Οι  πρώτες βουλευτικές εκλογές του 2023 ήταν γεμάτες εκπλήξεις και νέα δεδομένα που άλλαξαν το πολιτικό σκηνικό της χώρας. Η Νέα Δημοκρατία κατόρθωσε, παρά τα λάθη και τα σκάνδαλα της προηγούμενης κυβερνητικής θητείας, να επικρατήσει με μία σαρωτική νίκη στις πρόσφατες εκλογές, από τις μεγαλύτερες στη περίοδο της Μεταπολίτευσης, με το σύνθημα της σταθερότητας και της αλλαγής. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπέφερε από μια βαριά εκλογική ήττα, συγκεντρώνοντας ποσοστά κατά πολύ μικρότερα από τις εκλογές του 2019, υποδεικνύοντας παράλληλα σημάδια μιας βαθιάς κρίσης εντός και εκτός του κόμματος, ενώ το ΠΑΣΟΚ σημείωσε μια σημαντική πολιτική νίκη αυξάνοντας τα εκλογικά του ποσοστά, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την πιθανή επιστροφή του ως όψιμος πολιτικός πρωταγωνιστής στην Ελλάδα. Άλλα κόμματα της Αριστεράς όπως το ΚΚΕ σημείωσε άνοδο, άλλα ωστόσο βρέθηκαν εκτός Κοινοβουλίου όπως η Πλεύση Ελευθερίας και το Μερα25 έστω και οριακά. Οι αναλύσεις των τελευταίων ημερών έχουν αναλωθεί στα παραπάνω κόμματα, τι πήγε σωστά και λάθος και τι θα ακολουθήσει. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε από την προεκλογική κιόλας περίοδο η παρουσία της ελληνικής Ακροδεξιάς στο πολιτικό σκηνικό. Παρόλο που η Ελληνική Λύση είναι πια το μόνο ακροδεξιό κόμμα εντός κοινοβουλίου, με μικρή άνοδο των ποσοστών της, η εξέταση των συνολικών δεδομένων και “αριθμών” διαμορφώνουν μια πιο ομοιόμορφη και ιδιαίτερη εικόνα. Αυτός ακριβώς είναι και ο σκοπός αυτού του άρθρου.

Οι εκλογές της 21ης Μαΐου παρουσίασαν σημαντικές αλλαγές στον ακροδεξιό χώρο. Αρχικά ο μεγάλος αριθμός ακροδεξιών κομμάτων που έλαβε συμμετοχή στις εκλογές, με 11 από τα 17 να λαμβάνουν έγκριση από τον Άρειο Πάγο για συμμετοχή τους στις κάλπες. Σε σύγκριση με τις εκλογές του 2019, υπήρχαν μόνο 4 κόμματα συμπεριλαμβανομένης και της Χρυσής Αυγής. Πρόκειται όντως για μια σημαντική αύξηση σε ένα διάστημα τετραετίας, γεγονός το οποίο οφείλεται σε δυο κύρια γεγονότα.

Πρώτο και κυριότερο είναι η αποχώρηση και ποινικοποίηση της Χρυσής Αυγής από το πολιτικό πεδίο, ενός ακροδεξιού φορέα που αποτέλεσε τον βασικό κομματικό άξονα έκφρασης του ναζισμού για περίπου τρεις δεκαετίες στην Ελλάδα και που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της στη ζωή της χώρας ειδικότερα την τελευταία δεκαετία. Ένα κενό τόσο μεγάλο είναι φυσικό να επιδιωχθεί να καλυφθεί από φιλόδοξα και νέα ακροδεξιά κόμματα για τη δημιουργία μιας νέας “φιδίσιας κεφαλής”. Επιπλέον, υπάρχουν αναδυόμενες θεματικές στη κοινωνία που ο ακροδεξιός χώρος μπορεί να καπηλευθεί και να ταυτιστεί ως μια υπερσυντηρητική αντίδραση απέναντί τους, όπως η πανδημία και τα εμβόλια, η ακρίβεια και ο πληθωρισμός των αγαθών, οι γυναικοκτονίες και τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας.

Δεύτερο, είναι η ενσωμάτωση ακροδεξιών στοιχείων και ρητορικής της Εναλλακτικής Δεξιάς (Alt-Right) στη Νέα Δημοκρατία, έτσι ώστε να έχει πάτημα στον ακροδεξιό χώρο και να αποσπάσει ψήφους από εκεί με  κάπως χαρακτηριστικά παραδείγματα ως “σημεία επαφής” τους δημοφιλείς πολιτευόμενους της όπως τους Άδωνι Γεωργιάδη, Θανάση Πλεύρη και Μάκη Βορίδη ενώ μέχρι πρόσφατα συμπεριλαμβάνονταν στις τάξεις της  ο Κ. Μπογδάνος και η Αφροδίτη Λατινοπούλου, όπου οι τελευταίοι έφτιαξαν μέχρι και κόμματα αλλά απαγορεύτηκαν από τον Άρειο Πάγο, έχοντας όμως την Ακροδεξιά στο σύνολό της σε απόσταση χειρός. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός πως η Νέα Δημοκρατία απορρόφησε το 18% των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής, σύμφωνα με τα exit poll και με τη χρήση αντιμεταναστευτικής, αντικομμουνιστικής και εμπρηστικής ρητορικής και για την εμπέδωση του νόμου και της τάξης.

Όσον αφορά τα δεδομένα. η Ακροδεξιά κατάφερε να εκπροσωπηθεί στο Κοινοβούλιο όπως αυτό αναδείχθηκε από τις πρόσφατες εκλογές, μέσω της Ελληνικής Λύσης του Κυριάκου Βελόπουλου με ποσοστό 4,45% και περίπου 260.000 ψήφους, ενώ υπήρξε και άλλο ένα ακροδεξιό κόμμα που δεν εξασφάλισε το εκλογικό όριο του 3%, για να εισέλθει στη Βουλή και αυτό είναι το κόμμα Νίκη του θεολόγου Δημήτρη Νατσιού. Ένα κόμμα με παρόμοιες θέσεις με την Ελληνική Λύση δίνοντας έμφαση στο Μακεδονικό και στη θρησκεία ως μέτρο αντιμετώπισης για τον COVID-19. Το κόμμα μπορεί να έχει ωστόσο την ευκαιρία που επιθυμεί στις δεύτερες εκλογές της 25ης Ιουνίου, αν και σε κλασσική παρουσίαση έλλειψης πολιτικού βάθους της ακροδεξιάς, τα δύο κόμματα έχουν ήδη αναλωθεί σε μια μάχη λασπολογίας για το πιο κόμμα είναι το πιο “πατριωτικό”. Στο σύνολό της, η Ακροδεξιά συγκέντρωσε το 10% των συνολικών ψήφων με περίπου 600.000 ψήφους, δηλαδή κατά 2.5% αυξημένο ποσοστό σε σύγκριση με τις εκλογές του 2019 και με τη Βόρεια Ελλάδα να είναι για μια ακόμη φορά το προπύργιο της Ακροδεξιάς σε τοποθεσίες όπως Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική, Έβρο και Δυτική Μακεδονία.

Συμπεραίνοντας, η Ακροδεξιά βρίσκεται σε σύγχυση λόγω του μεγάλου κενού που έχει δημιουργήσει η απουσία της Χρύσης Αύγης και προσπαθεί να το αναπληρώσει, αλλά ο συγκρουσιακός και “μάτσο” χαρακτήρας της, την αποτρέπει από αυτό. Παράλληλα, η δυναμική της περιορίζεται από τη Νέα Δημοκρατία που έχει και συνεχίζει να αποσπά ακροδεξιούς ψηφοφόρους της και λόγω των πρόσφατων δικαστικών αποφάσεων για την ποινικοποίηση διαφόρων ακροδεξιών κομμάτων, έχει επικρατήσει αποχή από τις κλασικές βίαιες τακτικές. Όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι εξαιρετικά θετικοί διότι λειτουργούν ως πιθανά αναχώματα, παρόλα αυτά πλαισιώνοντας το ποσοστό του 10% σημαίνει πως και ένας στους δέκα έλληνες ψήφισε Ακροδεξιά, γεγονός  αυτοτελώς “ανησυχητικό”.

Στις εκλογές της 25ης Ιουνίου θα έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το πως θα διαμορφωθεί το πολιτικό πεδίο στο σύνολό του. Είναι πρέπον να αναλύονται οι επιδόσεις των μεγάλων κομμάτων, αλλά πρέπει πάντα να αγρυπνούμε για την κατάσταση της Ακροδεξιάς, διότι και αυτή πάντα αγρυπνεί και καραδοκεί για το πως θα πετύχει τους αμφιλεγόμενους σκοπούς της για την κατάλυση της Δημοκρατίας.

Συντάκτης: Ιωάννης Κολακές

Πηγές: