Μόλις 2 μήνες πριν, στις 23 Ιουνίου του 2023, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέβαλε την 11η δέσμη κυρώσεων λόγω του βάναυσου πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, τη στιγμή μάλιστα που η Διεθνής Διάσκεψη στο Λονδίνο αποφάσιζε το νέο οιονεί σχέδιο Μάρσαλ με απώτερο στόχο την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας. Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάνθηκε να επιβληθούν περιοριστικά μέτρα σε επιπλέον 71 άτομα και 33 οντότητες, που ευθύνονται για ενέργειες που φαλκιδεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Παράλληλα ο Josep Borrell, Ύπατος  Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας,  επισήμανε χαρακτηριστικά πως τη σήμερον ημέρα η Ένωση «στοχεύει 104 άτομα και οντότητες  που φέρουν ευθύνη για στρατιωτικές δραστηριότητες και πολιτικές αποφάσεις, «μολύνουν» τον  δημόσιο χώρο με παραπληροφόρηση και κακόβουλα αφηγήματα, επιτείνοντας τον στρατιωτικό  πόλεμο μέσω του πληροφοριακού πολέμου, εμπλέκονται σε απάνθρωπες απελάσεις,  αναγκαστική τεκνοθεσία παιδιών από την Ουκρανία στη Ρωσία και παρέχουν κρίσιμες  τεχνολογίες και λογισμικό στις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών».

Έτσι λοιπόν, η απόφαση αυτή, ενισχύει την ικανότητα της ενωσιακής έννομης τάξης, να αντιμετωπίζει την καταστρατήγηση των κυρώσεων και να εισάγει ένα νέο κριτήριο καταχώρισης στους καταλόγους κυρώσεων. Ένας σημαντικός αριθμός καταχωρήσεων περιλαμβάνει τον ρωσικό στρατιωτικό και αμυντικό τομέα, την απέλαση, τις αναγκαστικές εκτοπίσεις από την Ουκρανία, τη λεηλασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και τα στελέχη των μέσων ενημέρωσης και τους προπαγανδιστές.  Αξιοσημείωτο είναι βέβαια, και το γεγονός πως το Συμβούλιο επέβαλε κυρώσεις και στο Ίδρυμα για τη Στήριξη και Προστασία των Συμπατριωτών που ζουν στο εξωτερικό για τον συντονισμό των προσπαθειών επιστράτευσης της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ενώ παράλληλα καταχώρησε και αυτονομιστές στρατιωτικούς που καταδικάστηκαν από ολλανδικό δικαστήριο για την κατάρριψη του αεροσκάφους που εκτελούσε την πτήση MH17 των Μαλαισιανών Αερογραμμών, μέτρο που βέβαια ελήφθη σε στενό συντονισμό με την Αυστραλία. Επιπλέον, στις καταχωρίσεις αυτές συγκαταλέγονται φυσικά και μέλη του δικαστικού σώματος που έλαβαν πολιτικά υποκινούμενες  αποφάσεις κατά ουκρανών πολιτών που αντιτάχθηκαν στην προσάρτηση της Κριμαίας, καθώς  και οι τράπεζες «MRB Bank» και «CMR Bank», οι οποίες δραστηριοποιούνται στα -παρανόμως- προσαρτημένα εδάφη από την Ρωσία, Ντονέτσκ, Λουχάνσκ, Χερσώνα και Ζαπορίζια.

Κατ’ αρχάς, σε αυτό το σημείο μια επεξήγηση του καθεστώτος επιβολής κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κρίνεται δέουσα. Εν γένει, υπάρχουν οι κυρώσεις τόσο κατά ατόμων, οι οποίες συνίστανται σε ταξιδιωτικές απαγορεύσεις και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, όσο και κατά οντοτήτων (κυρίως νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου), οι οποίες  συνίστανται σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, πράγμα που σημαίνει ειδικότερα κατάσχεση και «πάγωμα» όλων των λογαριασμών που ανήκουν στα πρόσωπα και τις οντότητες της λίστας της Ένωσης, που βρίσκονται στις τράπεζές της, με απόρροια να απαγορεύεται η διάθεση, είτε άμεσα είτε έμμεσα, κεφαλαίων ή περιουσιακών στοιχείων στα εν λόγω πρόσωπα και οντότητες. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται εναργές, πως η Ευρωπαϊκή Ένωση από τις 24 Φεβρουαρίου του 2022 (ημέρα έναρξης της ρωσικής εισβολής) ξεκίνησε την επιβολή νέων περιορισμών στη Ρωσία, που ήρθαν να προστεθούν στα ισχύοντα μέτρα του 2014 και έπειτα, με αφορμή την προσάρτηση της Κριμαίας και την μη εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ. Κυρώσεις, μάλιστα, που αποτελούν στοχευμένα  περιοριστικά μέτρα (ατομικές κυρώσεις), οικονομικές κυρώσεις και μέτρα σε ό,τι αφορά τις  θεωρήσεις. Είναι σημαντικό, να επισημανθεί και το γεγονός πως η Ένωση στράφηκε εναντίον  της Λευκορωσίας και του Ιράν, με αποτέλεσμα να συμπληρώνεται ο κατάλογος της Ένωσης με  σχεδόν 1800 άτομα και οντότητες. Ο κατάλογος απαρτίζεται, μεταξύ άλλων, από τον Πρόεδρο και τον Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, από βουλευτές της ρωσικής Κρατικής Δούμας (Κάτω  Βουλής), υψηλόβαθμους αξιωματούχους, επιφανείς επιχειρηματίες και ολιγάρχες,  φιλοκυβερνητικούς προπαγανδιστές, τράπεζες, παραστρατιωτικές ομάδες, πολιτικές παρατάξεις,  την ομάδα «Wagner» (ιδιωτικό στρατιωτικό φορέα με έδρα τη Ρωσία) και το «RIA FAN»  (ρωσικό οργανισμό μέσων ενημέρωσης).

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από τον Φεβρουάριο του 2022, η  Ευρωπαϊκή Ένωση έχει απαγορεύσει την εξαγωγή προϊόντων προς τη Ρωσία αξίας άνω των 43,8  δις ευρώ και την εισαγωγή προϊόντων αξίας άνω των 91,2 δις ευρώ, κάτι που σημαίνει πως το 49% των εξαγωγών και το 58% των εισαγωγών υπόκεινται επί του παρόντος σε καθεστώς  κυρώσεων, σε σύγκριση με το 2021. Ειδικότερα, τα εμπορεύματα που δεν μπορούν να  εξαχθούν από την Ένωση στη Ρωσία είναι κυρίως η τεχνολογία αιχμής (λχ κβαντικοί  υπολογιστές, λογισμικό υψηλών προδιαγραφών, προηγμένοι ημιαγωγοί), εξοπλισμός μεταφορών, ειδικά αγαθά και τεχνολογία που απαιτούνται για τη διύλιση πετρελαίου, είδη και τεχνολογία που  προορίζονται για την αεροπορία και τη διαστημική βιομηχανία, όπως αεροσκάφη, κινητήρες, ανταλλακτικά αεροσκαφών και ελικοπτέρων, καύσιμα αεριωθούμενων, καθώς και τη θαλάσσια ναυσιπλοΐα και τη τεχνολογία ραδιοεπικοινωνίας. Από την άλλη, εμπορεύματα που  δεν μπορούν να εισαχθούν στην Ένωση από τη Ρωσία κυμαίνονται, μεταξύ άλλων, στο αργό  πετρέλαιο και προϊόντα διύλισης πετρελαίου, άνθρακα, χάλυβα, χρυσό, οινοπνευματώδη ποτά, τσιγάρα και καλλυντικά. Επιπλέον, από τις 4 Ιουνίου του 2022 απαγορεύθηκε και η παροχή λογιστικών υπηρεσιών, ελεγκτικών υπηρεσιών, συμβουλευτικών υπηρεσιών ΤΠ, υπηρεσιών νομικών συμβουλών, διαφήμισης, έρευνας αγοράς και δημοσκοπήσεων, αλλά και υπηρεσιών στους τομείς της αρχιτεκτονικής και μηχανικής.

Ακόμη, ουκ ολίγον ενδιαφέρον έχει και το γεγονός πως οι ηγέτες και ηγέτιδες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επισήμαναν κατά το Ευρωπαϊκό  Συμβούλιο της 23ης και 24ης Ιουνίου του 2022, ότι η Ρωσία είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την  παγκόσμια επισιτιστική κρίση, με συνέπεια να μην επιβάλλονται περιορισμοί έναντι των  ρωσικών εξαγωγών τροφίμων και γεωργικών προϊόντων της παγκόσμιας αγοράς και έτσι, οποιοσδήποτε να μπορεί να εκμεταλλεύεται, να αγοράζει, να μεταφέρει και να εξασφαλίζει τρόφιμα και λιπάσματα που προέρχονται από τη Ρωσία. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να αναφερθεί και το γεγονός πως προβλέπονται και κάποιες εξαιρέσεις στον χώρο των θαλάσσιων, οδικών και  εναέριων μεταφορών, καθότι τα κράτη-μέλη, δύνανται να δίνουν άδεια για πραγματοποίηση  υπερπτήσεων στον εναέριο χώρο τους από ρωσικά αεροσκάφη, εάν αυτό κρίνεται ως απαραίτητο για ανθρωπιστικούς σκοπούς, καθώς και να παρέχουν πρόσβαση στους λιμένες να επιτρέπουν την είσοδο ρωσικών οδικών μεταφορέων εντός των συνόρων αυτού του διεθνούς οργανισμού για  την εισαγωγή ή μεταφορά γεωργικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των λιπασμάτων και σίτου.

Εκτός αυτού, η απάντηση στο ερώτημα, αν οι κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης  συμμορφώνονται πλήρως με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο -με  παράλληλο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών- είναι  καταφατική. Τομή μάλιστα, στην ιστορία επιβολής κυρώσεων από την Ένωση αποτέλεσε και η  Υπόθεση Kadi, νομολογία με την οποία αποσαφηνίστηκαν οι σχέσεις μεταξύ διεθνούς και  ενωσιακής έννομης τάξης, αφού η εν λόγω απόφαση έχει χαρακτηριστεί πως συνιστά συνέχεια  της νομολογίας Van Gend en Loos, ολοκληρώνοντας το δόγμα περί αυτονομίας της ενωσιακής  έννομης τάξης που εγκαινιάστηκε με εκείνη. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την εξεταζόμενη υπόθεση, το φθινόπωρο του 1999, ως απάντηση στις επιθέσεις της 7ης Αυγούστου 1998 στις πρεσβείες των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σε Ναϊρόμπι (Κένυα) και Νταρ ες Σαλάμ (Τανζανία), το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. υιοθέτησε, με νομική βάση το κεφάλαιο VII του Χάρτη Ηνωμένων Εθνών (που προορίζεται για ενέργειες απειλής της ειρήνης, διατάραξης της ειρήνης  και επιθετικών πράξεων βάσει του άρθρου 39 του Χάρτη Ηνωμένων Εθνών), μια σειρά Ψηφισμάτων με απώτερο σκοπό την πάταξη της διεθνούς τρομοκρατίας.

Τα πρώτα από τα Ψηφίσματα αυτά στρέφονταν αποκλειστικά εναντίον του καθεστώτος των Ταλιμπάν στο  Αφγανιστάν, τα επόμενα ωστόσο, ύστερα κιόλας από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001,  συμπεριέλαβαν τον Οσάμα μπιν Λάντεν, το δίκτυο Αλ Κάιντα και κάθε πρόσωπο, οργάνωση ή άλλη μη κρατική οντότητα που συνδέεται μαζί τους, προβλέποντας τη δέσμευση των  περιουσιακών στοιχείων των ανωτέρω προσώπων, οργανώσεων και οντοτήτων από τη στιγμή  της εγγραφής τους, με μάλλον αδιαφανείς διαδικασίες, στον ειδικό κατάλογο της συσταθείσας με  το Ψήφισμα 1269 (1999) του Συμβουλίου Ασφαλείας «επιτροπής κυρώσεων» του Ο.Η.Ε. Τα  ονόματα, λοιπόν, του Σαουδάραβα επιχειρηματία Yassin A. Kadi και του ιδρύματος Al Barakaat εγγράφηκαν στον κατάλογο της «επιτροπής κυρώσεων» του Ο.Η.Ε. τον Οκτώβριο του 2001 με  την αιτιολογία ότι συνδέονται με τον Οσάμα μπιν Λάντεν και το δίκτυο Αλ Κάιντα. Αμέσως μετά, εγγράφηκαν στον κατάλογο του παραρτήματος Ι του Κανονισμού 467/2001/ΕΚ του Συμβουλίου της 6ης Μαρτίου 2001, «για την απαγόρευση της εξαγωγής ορισμένων αγαθών και  υπηρεσιών στο Αφγανιστάν, την ενίσχυση της απαγόρευσης πτήσεων και την παράταση της δέσμευσης κεφαλαίων και άλλων οικονομικών πόρων όσον αφορά [τους] Ταλιμπάν του Αφγανιστάν (…)», αλλά και αργότερα, στον κατάλογο του παραρτήματος Ι του Κανονισμού 881/2002/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, «για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα  Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν (…)». Ακολούθως, οι ενδιαφερόμενοι άσκησαν προσφυγές ακύρωσης των εν λόγω Κανονισμών, ισχυριζόμενοι την καταστρατήγηση όχι μόνο θεμελιωδών δικαιωμάτων τους, όπως αυτών της προηγούμενης ακρόασης, του σεβασμού της ιδιοκτησίας, καθώς και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αλλά και της  ίδιας της αρχής της αναλογικότητας.

Παρ’ όλα αυτά, η συγκεκριμένη υπόθεση άσκησε σημαντική επίδραση τόσο στη νομολογία  του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όσο και στον τρόπο απονομής της  δικαιοσύνης από τον Ο.Η.Ε. Αξιοσημείωτο είναι πως τρεις μόλις μήνες μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης στην υπόθεση Kadi, το Ψήφισμα 1904 (2009) του Συμβουλίου Ασφαλείας  αναγνώρισε για πρώτη φορά στα πρόσωπα που εγγράφονται στον κατάλογο της «επιτροπής  κυρώσεων» του Ο.Η.Ε., το δικαίωμα να λαμβάνουν πληροφορίες, για τα εις βάρος τους ληφθέντα  μέτρα και να υποβάλλουν αίτημα διαγραφής τους από τον κατάλογο αυτό στον Διαμεσολαβητή  (Ombudsperson). Πρόκειται για έναν νέο θεσμό, οιονεί δικαιοδοτικού χαρακτήρα, η θητεία του οποίου ανανεώνεται ανά διετία και στον οποίο έχει ανατεθεί ακριβώς αυτή η αποστολή, να εξετάζει ανεξάρτητα και αμερόληπτα τα αιτήματα διαγραφής και να υποβάλλει γραπτή αναφορά στην «επιτροπή κυρώσεων», εξηγώντας για ποιους λόγους θεωρεί ότι το εν λόγω αίτημα πρέπει να γίνει δεκτό ή να απορριφθεί. Με αυτόν τον τρόπο, αποδείχθηκε σθεναρά η αυτονομία της  Ένωσης έναντι της διεθνούς έννομης τάξης, διότι αφενός δεν αμφισβητείται η υπεροχή ενός  Ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε., αφετέρου ο σεβασμός που επιβάλλεται να  επιδεικνύουν τα όργανα της Ένωσης δε συνεπάγεται την απουσία ελέγχου της νομιμότητας των  σχετικών με την εφαρμογή τους πράξεων των τελευταίων, με κριτήριο τα θεμελιώδη δικαιώματα όπως αυτά κατοχυρώνονται στις Συνθήκες και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της  Ένωσης.

Συντάκτης: Ανέττα Τσελέπη

Πηγές:


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.