Η Τουρκία έλαβε καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας το 1999. Η αίτηση εισαγωγής στην Ένωση είχε πραγματοποιηθεί ήδη από το έτος 1987 στην τότε ονομαζόμενη Ε.Ο.Κ. Όπως όλες οι ενωσιακές διαδικασίες δεν πραγματοποιούνται και ολοκληρώνονται εν μία νυκτί, έτσι και η ένταξη μιας χώρας αποτελεί πολύχρονη και λεπτομερή διαδικασία ελέγχου τήρησης των ανάλογων κριτηρίων ένταξης. Αν αναλογιστούμε την κοινωνικοπολιτική κατάσταση που διαμορφώθηκε επί δεκαετίες και τείνει να επικρατεί μέχρι σήμερα στο εσωτερικό της Τουρκίας, δεν προκαλεί εντύπωση το “πάγωμα” των διαδικασιών ένταξης μετά το 2005, παρόλη   την πολύχρονη διαπραγμάτευση και  τις  εταιρικές σχέσεις (της Ένωσης) με την γείτονα μας χώρα.

Η πραγματοποίηση της ένταξης στην ΕΕ απαιτεί την πλήρωση συγκεκριμένων κριτηρίων από την αιτούσα κάθε φορά χώρα. Τα λεγόμενα κριτήρια της “Κοπεγχάγης” βασισμένα στο άρθρο 49 (ΣΕΕ) ζητούν από την εκάστοτε χώρα να πληροί κάποιες αξίες οι οποίες είναι συνυφασμένες με τις αξίες της Ένωσης. Τα βασικότερα εξ αυτών συνίστανται στον σεβασμό των δημοκρατικών αρχών, του Κράτους Δικαίου και την ελευθερία λόγου των πολιτών. Στην περίπτωση της Τουρκίας παρόλες τις εταιρικές σχέσεις με την Ένωση (Συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης  1999), το καθεστώς υποψήφιας χώρας (2004), την αρχική έγκριση της ως κράτος που πληροί τα κριτήρια, δεν προχώρησαν ποτέ πλήρως οι διαδικασίες για την ένταξη της. Μερικοί από τους προφανείς λόγους ήταν  και το Κυπριακό και κατ’ επέκταση η συνολική έλλειψη καλής γειτονίας από πλευράς Τουρκίας. Η Ένωση επιθυμούσε να επιλύσει αυτά που θεωρούσε “ζητούμενα” της Τουρκίας, να ενισχύσει  την καλή γειτονία της με τα άλλα κράτη (όπως την Ελλάδα) και να εξομαλύνει τις σχέσεις της με την Κυπριακή Δημοκρατία. Ενώ στην αρχή υπήρχε μεγάλη προσπάθεια από πλευράς Ένωσης, οι διαπραγματευτικές διαδικασίες έμειναν στάσιμες λόγω της διαρκούς απόκλισης της Τουρκίας από τις αξίες της πρώτης. Η Τουρκία καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των ετών από το ευρωπαϊκό κεκτημένο  του κράτους δικαίου, των βασικών ελευθεριών, της δημοκρατίας και γενικώς των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Η ΕΕ διατηρεί το συμφέρον της να υπάρχει ένα κλίμα συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο και σαφώς να συναφθούν σχέσεις αμοιβαία επωφελείς με την Τουρκία, η οποία θα μπορούσε να ειδωθεί και υπό το πρίσμα  γέφυρας μεταξύ δυτικού και ισλαμικού κόσμου. Παρόλες της προσπάθειες της Ένωσης, η Άγκυρα δεν συμμερίστηκε ποτέ πλήρως το modus vivendi του δυτικού κόσμου που προβάλλεται και μέσα από τις ευρωπαϊκές αξίες. Τα περισσότερα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατώνται συστηματικώς, ενώ παραμένει αμφίβολο ποιο κράτος-μέλος της Ένωσης θα επιθυμούσε μία χώρα σαν την Τουρκία όπου κυριαρχεί η χρόνια πολιτική αστάθεια και η έντονη παρέμβαση του στρατού στην πολιτική ζωή (συνολικά τέσσερα πραξικοπήματα στην σύγχρονη ιστορία της). Όσον αφορά επίσης το μεταναστευτικό, η Τουρκία δεν επέδειξε την καλύτερη δυνατή και υπεύθυνη στάση κυρίως προς τη χώρα μας καθώς το άνοιγμα των συνόρων της  και η εισροή χιλιάδων προς την Ελλάδα έγινε βεβιασμένα  και η συμφωνία για την επιστροφή των παράτυπων μεταναστών από την Ελλάδα βρίσκεται σε αναστολή.

Οι πιο πρόσφατες συνομιλίες του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν για την σχέση της χώρας του με την Ένωση έλαβαν χώρα στην σύνοδο του ΝΑΤΟ τον περασμένο Ιούλιο. Ήδη το Βερολίνο και το Παρίσι έχουν αρχίσει να επαναπροσδιορίζουν την οπτική ένταξης της Τουρκίας με την προσέγγιση του Τούρκου προέδρου, ωστόσο οι δημοσκοπήσεις πολιτών έδειξαν ότι η πλειοψηφία δεν θα επιθυμούσε την Τουρκία στην Ένωση. Πολλοί  εξέλαβαν την αισιοδοξία των πολιτικών ηγετών των παραπάνω ευρωπαϊκών χωρών ως απτό βήμα για την ένταξη της Τουρκίας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από την Ένωση αναμένεται συνεργασία και σε άλλους τομείς όπως ταξιδιωτικά θέματα (visa) και το κλείσιμο παλαιών κεφαλαίων για την ένταξη της. Ανώτερος Τούρκος αξιωματικός επεσήμανε ότι η Ευρώπη πρέπει να στηρίξει την Άγκυρα. Στη σύνοδο του ΝΑΤΟ ο Τούρκος πρόεδρος τόνισε πως αν ενταχθεί η Τουρκία στην Ένωση θα ενταχθεί και η Σουηδία στο ΝΑΤΟ με τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας η οποία μέχρι στιγμής είχε προβάλλει ισχυρές αντιρρήσεις. Εφόσον και ο πρόεδρος του Συμβουλίου Σαρλ Μισελ γνωστοποίησε ότι τίθενται εκ νέου οι σχέσεις Τουρκίας και Ένωσης, ανοίγει ένας νέος κύκλος διαπραγματεύσεων για τη γείτονα χώρα. Το ζήτημα που τίθεται εκ νέου είναι το κατά πόσον θα ωφεληθεί η Ένωση από την Τουρκία εν ευθέτω χρόνω, και αν η δεύτερη θα μπορέσει να συμμορφωθεί με το ευρωπαϊκό κεκτημένο έστω και στο ελάχιστο.

Κλείνοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Τουρκία με βάση την πολύχρονη σχέση σύνδεσης με την ΕΕ προσπαθεί και πάλι να ανοίξει τις διαδικασίες ένταξης της. Από πλευράς Ένωσης σίγουρα φαίνεται να υπάρχει καλή θέληση για τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων της με τη χώρα της Ανατολικής Μεσογείου η οποία επιθυμεί να ενταχθεί έτι περισσότερο στον δυτικό κόσμο και την οποία ο δυτικός κόσμος και οι κεντρικοί παίκτες της ένωσης θέλουν εντός της. Η Ένωση βρίσκεται μετά από χρόνια πάλι σε δίλημμα: να εντάξει μία χώρα που “χωλαίνει” σαφώς σε βασικά αξιακά ζητήματα (η προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων λόγου χάρη), ή να χάσει μια ευκαιρία διεύρυνσης προς την Ανατολική Μεσόγειο με μια χώρα “γέφυρα” του δυτικού και ανατολικοισλαμικού κόσμου.

Συντάκτης: Γεωργία Κουμεντάκη


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.