Μετά την λήξη του Β’Π.Π. το 1945, αναπτύχθηκε από τις νικήτριες δυνάμεις, αλλά και από μια πληθώρα άλλων κρατών, η αντίληψη πως θα πρέπει να οικοδομήσει ένα διεθνές σύστημα κανόνων, διαπραγματεύσεων, διεργασιών και πράξεων με σκοπό την διατήρηση και προάσπιση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ευημερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο κύριος αρωγός έκφρασης της αντίληψης αυτής, από το 1945 ως και σήμερα, αποτελεί ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.). Σύμφωνα με το Πρώτο κεφάλαιο (αρ.1, παρ.1) του Καταστατικού Χάρτη του Ο.Η.Ε., σκοπός ύπαρξης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, μεταξύ άλλων, είναι και “Η διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας”. Για τον συγκεκριμένο αυτό λόγο, κρίθηκε αναγκαίο να δημιουργηθεί, όπως αναφέρεται στο Τρίτο κεφάλαιο του Καταστατικού Χάρτη (αρ.7, παρ.1) το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Το συμβούλιο απαρτίζεται από δεκαπέντε (15) μέλη, δέκα (10) από τα οποία έχουν καθεστώς μη μόνιμου μέλους. Εκλέγονται από την Γενική Συνέλευση του Οργανισμού για μια μη ανανεώσιμη διετή θητεία. Τα υπόλοιπα πέντε (5) μέλη έχουν καθεστώς μόνιμης εκπροσώπησης εντός του συμβουλίου. Αναφέρονται ως τα πέντε (5) μόνιμα μέλη (Permanent five/P5) και απαρτίζονται από την Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και την Ρωσική Ομοσπονδία. Τα μέλη έχουν την ύψιστη ευθύνη να διαπραγματεύονται, σύμφωνα με τους κανόνες διαδικασίας του Συμβουλίου Ασφαλείας και να επιλύουν, με δεσμευτικές αποφάσεις προς όλα τα κράτη – μέλη του Οργανισμού, προβλήματα που αναφέρονται σχετικά με τα κεφάλαια Έξι (6) περί “Ειρηνικής Διευθέτησης Διαφορών”, Επτά (7) περί “Ενεργειών σε Περίπτωση Απειλής Εναντίον της Ειρήνης, Διαταράξεως της Ειρήνης και Επιθετικών Πράξεων” και Οκτώ (8) περί “Τοπικών Συμφωνιών”.

Ωστόσο, λόγω των αλλαγών που έχει υποστεί και συνεχίζει να δέχεται το διεθνές σύστημα, από το 1945 ως και σήμερα, αλλά και ορισμένων αδυναμιών και παθογενειών λειτουργικού και εκτελεστικού χαρακτήρα που δείχνει να διακατέχεται το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, έχει αναδυθεί μια συζήτηση ως προς το κατά πόσο είναι αναγκαία, αρεστή και εφικτή μια σειρά μεταρρυθμίσεων του Συμβουλίου ώστε αυτό, και κατ’ επέκταση ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, να έχει την δυνατότητα να ανταποκριθεί στον σκοπό δημιουργίας και ύπαρξης του, δηλαδή στην διευθέτηση περιφερειακών και παγκόσμιων διενέξεων και προκλήσεων με νόμιμες, δίκαιες, δημοκρατικά αντιπροσωπευτικές αποφάσεις.

Η συζήτηση αυτή δεν αποτελεί πρωτόγνωρο ζήτημα για τον Ο.Η.Ε. Οι ενστάσεις για την δομή και τις πρακτικές λειτουργίας του Συμβουλίου Ασφαλείας υπήρχαν ακόμα και πριν την οριστική επικύρωση του Καταστατικού Χάρτη. Για τον λόγο αυτό συμπεριλήφθηκε εντός του Χάρτη το άρθρο 109 “Περί τροποποιήσεων του Καταστατικού Χάρτη” με σκοπό, μεταξύ άλλων, την έναρξη προπαρασκευαστικών διαδικασιών μεταρρύθμισης του Συμβουλίου δέκα (10) χρόνια μετά την ίδρυση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Το άρθρο αυτό δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ, κυρίως λόγω των διεθνών εντάσεων που προξενούσε την περίοδο εκείνη ο Ψυχρός Πόλεμος. Η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου (1947-1991) αποτέλεσε κύριο σημείο αναφοράς όσον αφορά την ύπαρξη, τις διαβουλεύσεις και τις πρακτικές του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ο σφοδρός ανταγωνισμός μεταξύ της Σοβιετική Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών επηρέασε αρνητικά τον τρόπο λειτουργίας του Συμβουλίου Ασφαλείας. Από μια επιτροπή που αποτελούσε το «εκτελεστικό όργανο» του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, μετατράπηκε σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων της περιόδου εκείνης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως κατά την περίοδο αυτή το Συμβούλιο Ασφαλείας κατάφερε να υιοθετήσει μονάχα ένα (1) ψήφισμα με δεσμευτικό χαρακτήρα, το οποίο αφορούσε την εισβολή της Βορείου στην Νότια Κορέα το 1950 και μια ολοκληρωμένη διαδικασία μεταρρύθμισης το 1965 όπου με το ψήφισμα 1990 της Γενικής Συνέλευσης αυξήθηκε ο αριθμός των μη μόνιμων μελών από έξι (6) σε δέκα (10).

Η μεταψυχροπολεμική περίοδος, ως και σήμερα, βρίσκει το Συμβούλιο Ασφαλείας, παρόλη την «αρχική» επιτυχία του κατά της Ιρακινής εισβολής στο Κουβέιτ (1990), σε μια κατάσταση σύγχυσης. Οι πολλαπλές ενδοκρατικές συγκρούσεις, η ακράδαντη πολιτική, οικονομική και κοινωνική αστάθεια στην πλειοψηφία των κρατών της Αφρικής και ενός μέρους της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής και η άνοδος της διεθνούς τρομοκρατίας στις αρχές του 21ου αι. αλλά και πιο πρόσφατα ζητήματα όπως οι αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις, η κλιματική αλλαγή, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Αραβική Άνοιξη, οι αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και η «αντιδραστική» στάση των αναδυόμενων δυνάμεων κατά του τωρινού status quo, έχουν συρρικνώσει την δυναμική του Συμβουλίου Ασφαλείας καθώς φαίνεται πως αυτό δεν έχει την δυνατότητα να ανταπεξέλθει στις νέες αυτές διεθνείς συνθήκες.

Η αδυναμία αυτή προέρχεται, κατά πολλούς μελετητές, από χαρακτηριστικά όπως “απραξία”, “απάθεια”, “έλλειψη “εξουσίας” και “νομιμότητας”. Αρχικά, η απραξία υποδηλώνει την έλλειψη ικανότητας των διαδικασιών του συμβουλίου να αξιολογούν ορθά και να υιοθετούν δεσμευτικές αποφάσεις ως προς αντιμετώπιση ζητημάτων που επαφίενται των αρμοδιοτήτων του. Απο την άλλη, η απάθεια πηγάζει από την αδιαλλαξία, κυρίως των μόνιμων μελών, να ενεργήσουν με γνώμονα την συλλογική ασφάλεια, ενώ φαίνεται πως κατά κόρων ενεργούν κυρίως με κατεύθυνση την προώθηση και προάσπιση των εθνικών ή συμμαχικών συμφερόντων τους, κάνοντας μη ορθολογική χρήση του δικαιώματος την αρνησικυρίας (veto). Τα χαρακτηριστικά της έλλειψης εξουσίας και νομιμότητας μπορούν να επεξηγηθούν ως τα δυνητικά αποτελέσματα των άνωθεν λεγομένων. Η συνεχής προσκόλληση στα εθνικά συμφέροντα, η έλλειψη ικανότητας ορθής χρήσης των πρακτικών του συμβουλίου και η αδιάλλακτη στάση των μόνιμων μελών έχουν μειώσει κατά μεγάλο μέρος την φερεγγυότητα και την «φήμη» του Συμβουλίου και κατ’ επέκταση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών σε ότι αφορά ζητήματα ειρήνης και ασφάλειας.

Ως εκ των παραπάνω έχει προκύψει η καθολική στάση, τόσο από τα ίδια τα κράτη – μέλη, αλλά και από πρόσωπα που συμβάλλουν στις διαδικασίες και δράσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών όπως επίσης και από ακαδημαϊκούς μελετητές, της αναγκαιότητας μεταρρύθμισης του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ενώ – οργανικοί συνασπισμοί κρατών – μελών όπως το γκρουπ των τεσσάρων (G4 Group) και η Ένωση για την Συναίνεση (Uniting for Consensus) έχουν πολλάκις εκφράσει και επισημοποιήσει τις προτάσεις τους ως προς την κατεύθυνση που θα πρέπει να πάρει η μεταρρυθμιστική διαδικασία, τόσο δομικά όσο και λειτουργικά. Επίσης, αρκετοί είναι και οι ακαδημαϊκοί μελετητές, όπως οι Levy, Dharmani, και Weiss που έχουν αποδώσει τις δικές τους βλέψεις ως προς την αναδιάρθρωση. Επίσης, δεν θα πρέπει να παραβλέπεται και η συμβολή του πρώην Γενικού Γραμματέα του οργανισμού Kofi Annan, όπου ήταν το πρώτο θεσμικό πρόσωπο του οργανισμού που παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο πακέτο μεταρρύθμισης.

Το ζήτημα της μεταρρύθμισης του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν αποτελεί ένα απλό θέμα προς συζήτηση. Αποτελεί επείγουσα αναγκαιότητα για την παγκόσμια κοινότητα. Είναι δεδομένο πως υπάρχουν αρκετές παθογένειες εντός του συμβουλίου (και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών  γενικότερα) που αποτρέπουν την διεκπεραίωση οποιασδήποτε σημαίνουσας δράσης. Η διαβούλευση της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας θα πρέπει να γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να κατοχυρωθεί η ισότητα, η ισονομία και η δημοκρατικότερη εκπροσώπηση των  κρατών – μελών. Όπως επίσης θα πρέπει να υιοθετηθούν νέες πρακτικές και δράσεις που θα βοηθούν το έργο του Συμβουλίου Ασφαλείας ώστε αυτό να μπορέσει να ανταπεξέλθει στην διεθνή πραγματικότητα του αιώνα που διανύουμε.

Συντάκτης: Ανδρέας Παπαϊωσηφ

Πηγές:


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του WPM και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του WPM. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο WPM. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.