Στις διεθνείς σχέσεις, η κατοχή και η δυνατότητα επεξεργασίας ενεργειακών πόρων δεν μπορούν να ιδωθούν μόνο ως απαραίτητα στοιχεία για την λειτουργική συνέχεια ενός κράτους, αλλά συνιστούν παράλληλα όπλα άσκησης οικονομικού και πολιτικού εκβιασμού. Με άλλα λόγια, η ενέργεια γεννά γεωπολιτικό ανταγωνισμό και καθορίζει την ισορροπία ισχύος σε ένα πολύ-πολικό σύστημα, διότι όποιος κατέχει την ενεργειακή ανεξαρτησία μπορεί να την εργαλειοποιήσει προκειμένου να ασκήσει πίεση σε αυτόν που τη χρειάζεται αλλά δεν μπορεί να την παράγει.

Στη βάση αυτή ερμηνεύεται και η  στάση της Ρωσίας να διακόψει την παροχή ενέργειας προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο διάστημα που ακολουθήσε την εισβολή της στην Ουκρανία. Η «ενεργειακή κρίση» η οποία πλήττει την ΕΕ είναι, μεταξύ άλλων, απότοκο αυτής της διακοπής, καθώς η εξάρτηση της Ένωσης από το ρωσικό φυσικό αέριο και πετρέλαιο πλησίαζε το 50% των συνολικών εισαγωγών, ενώ σε ορισμένα κράτη-μέλη το ποσοστό εξάρτησης ξεπερνούσε το 90% εν έτει 2022. Με τον κλοιό να σφίγγει όλο και περισσότερο, η ΕΕ αναγκάστηκε να αναπτύξει στρατηγικές ανεξαρτητοποίησης. Στο πλαίσιο αυτό, επανήλθε στο προσκήνιο το ζήτημα εκμετάλλευσης της πυρηνικής ενέργειας, μία προοπτική η οποία μετά τα ατυχήματα του Chernobyl (1986) και της Fukushima (2011) είχε μερικώς εγκαταλειφθεί.

Παρόλο που σε αυτές τις δύο ιστορικές στιγμές παρατηρούνται καταστροφές τεράστιας εμβέλειας, συντελούνται ταυτόχρονα προσπάθειες μεγιστοποίησης της ασφάλειας γύρω από τη χρήση της πυρηνικής, η οποία σήμερα είναι πολύ σημαντική για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο του σχεδίου περί δημιουργίας μία εσωτερικής ενεργειακής αγοράς, η πυρηνική ενέργεια στηρίζει ήδη το 26% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ένα ποσοστό που παρουσιάζει σημαντικά περιθώρια διεύρυνσης, λόγω της ισχυροποίησης των διπλωματικών σχέσεων με τους εξωτερικούς προμηθευτές ουρανίου, όπως το Καζακστάν, τη Νιγηρία, την Αυστραλία και τον Καναδά. Το ουράνιο, αν και εισαγόμενο, μπορεί να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε απόθεμα, γεγονός που αφενός ενισχύει την άμεση ανταπροκρισιμότητα της Ένωσης σε περιόδους ενεργειακού cut down και αφετέρου αυξάνει τις δυνατότητες εσωτερικής παραγωγής ηλεκτρισμού.

Τα οφέλη της δεν σταματούν εκεί, διότι η πυρηνική ενέργεια είναι επίσης ένα κλειδί για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας, στόχο που έχει θέσει η ΕΕ με ορίζοντα το 2050. Η ραδιενεργή φύση της πυρηνικής ενέργειας μας αποτρέπει να τη συνδέσουμε με τη περιβαλλοντική προστασία, ωστόσο η πυρηνική είναι η πιο αποδοτική, χαμηλή σε άνθρακα, πηγή ενέργειας σύμφωνα με τις στατιστικές μελέτες τις Eurostat και της nucleareurope. Σε αντίθεση με τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), όπως η ηλιακή, η αιολική και η υδραυλική/υδροηλεκτρική οι οποίες είναι άμεσα εξαρτημένες από τα καιρικά φαινόμενα, η πυρηνική καθιστά δυνατή τη παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας κάτω από οποιαδήποτε καιρική συνθήκη. Ως εκ τούτου, εμφανίζει πλεονέκτημα όχι μόνο ως προς τη διαθεσιμότητα της, αλλά και την αξιοπιστία της, ενώ παράλληλα μπορεί να συμβάλλει στην «πράσινη μετάβαση» της Ένωσης λόγω του μικρού ανθρακικού αποτυπώματός της.

Δεδομένων, λοιπόν, των πλεονεκτημάτων της πυρηνικής ενέργειας, πώς δικαιολογείται η διστακτικότητα στην επέκταση της χρήσης της; Η απάντηση είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη «δεύτερη όψη» της πυρηνικής εκμετάλλευσης και των κινδύνων της. Πέραν των οφελών της, η ραδιενεργή φύση των πυρηνικών δραστηριοτήτων αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην επέκταση του πυρηνικού εργοστασιακού συμπλέγματος της Ένωσης. Η Γαλλία, ούσα το κράτος-μέλος με τη πιο ανεπτυγμένη βιομηχανία πυρηνικών, τάσσεται υπέρ της διεύρυνσης της χρήσης της πυρηνικής, σε αντίθεση με τη Γερμανία η οποία, προτάσσοντας το ζήτημα της ασφαλειοποίησης, αρνείται αυτή την επέκταση. Εξαιτίας αυτής της διχογνωμίας μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κρατών της ΕΕ, το πεδίο των συζητήσεων έχει διχοτομηθεί. Χώρες όπως η Φιλανδία και η Πολωνία έχουν λάβει πρωτοβουλίες προς το δρόμο που χάραξε η Γαλλία, ενώ το Βέλγιο φαίνεται να συμμερίζεται τις απόψεις της Γερμανίας. Αυτή η διαφοροποίηση στις επιθυμίες εντοπίζεται και μεταξύ των κομμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με το κόμμα των Greens/EFA να εναντιώνεται σθεναρά στην επέκταση της πυρηνικής βιομηχανίας της Ένωσης.

Η εξέταση των εν λόγω πολιτικών συγκρούσεων είναι ενδιαφέρουσα γιατί υποκρύπτουν ζητήματα συμφερόντων και κατανομής ισχύος εντός της ΕΕ. Η εκτενέστερη εκμετάλλευση των πυρηνικών μπορεί φαινομενικά να απορρίπτεται από κάποιες χώρες λόγω των κινδύνων της ραδιενέργειας, αλλά στη πραγματικότητα υποβόσκει και η αιτία της ασύμμετρης μεγιστοποίησης της δύναμης της Γαλλίας. Αν  ληφθεί η στρατηγική απόφαση περί επέκτασης της πυρηνικής, μέχρι οι υπόλοιπες χώρες να πλησιάσουν – αν το πετύχουν- το επίπεδο της παραγωγής της Γαλλίας, το εν λόγω κράτος-μέλος θα διαθέτει προνομιακή θέση στις σχετικές συζητήσεις, χάρη στην υπεροχή του στον τομέα της πυρηνικής εκμετάλλευσης, που ακολουθείται επίσης από οικονομικά οφέλη. Δηλαδή, η αύξηση της διαπραγματευτικής δύναμης της Γαλλίας, υπονομεύει την πολιτική επιρροή εξίσου ισχυρών κρατών, όπως η Γερμανία.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, παρόλο που σύμφωνα με τον World Nuclear Association, η ΕΕ διαθέτει τεχνολογική πρωτοκαθεδρία στο τομέα διαχείρισης και επεξεργασίας των πυρηνικών, η επέκταση της πυρηνικής βιομηχανίας κινείται σχετικά αργά. Τα επιστημονικό υπόβαθρο και τα προγράμματα έρευνας & ανάπτυξης της Ένωσης είναι πολύ σημαντικά για την επιτάχυνση της διαδικασίας, αλλά αν η πολιτική βούληση κρατών όπως της Γερμανία και των ομοϊδεατών της κρατών δεν αλλάξει, δεν προβλέπεται η άμεση διεύρυνση της πυρηνικής στο ενεργειακό μείγμα της Ένωσης. Ωστόσο, είναι ελπιδοφόρο το γεγονός ότι από την 1η Ιανουαρίου του 2023 τέθηκε σε ισχύ η EU Taxonomy Climate Complementary Delegated Act. Σύμφωνα με την Πράξη αυτή, οι επενδύσεις που αφορούν τη επεξεργασία πυρηνικών εντάσσονται υπό προϋποθέσεις στη φορολογία της Ένωσης και χαρακτηρίζονται ως «περιβαλλοντικά βιώσιμες». Τουλάχιστον, η εν λόγω εξέλιξη μπορεί να εκληφθεί ως μία δήλωση δεκτικότητας για τον πολλαπλασιασμό των πυρηνικών δραστηριοτήτων της Ένωσης.

Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις διαστάσεις του ζητήματος, η ΕΕ οφείλει να επανεξετάσει τις στρατηγικές ενεργειακής ανεξαρτητοποίησης της. Στη βάση του συμφέροντος της Ένωσης συνολικά, η επέκταση της πυρηνικής βιομηχανίας έχει να προσφέρει σημαντικά ενεργειακά και οικονομικά οφέλη, τα οποία προκειμένου να μεγιστοποιηθούν απαιτούν συνεκτική δράση όσο το δυνατό λιγότερο επηρεασμένη από επι μέρους εθνικά συμφέροντα. Μπορεί αυτό το σενάριο να φαντάζει φιλόδοξο, αλλά απορρέει από ορθολογιστική κρίση. Σε μία περίοδο ενεργειακής ανασφάλειας, η δια-συνδεσιμότητα και η αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών-μελών μπορούν να δράσουν αμυντικά των εξωτερικών κινδύνων. Καθώς η ΕΕ διαθέτει το τεχνολογικό υπόβαθρο και μπορεί να διατηρήσει μεγάλα αποθέματα ουρανίου για εκτενές χρονικό διάστημα, θα ήταν στρατηγικό λάθος να μην προβεί σε εργαλειοποίηση της πυρηνικής ενέργειας. Ειδικά, όταν η τεχνολογική πρόοδος από το 1986 μέχρι σήμερα έχει μειώσει την επικινδυνότητα των ραδιενεργών υλικών. Αν μη τι άλλο, αν κάτι μας δίδαξε η δεκαετία των πετρελαϊκών κρίσεων, είναι ότι ο απομονωτισμός οδηγεί σε σκοτεινά και δύσβατα μονοπάτια, χωρίς σαφή τελικό προορισμό. Ενδεχομένως η πυρηνική ενέργεια να είναι το κλειδί για την αποφυγή λαθών του παρελθόντος, το κλειδί προς την ενεργειακή ανεξαρτησία ως απότοκο εσωτερικής συνεργασίας.

Συντάκτης: Ειρήνη Κόρδα

Πηγές: