Οι σχέσεις του Ισλάμ με την Δύση είναι ένα ζήτημα που ταλανίζει ολόκληρη την ανθρωπότητα εδώ και πολλές δεκαετίες. Οι λόγοι που διαταράσσουν τους δύο πολιτισμούς, αφορούν, θα έλεγε κανείς, προσωπικές βλέψεις και κρατικά συμφέροντα. Παρόλα αυτά όμως εμείς οφείλουμε να προχωρήσουμε πιο βαθειά και ουσιαστικά στο ζήτημα αυτό και να καταδείξουμε ότι ο σημερινός δυτικός κόσμος έχει αποτύχει σε βασικά ζητήματα.

Πως ξεκίνησε το Ισλάμ όμως να εξαπλώνεται θεσμικά και πνευματικά και να έρχεται σε συναναστροφή με τον δυτικό κόσμο; Η πρώτη επαφή του με τον δυτικό κόσμο έγινε την εποχή πριν την Αναγέννηση της Ευρώπης. Όπως αναφέρει και η Ι. Τσιούμα οι Άραβες κάλυψαν σχεδόν ολόκληρο το τμήμα της Ανατολικής Ευρώπης, της Συρίας και της Μεσοποταμίας, ενώ ο χριστιανικός πληθυσμός περιορίστηκε στην Δυτική. Αυτό φυσικά οφειλόταν κυρίως στην θρησκεία τους, στο Ισλάμ. «το Ισλάμ ήταν από την αρχή μια οικουμενική ιεραποστολική θρησκεία, χωρίς εθνικούς ή γεωγραφικούς περιορισμούς και προσανατολίζονταν προς τον προσηλυτισμό ολόκληρης της ανθρωπότητας. Σύντομα κατέστη σαφές ότι τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του Ισλάμ ασκούσαν μεγάλη γοητεία σε πολλούς ανθρώπους σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Η αραβική κατάκτηση ήταν επίσης ένας θρησκευτικός και πολιτικός προσηλυτισμός. Δεύτερον, οι σημιτικές γλώσσες εξακολουθούσαν να ομιλούνται σε μεγάλο βαθμό σε πολλά μέρη της περιοχής, με αποτέλεσμα οι Άραβες να μην δυσκολευτούν να αναπτύξουν σχέσεις με τους πληθυσμούς που μιλούσε κάποια σημιτική γλώσσα.».

Κατά τον 19ο αιώνα περίπου παρατηρείται μια «άνθιση» του αραβικού εθνικισμού. Η εμφάνισή της ήρθε σαν απάντηση απέναντι στον ευρωπαϊκό αποικισμό και τον ευρύτερο δυτικό ιμπεριαλισμό. Οι Άραβες δεν επιθυμούσαν πλέον να σχετίζονται πολιτικά και πολιτισμικά με τους «βάρβαρους» της Δύσης. Αντίθετα ασπάστηκαν και προσπάθησαν να εφαρμόσουν στην πράξη τις κύριες επιταγές της γαλλικής επανάστασης: την ελευθερία, το κράτος δικαίου, την δημοκρατία και τον εθνικισμό. Ο τελευταίος ενισχύθηκε ραγδαία από μία σειρά επεκτατικών και ολοκληρωτικών συγκρούσεων και ελέγχων συγκεκριμένων περιοχών. Το 1830 κατακτάται η Αλγερία από την Γαλλία και η Αίγυπτος από την Μεγάλη Βρετανία. Πρόκειται για δύο πολύ σημαντικές κατακτήσεις των δυτικών προκειμένου τα κράτη αυτά να μπουν στην σφαίρα επιρροής τους. Οπότε γίνεται κατανοητό ότι τότε είχαμε τα πρώτα έντονα στίγματα του αραβικού εθνικισμού καθώς έγινε προσπάθεια απελευθέρωσης και από-δυτικοποίησης των συγκεκριμένων περιοχών. Κατά την έναρξη του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου έχουμε την δημιουργία περαιτέρω εθνικιστικών κινημάτων καθώς η πίεση και η απειλή του καθιστούσαν περισσότερο αναγκαία την ανεξαρτησία και την απελευθέρωσή τους από την Δύση. Η δημιουργία αυτών των κινημάτων και ο πόλεμος οδήγησαν σε μια πολιτισμική και πολιτική «απομόνωση» των αραβικών κρατών, αλλά και στο να αρχίζουν να παρατηρούν με καχυποψία τους Δυτικούς, στάση καθόλου δυσνόητη αν λάβουμε υπόψη μας την συνεχιζόμενη εχθρική και εμμονική στάση των τελευταίων απέναντι στον αραβικό κόσμο. Γεγονότα μεταγενέστερα τα οποία σημάδεψαν και ενίσχυσαν, αν μπορούμε να το ονομάσουμε έτσι, αυτό που λέμε σήμερα ισλαμικό εξτρεμισμό αποτέλεσαν επίσης ο 2Ος Παγκόσμιος πόλεμος με τις μεγάλες δυνάμεις της Δύσης, τις ΗΠΑ και την Σοβιετική Ένωση να έχουν μεγάλο ενδιαφέρον για τις περιοχές που υπήρχε έντονο το αραβικό και το ισλαμικό στοιχείο οπότε και προσπάθησαν να το προσεταιριστούν.

Μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, η Δύση δεν επιθυμούσε την εμπλοκή του στα δικά της εδάφη και γενικότερα στις πολιτικές της βλέψεις οπότε και του άνοιξε τον «χώρο» προκειμένου ό,τι πολιτικές ή αλυτρωτικές βλέψεις και να προσέβλεπε να τις εξαντλεί στον αραβικό πληθυσμό, τους Παλαιστίνιους, ένα ζήτημα το οποίο εξακολουθεί να αρνείται να το «λύσει» η Δύση. Βέβαια όπως είναι γνωστό ήδη από την ιστορία ο δυτικός κόσμος δεν επιθυμούσε ισχυρές επιρροές της Σοβιετικής Ένωσης σε περιοχές ζωτικής για αυτόν σημασίας όπως το Αφγανιστάν, το οποίο βρισκόταν για αρκετό χρονικό διάστημα υπό σοβιετικό κλοιό μετά την εισβολή των τελευταίων στην χώρα το 1979. Οπότε έγινε σαφές σε όλες τις ευρωπαϊκές και μη δυνάμεις ότι οι βλέψεις αυτές δεν θα περιοριζόντουσαν βεβαίως στο Αφγανιστάν αλλά θα επεκτείνονταν από την Ασία μέχρι την Ινδοκίνα. Κάτι που οι δυνάμεις της Δύσης δεν μπορούσαν να το επιτρέψουν. Έτσι δημιουργήθηκε και καλλιεργήθηκε από το καθεστώς και τους εκπρόσωπους των δυνάμεων ένα αίσθημα λαϊκής και εθνικής απειλής από τους «κατακτητές » οπότε αυτό επέδρασε αντανακλαστικά και αναμόχλευσε τα εθνικιστικά πάθη του λαού. Εμφανίστηκε έτσι μια ομάδα εθνοπατριωτών και υπερασπιστών των ηθών του έθνους, οι Μουτζαχεντίν, οι οποίοι έλαβαν δράση και μαχόμενοι εναντίον αυτών που απείλησαν τον πολιτισμό τους και έτσι ικανοποίησαν και τους ίδιους αλλά και τους δυτικούς που επιτέλους θα μπορούσαν με ηθική ικανοποίηση να έχουν τον έλεγχο των πραγμάτων. Η περίπτωση της αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν με την επανάσταση του 1979 και την έλευση του Αγιατολάχ Χομεϊνί καταδεικνύει το γεγονός ότι δεν πρόκειται μόνο για μια πολιτική αντιπαράθεση αλλά μια ευρύτερη πολιτισμική αντιπαράθεση.

Συντάκτης: Λυδία Γαβριηλίδου

Πηγές: