέλιξη του καπιταλισμού. Ωστόσο, τα δεδομένα της τότε εποχής δεν επιδεικνύουν ούτε την διάχυση των μέσων παραγωγής στην κοινωνία ως σύνολο, ούτε την συγκέντρωση τους στην εργατική τάξη. Τα μέσα παραγωγής παρέμειναν στην βιομηχανικό κεφάλαιο και το σοσιαλιστικό επίτευγμα του καπιταλισμού ήταν ότι οι εργάτες μόχθησαν να αποκτήσουν τα αγαθά τους ολοένα και λιγότερο.

Συντάκτης: Νεφέλη Πρεβεδουράκη


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.