Ένα από τα πιο “hot” θέματα της επικαιρότητας που απασχολεί ολοένα και περισσότερο – δικαίως, έως ένα βαθμό – θα λέγαμε πως είναι το χρέος. Και όχι γενικά το παγκόσμιο χρέος, αλλά το δημόσιο χρέος, δηλαδή το χρέος που καταλογίζεται στα κράτη και τις κυβερνήσεις τους. Δεν είναι πια μυστικό, άλλωστε, ότι το δημόσιο χρέος είναι ζήτημα που ταλανίζει βασικά τον  πάλαι ποτέ λεγόμενο “πρώτο κόσμο”, τις ανεπτυγμένες χώρες και μάλιστα ανέρχεται στα 63 τρισεκατομμύρια δολάρια. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι κρίσεις χρέους και η συσσώρευση χρέους εν γένει είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο. Από τότε που περάσαμε σαν από το μοντέλο της ανταλλακτικής οικονομίας στη χρήση νομισμάτων, κοινά αποδεκτών δηλαδή μέσων συναλλαγών, θα λέγαμε ότι το χρέος είναι σχεδόν αναπόφευκτο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα ξεσπούσαν κρίσεις χρέους, ενώ τη δεκαετία του 1930 οι εκτεταμένες αδυναμίες αποπληρωμής δανείων προς εμπορικές τράπεζες και θεσμικούς πιστωτές διατάραξαν σοβαρά τις ροές κεφαλαίου προς χώρες της Λατινικής Αμερικής, καθώς και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Παρά ταύτα, το διεθνές οικονομικό σύστημα κλήθηκε να αντιμετωπίσει τη πρώτη διεθνή κρίση χρέους καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετία του 1980, μία σειρά κρίσεων χρέους τις οποίες ο οικονομολόγος William Cline χαρακτήρισε ως μία εκ των πιο τραυματικών διεθνών χρηματοπιστωτικών αναταραχών του 20ου αιώνα. Με βάση, λοιπόν, αυτές τις κρίσεις χρέους θα εκθέσουμε πιθανά αίτια, ενώ παράλληλα θα διερευνήσουμε τη σχέση μεταξύ χρέους και ανάπτυξης.

Καταρχήν, οι κρίσεις χρέους αυτονόητα εκδηλώνονται όταν το κράτος αδυνατεί να πληρώσει το κεφάλαιο ή/και τους τόκους των υποχρεώσεων του δανείου του. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή δε διαθέτει επαρκές ξένο συνάλλαγμα. Πώς προέκυψε αυτό το έλλειμμα; Βασικά εξαιτίας του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και συχνά στο εμπορικό ισοζύγιο, δηλαδή  όταν οι εισαγωγές, οι πληρωμές προς το εξωτερικό, ξεπερνούν κατά πολύ τις εξαγωγές, τις εισπράξεις. Εάν πρόκειται για προσωρινή δυσχέρεια, τότε κάνουμε λόγο για πρόβλημα ρευστότητας, ενώ εάν η κατάσταση είναι μη διατηρήσιμη, το κράτος έχει πρόβλημα φερεγγυότητας. Στη πρώτη περίπτωση, οι πληρωμές θα καθυστερήσουν για λίγο καιρό, για αυτό ενδέχεται να χρειαστεί η σύναψη μίας συμφωνίας αναδιάρθρωσης χρέους με την οποία θα αναβληθούν οι προθεσμιακές πληρωμές και τα ληξιπρόθεσμα ποσά, ή η ανάληψη ενός νέου δανείου για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων. Στη δεύτερη περίπτωση, όπου ο χρεώστης δύναται να γίνει ξανά αξιόχρεος μόνο εφόσον οι πιστωτές μειώσουν το κεφάλαιο ή τους τόκους του δανείου, είναι απαραίτητη μία συμφωνία ελάφρυνσης χρέους, δηλαδή η παραγραφή ή μείωση του συνολικού φορτίου του χρέους.

Κάνοντας μία σύντομη ιστορική αναδρομή, κατά την τετραετία 1976 – 1980 αρκετές λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες (LDC’s), όπως η Αργεντινή, το Περού, το Σουδάν, η Σιέρα Λεόνε, το Ζαΐρ και το Τόγκο, προχώρησαν σε αναδιαπραγμάτευση του χρέους τους δίδοντας έτσι προειδοποιητικά σημάδια για την έλευση μιας κρίσης, αλλά όλα ξεκίνησαν όταν στις 18 Αυγούστου 1982 το Μεξικό δήλωσε ότι αδυνατεί να καλύψει τις υποχρεώσεις του δημόσιου χρέους του, δημιουργώντας έτσι ένα κύμα πανικού αφού το μεγάλο μέρος του χρέους ήταν οφειλές προς εμπορικές τράπεζες. Ενώ το πρόβλημα εξαπλωνόταν και στην Ανατολική Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Πολωνία, οι ιδιωτικές πιστώτριες τράπεζες αμέσως μείωσαν την δανειδοτική τους έκθεση απέναντι και σε άλλες LDC’s, με απλά λόγια έπαψαν να δανείζουν, με αποτέλεσμα τη διετία ’82-’83 συνολικά 25 LDC’s να ζητήσουν αναδιάρθρωση των χρεών τους, αριθμός πράγματι πρωτόγνωρος για τα δεδομένα της τότε εποχής.

Ωστόσο,  μέχρι εδώ δώσαμε μονάχα ένα γενικό ορισμό και δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν υφίσταντο και άλλοι πιο “υποκειμενικοί”. Ο Βορράς εξέλαβε τις αλλεπάλληλες κρίσεις χρέους ως σοβαρή απειλή για τη σταθερότητα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος∙ κρίσεις που ουσιαστικά προέκυψαν από την αδυναμία αποπληρωμής του τεράστιου όγκου των χρεών των LDC’s. Ο Νότος, από την άλλη, τις όρισε ως κρίσεις ανάπτυξης που αντιμετώπισαν κάποιες LDC’s μετά το πρώτο πετρελαϊκό σοκ του 1973 και θεώρησε αυτές τις κρίσεις ανάπτυξης ως ένα κομμάτι της πιο βαθιάς οικονομικής ύφεσης έπειτα από τη Μεγάλη Ύφεση του 1929. Έτσι, ανάλογα και με τις ιδεολογικές προσεγγίσεις των αναλυτών διατυπώνονται και ποικίλες απόψεις/ερμηνείες σχετικά με τα αίτια των κρίσεων. Παρ’ όλα αυτά, εντοπίζουμε σε γενικές γραμμές τέσσερις κύριους λόγους που σε κάθε περίπτωση πρέπει να συμπεριλάβουμε και να συνδυάσουμε: τις απροσδόκητες αλλαγές στη παγκόσμια οικονομία, την ανεύθυνη συμπεριφορά δανειστών και δανειζόμενων και την εξάρτηση του Νότου από τον Βορρά.

Ο Cline ξεκινά επισημαίνοντας την απότομη άνοδο των τιμών στα δημητριακά και το πετρέλαιο στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Η δραστική αύξηση της τιμής του πετρελαίου αποκαλέστηκε πετρελαϊκό σοκ και επρόκειτο για αντίδραση των χωρών του Οργανισμού Πετρελαϊοπαραγωγικών Εξαγωγικών Χωρών (ΟΠΕΚ) στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973. Στην περίπτωση των δημητριακών, όμως, αυτό που συνέβη ήταν απλούστατα κακές μετεωρολογικές συνθήκες, που με τη σειρά τους έφεραν κακές σοδειές στη Σοβιετική Ένωση και οι οποίες την ανάγκασαν σε μαζικές εισαγωγές δημητριακών και τεράστια ελλείμματα. Βέβαια, είχαν προηγηθεί μεγάλα πλεονάσματα σιταριού και άλλων δημητριακών τα οποία έριξαν τις διεθνείς τιμές και περιόρισαν την παραγωγή στις εξαγωγικές χώρες, για αυτό και παρατηρήθηκε τέτοια ευαλωτότητα. Τα παγκόσμια αποθέματα τροφίμων, λοιπόν, έφτασαν σε κατώτατα επίπεδα και συνεπώς οι LDC’s που εισήγαγαν τόσο πετρέλαιο όσο και τρόφιμα επλήγησαν εις διπλούν.

Στο μεταξύ, οι χώρες του ΟΠΕΚ επωφελήθηκαν από τα τρομερά ποσά πετροδολαρίων και τα κατέθεσαν στις μεγάλες εμπορικές τράπεζες, οι οποίες με τη σειρά τους τα έδιναν συνεχώς υπό την μορφή δανείων στις περισσότερο αξιόπιστες μεσαίου εισοδήματος LDC’s προκειμένου να τις βοηθήσουν να καλύψουν τις ανάγκες για πετρέλαιο, αλλά και στην προσπάθεια τους για ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής. Η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση το 1979 χτύπησε δριμύτατα τον Βορρά, ως εκ τούτου οι LDC’s δεν είχαν πια που να στρέψουν τις εξαγωγές τους, γεγονός το οποίο ευθυνόταν για την έλλειψη ξένου συναλλάγματος για την αποπληρωμή των χρεών τους. Ακόμα, όπως ήταν φυσικό οι αλλεπάλληλες αυξήσεις της τιμής του πετρελαίου προκάλεσαν πληθωριστικές τάσεις και είναι γνωστό, ότι ούτως ώστε να καταπολεμηθεί το φαινόμενο αυτό προτείνεται οι πιστώτριες τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια δανεισμού. Οι LDC’s, λοιπόν, επωμίσθηκαν αναγκαστικά αυτό το ομολογουμένως δυσβάσταχτο βάρος.

Όσον αφορά την ανεύθυνη συμπεριφορά δανειστών και δανειζόμενων στην οποία εστιάζουν οι ιστορικοί δομιστές και ορισμένοι παρεμβατικοί φιλελεύθεροι, αυτή συνοψίζεται εν ολίγοις στο γεγονός ότι οι εμπορικές τράπεζες δημιούργησαν credit booms, από τη μεριά τους δηλαδή προχώρησαν σε αλόγιστο υπερδανεισμό και ταυτόχρονα, σύμφωνα με τους ορθόδοξους φιλελεύθερους, τα δανειζόμενα κράτη διάλεξαν τον “εύκολο δρόμο” του δανεισμού από ιδιωτικές τράπεζες προς αποφυγήν των αυστηρών προϋποθέσεων των αντίστοιχων του ΔΝΤ και εφάρμοσαν ανεύθυνες εγχώριες πολιτικές με την εισαγωγή αγαθών veblen (αγαθά πολυτελείας), την εξαγορά διεφθαρμένων αξιωματούχων, διεξαγωγή ανεπαρκών επενδύσεων και ανεύθυνη δημοσιονομική διαχείριση.

Το πιο αξιοσημείωτο, όμως, από τα αίτια των κρίσεων χρέους φαίνεται να είναι η σχέση μονόπλευρης εξάρτησης του Νότου από τον Βορρά. Οι θιασώτες της προσέγγισης του ιστορικού δομισμού, δηλαδή μαρξιστές και γκραμσιανοί μεταξύ άλλων, προτάσσουν την δομική φύση του καπιταλισμού που λειτουργεί εις βάρος των LDC’s με στόχο την εκμετάλλευσή τους, ενώ συνδέουν την όλη κατάσταση με την αποικιοκρατία. Οι αποικιοκρατικές δυνάμεις επέβαλαν έναν ιδιότυπο καταμερισμό της εργασίας βάσει του οποίου τα κράτη της περιφέρειας εξήγαγαν πρώτες ύλες και γεωργικά αγαθά στις μητροπόλεις, ενώ οι LDC’s εισήγαν βιομηχανικά προϊόντα από το κέντρο και υφίσταντο σταδιακή μόνο εκβιομηχάνιση, τόση που δεν θα έβλαπτε τα συμφέροντα της αποικιοκρατικής δύναμης. Αυτό το μοτίβο επαναλαμβάνεται λίγο – πολύ μέχρι και σήμερα, κρατώντας τις LDC’s εξαρτημένες από θεσμούς και πολυεθνικές του κέντρου, εμποδίζοντας τες από το να αναπτυχθούν πραγματικά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξαιτίας της μακροπρόθεσμης δομικής εξάρτησης του Νότου από τον Βορρά έκανε τις LDC’s εξαιρετικά ευάλωτες σε προβλήματα παρατεταμένου εξωτερικού χρέους.

Τέλος, αναφορικά με τη αλληλεπίδραση χρέους – ανάπτυξης, εν πρώτοις οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι αφενός οι μελέτες μέχρι στιγμής δεν δείχνουν ξεκάθαρα πως υπάρχει ευθεία σχέση μεταξύ των δύο και αφετέρου ότι πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα. Σύμφωνα με το working paper του ΔΝΤ “Debt and Growth: Is There a Magic Threshold?” του 2014 από τους Pescatori, Sandri και Simon δεν υφίσταται απλά ένα όριο χρέους πάνω από το οποίο οι προοπτικές για μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη των χωρών υπονομεύεται σοβαρά. Επιπροσθέτως, κατέδειξαν ότι χώρες με υψηλό αλλά μειούμενο χρέος αναπτύσσονται το ίδιο γρήγορα με χώρες λιγότερο χρεωμένες. Σύμφωνα πάλι με τους Reinhart and Rogoff, οι οποίοι δημοσίευσαν το 2010 τη μελέτη “Growth in a Time of Debt” από το American Economic Review, στη περίπτωση που εξετάζουμε αναπτυσσόμενες αγορές θα βρούμε ότι όταν το εξωτερικό χρέος αποτελεί το 60% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, η ετήσια ανάπτυξη μειώνεται κατά 2%. Όπως γίνεται αντιληπτό, δεν είναι δυνατό να εξάγουμε ασφαλή και γρήγορα συμπεράσματα, παρά μόνο να αναγνωρίσουμε τη διόλου ευκαταφρόνητη σημασία που κατέχει το χρέος και να συμπεριλάβουμε τη φύση του χρέους, δηλαδή εάν πρόκειται για πρόβλημα φερεγγυότητας ή ρευστότητας, εάν παραδείγματος χάριν οι πιστωτές είναι ιδιωτικές τράπεζες, το μέγεθος του, αλλά και το μέγεθός του σε σχέση με το ΑΕΠ.

Συντάκτης: Σπυριδούλα Γιαννοπούλου


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του What Politics Means και της συντακτικής ομάδας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του What Politics Means. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των δύο έως τριών πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο What Politics Means. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.