Πρόσφατα γίναμε μάρτυρες ενός ακόμη συμβάντος του φαινομένου διαφθοράς και αυθαιρεσίας που μαστίζει τελευταία την Ελλάδα. Το νησί των ανέμων – αυθαιρεσιών προβλήθηκε για ακόμη μια φορά στο προσκήνιο εξαιτίας του μεγέθους των συμφερόντων στο δημοφιλές κυκλαδονήσι μεταβάλλοντάς το ως πεδίο κερδοσκοπίας εντός ενός νεοπλουτίστικου μοντέλου τουρισμού και διασκέδασης. Οι χρόνιες καταγγελίες για τις αυθαιρεσίες και τις παρανομίες αναφορικά με τις ξενοδοχειακές μονάδες και τα “καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος”, μαστίζουν πλέον ακαριαία την Μύκονο. Επόμενο είναι να μορφοποιούνται τύποι ενδημικής διαφθοράς φτάνοντας στο ζενίθ την ισχύουσα κατάσταση στην πολεοδομία του νησιού.

Παρά το γεγονός ότι η Αρχαιολογική Υπηρεσία εμμένει διακαώς να εφαρμόζει την νομοθεσία σχετικά με την προστασία περιοχών με αρχαιολογικά μνημεία αλλά και ξεχωριστό φυσικό κάλλος, οι απειλές και τα εμπόδια στο έργο της είναι αναρίθμητα. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται το φαινόμενο της ελλιπούς και μη εφαρμογής των νόμων.

Ωστόσο πως εξηγείται το εκάστοτε ζήτημα; Πώς διαμορφώνονται οι εν λόγω κοινωνικές συμπεριφορές και τι είδους κοινωνικές πρακτικές επενδύουν αυτόν τον φαύλο κύκλο της ανομίας και παρανομίας; Οι Berger and Luckman διασαφηνίζουν ότι η συνήθεια είναι η κινητήριος δύναμη των θεσμών αφού η θεσμοποίηση  επέρχεται με την αμοιβαία διαμόρφωση των συνηθειών των ατόμων μεταξύ τους. Άλλωστε, σύμφωνα με τον κοινωνικό, όπου εντοπίζεται και η θεωρία των Μπέργκερ και Λούκμαν, η πραγματικότητα κατασκευάζεται κοινωνικά. (Μπέργκερ & Λούκμαν, 2003)

Τα κοινωνικά στοιχεία όπως η εθνική ταυτότητα, το πολιτικό σύστημα και ιδιαίτερα το πελατειακό σύστημα στον ελλαδικό χώρο, αποτελούν προϊόντα μιας επιμέρους ισχύουσας κοινωνικής πραγματικότητας. Η απουσία βιολογικού προκαθορισμού του κόσμου του ανθρώπου αντιμετωπίζεται κατά βάση με τη συνδρομή της συνήθειας στην σταδιακή διαμόρφωση του “κοινού νου’’ – κοινής γνώσης. Το πλαίσιο του κοινού νου συναποτελείται από προ και – οιονεί επιστημονικές ερμηνείες για την καθημερινή πραγματικότητα, οι οποίες εκλαμβάνονται ως δεδομένες. Επόμενο είναι η εν λόγω πραγματικότητα της καθημερινής ζωής να παρουσιάζεται στον καθένα από εμάς ως διυποκειμενικός κόσμος. Η στάση μας στον εκάστοτε κόσμο έρχεται δε σε αντιστοιχία με “φυσική’’ – δεδομένη στάση άλλων που επίσης κατανοούν τις ίδιες αντικειμενοποιήσεις. Κατά συνέπεια κρίνεται απαραίτητο να αναστέλλουμε κάθε αμφιβολία καθώς είμαστε υποχρεωμένοι να εκλαμβάνουμε την πραγματικότητα με αυτονόητο τρόπο . (Μπέργκερ & Λούκμαν, 2003)

Η κοινωνική γνώση καθοδηγεί και σκιαγραφεί τη δράση του ατόμου σε καθορισμένα κοινωνικά περιβάλλοντα και η ηγεμόνευση του κοινού νου, δηλαδή της καθολικά αποδέκτης γνώσης της κοινωνικής πραγματικότητας αντικατοπτρίζει τις οδηγίες συμπεριφοράς και συμμόρφωσης στο εν λόγω εδραιωμένο σύστημα. Η ανεκτικότητα του ελληνικού πελατειακού συστήματος, το οποίο προσχώρησε με εξαιρετική άνεση στο ευρωπαϊκό νεοφιλελεύθερο κύμα, είναι εντυπωσιακή. Κατ’ ακολουθίαν το σύστημα αυτό πέτυχε να εξασθενήσει λαϊκές κινηματικές διαδικασίες της Μεταπολίτευσης αλλά και να ενσωματώσει ακόμη και τις οργανωμένες κοινωνικές δυνάμεις που ενώ ανέτρεψαν το θατσερικό πείραμα του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ενσωματώθηκε εκούσια στην <<εκσυγχρονιστική>> στρατηγική που συνείσφερε τα κλασικά οφέλη των πελατειακών σχέσεων με το κράτος. Μολαταύτα, η δεξιότητα της επιχειρηματικής και πολιτικής ελίτ να ακυρώσει κάθε αμφισβήτηση του καθεστώτος αναπαραγωγής της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας στοίχισε πολύ ακριβά. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι όχι μόνο διάνοιξε το δρόμο προς την κρίση του 2009 αλλά και επειδή παγίωσε πολιτικές πρακτικές που δεν ήταν διόλου εύκολο να διαψευσθούν επί του πρακτέου ακόμα και όταν το κόστος για την οικονομία ήταν ολοφάνερο. Εξάλλου όπως διατείνονται και οι Berger and Luckman,  η ριζική κοινωνική αλλαγή σε μια κοινωνία αποδεικνύεται δύσκολη λόγω των εδραιωμένων συνηθειών, αντιλήψεων και των κατεστημένων συμφερόντων. Έτσι λοιπόν διαιωνίζονται τέτοιου είδους πρακτικές και συμπεριφορές όπου ανακυκλώνουν τον ακρογωνιαίο λίθο της παρανομίας και της ελλιπούς εφαρμογής κρατικών νόμων(Μπέργκερ & Λούκμαν, 2003).

Το πελατειακό σύστημα σύμφωνα με τον Άρη Τραντίδη στο έργο του Clientelism and Economic Policy : Greece and the Crisis (Τραντίδης, 2016), ερμηνεύεται ως “ η κατανομή πόρων από την πολιτική εξουσία μέσω μιας συμφωνίας με την οποία οι πολιτικοί – πάτρωνες εξαρτούν αυτήν την κατανομή από την πολιτική υποστήριξη των ωφελούμενων- των πελατών τους”. Οι πελατειακές συναλλαγές προκύπτουν εκεί όπου η πολιτική εξουσία εφάπτεται με την κοινωνική και οικονομική ζωή. Άλλωστε σε συμφωνία με τον Harold Lasswell  “η πολιτική είναι η τέχνη και η επιστήμη του ποιος παίρνει τι και πως σε μια κοινωνία’’ (Lasswell, 1936). Η επιφανής αυτή φράση συνοψίζει τη φύση της πολιτικής ως ανταγωνισμού για εξουσία και για πόρους. Μια κατάσταση, ένα περιβάλλον – πραγματικότητα που έχει μορφοποιηθεί κοινωνικά εντός της αλληλόδρασης των ατόμων.

Η πελατειακή συναλλαγή είναι επικείμενη ωσότου τα πολιτικά πρόσωπα δράσης που ανταγωνίζονται μεταξύ τους να έρχονται σε επαφή με κοινωνικοοικονομικούς δρώντες που επιθυμούν να πείσουν την πολιτική εξουσία να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους. Πρόκειται σαφώς για καλά εδραιωμένες πρακτικές και κοινωνικές καταστάσεις που δημιουργούν κενό στην εφαρμογή των νόμων και αναπαράγουν το δημοκρατικό έλλειμμα που εντοπίζεται στην ελληνική κοινωνία.

Ωστόσο το πελατειακό σύστημα δεν περιορίζεται μονάχα εκεί. Επιπρόσθετη όψη του αφορά τον σχηματισμό ομάδων αφοσιωμένων υποστηρικτών – οπαδών σε ένα μονιμότερο εποικοδόμημα. Πιο συγκεκριμένα, το πελατειακό σύστημα συνιστά μια μέθοδο με την οποία οι πολιτικοί και οι πολιτικές οργανώσεις χειρίζονται το περίφημο ζήτημα της συλλογικής δράσης (Olson, 1971). Η συλλογική δράση δεν επιτυγχάνεται αυτόματα από ομάδες που διαθέτουν κοινές ανησυχίες ή την πεποίθηση ενός κοινού συμφέροντος. Το γεγονός αυτό τίθεται σε ισχύ κυριότερα αν εκείνο που όλοι γνωστοποιούν ως το συλλογικό όφελος πρόκειται να διαμοιραστεί ισόποσα αναμεταξύ τους σε μία ευρεία και αδιευκρίνιστη ομάδα ακόμα και σε εκείνους που δεν κατέβαλαν προσπάθεια – του λεγόμενους “λαθρεπιβάτες”. Στην προκειμένη περίσταση το ενδιαφέρον να συνεισφέρει κάνεις στο συλλογικό έργο είναι αρκετό αδύναμο ή και ανύπαρκτο για να κινητοποιήσει συλλογική δράση.

Το φαινόμενο του λαθρεπιβάτη έρχεται να επεξηγήσει την έλλειψη πολιτικής βούλησης να εφαρμοστούν οι νομοθεσίες καθώς και το γεγονός ότι η εφαρμογή τους συνεπάγεται ανάλογο πολιτικό κόστος – ευθύνη σε δύο σταθμά:  τόσο από την μεριά εκείνων που τις εφαρμόζουν όσο και σε εκείνους που τις υφίστανται. Το επιχείρημα του Mancur Olson αναλύει την παραβατική συμπεριφορά καθώς τα ορθολογικά άτομα που επενεργούν προς το ατομικό τους συμφέρον, δεν θα συμμετάσχουν στην επίτευξη κοινών συμφερόντων. Στην εν λόγω περίπτωση, προϊόν συλλογικής δράσης είναι η έννομη τάξη της κοινωνίας και η δικαιοσύνη (Olson, 1971). Επόμενο λοιπόν είναι αν όλα τα άτομα συμπεριφερθούν  παραβατικά να μην παραχθούν τα αγαθά. Εναλλακτικά, μπορεί μερικοί να μεριμνήσουν για τους πόρους ενώ άλλοι θα δράσουν παραβατικά, γεγονός που οδηγεί στο υποβέλτιστο επίπεδο παροχής τους συλλογικού οφέλους.

Η ισχύουσα κατάσταση δεν τελειώνει εκεί. Το σύστημα του καπιταλισμού συμπληρώνει τον φαύλο κύκλο της παραβατικότητας, της αναξιότητας και της διαφθοράς ως προς την υλοποίηση των κρατικών νομοθεσιών. Το εκάστοτε σύστημα επιφέρει αδιαφορία για το κράτος πρόνοιας και δικαίου, τα κοινά, καθώς επιζητεί μονάχα ιδιωτικοποιήσεις και μεγιστοποίηση κερδών με κάθε κόστος.

Η μετατόπιση από την εποχή του Κεϋνσιανισμού στην εποχή των παγκόσμιων ιδιωτικοποιήσεων εναπόκεινται στην μετάβαση από μια λογική ένταξης και ενσωμάτωσης των πολλών σε μια λογική αποβολής τους από την οικονομία, τα κοινά, το κράτος. Οι επιμέρους τύποι αποβολής – από τα χωράφια των αγροτών, από το κράτος πρόνοιας, από το δικαίωμα της ισηγορίας – αποτελούν απόρροια συγκεκριμένων λίγων σε αριθμό συστημικών δυναμικών απελευθέρωσης της επιδίωξης κέρδους και αδιαφορίας για το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία γενικότερα. Οι δυναμικές αυτές χαρακτηρίζονται από συστημική πολυπλοκότητα για αυτό είναι δύσκαμπτη η απόδοση ευθυνών στο πλαίσιό τους. Τα συστημικά εργαλεία είναι περίπλοκα αλλά τα αποτελέσματα είναι απλά και βίαια (Sassen, 2014).

Κατά συνέπεια θα πρέπει να μιλάμε για εκμεταλλευτικούς σχηματισμούς και όχι για εκμεταλλευτικές ελίτ, διότι η ακραία συνάθροιση του πλούτου προς τα πάνω είναι προϊόν ενός μείγματος αλληλεπίδρασης μεταξύ ελίτ και συστημικών ικανοτήτων με πρωτεύον βοηθητικό εργαλείο τα χρηματοοικονομικά. Το πλαίσιο των σχηματισμών αυτών απαρτίζεται από ισχυρούς “παίκτες”, αγορές, τεχνολογίες και κυβερνήσεις. Αναμφιβόλως, ούτε τα πιο ισχυρά άτομα και οι πιο ισχυρές εταιρείες δεν κατόρθωσαν να ελέγξουν αυτά τα πλέγματα – συστήματα συνολικά. Τα συστήματα αυτά δημιουργούν νέες δυναμικές που δεν τίθενται με απλοϊκό τρόπο στους πρωταρχικούς τους θεσμούς : την οικονομία, το κεφάλαιο και την κοινωνία. Οι σχηματισμοί αυτοί διαφοροποιούνται από τους παλαιότερους εξαιτίας της περιπλοκότητας των βασικών συστατικών τους στοιχείων. Ένα από αυτά τα συστατικά γνωρίσματα είναι οι προηγμένες χρηματοοικονομικές καινοτομίες που εντάσσουν όλο και περισσότερους τομείς στη λογική τους από τα δάνεια ως τα ακίνητα μέχρι και το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία (Sassen, 2014).

Μετά το πέρας της δεκαετίας του ’80 οι κρίσιμες μεταβολές στην ελληνική πολιτική κουλτούρα υπάγονται στην αλματώδη διάδοση ενός ωφελιμιστικού ατομικισμού και τον εκτοπισμό των συνολικών σχεδίων, δεσμεύσεων και ενδιαφερόντων. Η κοινωνική κινητοποίηση διαβρώθηκε βαθμιαία στην ψήφο για ένα κόμμα στις εκλογές και στον προσπορισμό ιδιωτικών οφελών διαμέσου των πελατειακών δικτύων και σχέσεων. Ο απολιτικός, καταναλωτικός ατομικισμός μιας διευρυμένης μάζας των πολιτών ήταν η άλλη οπτική της διασύνδεσης των κυρίαρχων παρατάξεων στο νεοφιλελεύθερο δόγμα ως η μαγική δίοδο που θα διάνοιγε τις πύλες ενός υπερκαταναλωτισμού της αφθονίας (Σακελλαρόπουλος & Παναγιώτης, 2004:203-206, Crouch, 2004:4, 59-60, 103, Κιουπκιολής, 2006).

Εντούτοις, η νεοφιλελεύθερη επικυριαρχία από το 2010 και μετά, προκάλεσε έναν αυταρχικό και βίαιο εκτοπισμό από την  μεταδημοκρατική συναίνεση. Παράλληλα, μια αντί – ηγεμονική, αγωνιστική δημοκρατία σήμερα η οποία θα ήταν συμμετοχική και πραγματικά αντιπροσωπευτική θα επιχειρούσε να καταστήσει την πολιτική εξουσία κοινή, ένα αγαθό ισότιμα προσιτό σε όλους. Η differentia specifica των συμμετοχικών δημοκρατιών δεν ανάγεται στο γεγονός ότι το σώμα των πολιτών είναι συνεχώς και πλήρως παρόν ως αναπόσπαστος φορέας κυριαρχίας στη συλλογική αυτοκυβέρνηση αλλά ότι η πολιτική λήψη αποφάσεων και η διοίκηση οριοθετείται ως μια κοινή υπόθεση αναφορικά με την έννοια των σύγχρονων  εννοιολογήσεων των “κοινών”: ένας δημόσιος πόρος διαθέσιμος σε όλα τα μέλη μιας κοινότητας, βασισμένος στην ισότητα (Ostrom, 1990, Hardt & Negri, 2012:70-72).

Καταληκτικά, κάθε πολίτης σε μια “κοινή δημοκρατία” δύνανται να λαμβάνει μέρος στην συλλογική χάραξη πολιτικής και στην εκτέλεσή της – ο βουλόμενος της Αθηναϊκής δημοκρατίας, οποίος και οποία θέλει (Manin, 1997:15). Με μια τέτοιου είδους οπτική που θα αποβλέπει προς μια διευρυμένη εξισωτική δημοκρατία για όλους, όπου ο συλλογικός κυρίαρχος θα είναι πλήρως παρών στον εαυτό του, θα ενισχύσει την έννομη τάξη της κοινωνίας, την αξιοκρατία και την νομιμότητα.

Συντάκτης: Άσπα Φιλοσόγλου

Πηγές:

  • Κιουπκιολής, Α. (2006). Μεταδημοκρατία. Εκκρεμές.
  • Τραντίδης, Ά. (2016). Clientelism and Economic Policy Greece and the Crisis. Routledge.
  • Μπέργκερ, Π. Λ., & Λούκμαν, Τ. (2003). Η Κοινωνική Κατασκευή της Πραγματικότητας (πέμπτη ed.). Νήσος.
  • Σακελλαρόπουλος, Σ., & Παναγιώτης, Σ. (2004). ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ. Παπαζήση.
  • Crouch, C. (2004). Post- Democracy. Polity.
  • Hardt, M., & Negri, A. (2012). Declaration. Argos. https://antonionegriinenglish.files.wordpress.com/2012/05/93152857-hardt-negri-declaration-2012.pdf
  • Lasswell, H. D. (1936). Politics: Who Gets What, When, How. Whittlesey House. https://doi.org/10.2307/1948299
  • Manin, B. (1997). The Principles of Representative Government. Cambridge University Press. https://doi.org/10.1017/CBO9780511659935
  • Olson, M. (1971). The Logic of Collective Action: Public Goods and the Theory of Groups. Harvard University Press.
  • Ostrom, E. (1990). Governing the Commons: The Evolution of Institutions for Collective Action. Cambridge Univercity Press. Retrieved Μαϊου 25, 2023, from https://www.actu-environnement.com/media/pdf/ostrom_1990.pdf
  • Sassen, S. (2014, 05 05). Expulsions Brutality and Complexity in the Global Economy. Harvard University Press.