Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην ιστορία της καθώς ο πόλεμος που εξελίσσεται στα σύνορα της (βλ. Ουκρανία), η ενεργειακή εξάρτηση από την Ρωσία συνδυαστικά με τη ρωσοουκρανική σύγκρουση, η αντιμετώπιση ταυτόχρονα μίας υγειονομικής και οικονομικής κρίσης και οι ενδείξεις για διαφθορά εντός των θεσμών της απειλούν την ίδια την υπόσταση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αρκεί μόνο να προβεί στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των εκάστοτε κρίσεων αλλά πάνω από όλα αυτό να επιτυγχάνεται με τρόπο δημοκρατικό και βιώσιμο. Το ευρωπαϊκό μόρφωμα μπορεί να παγιώσει την δημοκρατική του υπόσταση αποκλειστικά και μόνο μέσω ενός διαύλου. Δεν νοείται δημοκρατική πολιτεία, είτε εκείνη συντελεί κυρίαρχο κράτος, είτε “ένωση κυρίαρχων κρατών” που δεν έχει διασφαλίσει την κατάλληλη θεσμική υπόσταση, ώστε να εξασφαλίζεται η νομιμοποίηση της εντός της κοινωνίας. Η ιδιαιτερότητα της ευρωπαϊκής συμπολιτείας (με όρους Τσάτσου) έγκειται στην ανάγκη για διττή νομιμοποίηση, καθώς η αντιπροσώπευση των ευρωπαίων πολιτών καθίσταται επιτακτικό να πραγματοποιείται ταυτόχρονα τόσο σε ενωσιακό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο κρατών μελών.

 Η ενότητα της Ευρώπης καθορίζεται στη βάση αξιακών κανόνων με στόχο την ανάδειξη του αισθήματος του “ανήκειν” σε μια κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα. Η τελευταία συμπληρώνει τις εκάστοτε εθνικές ταυτότητες και τις υπερβαίνει, χωρίς όμως να επιχειρεί ή να προβαίνει στην ακύρωση τους.  

 Η μακρά διαδικασία απόκτησης κοινού ευρωπαϊκού αισθήματος ανάγει τις ρίζες της στον 18ο αιώνα και αποκτά κυρία σημασία στην Ευρώπη του Διαφωτισμού. Η ευρωπαϊκή ήπειρος παύει πλέον να κατανοείται με γεωγραφικούς και θρησκευτικούς όρους και η πολιτισμική της ενότητα της αρχίζει να εμφανίζεται δειλά – δειλά στα έργα των ευρωπαίων αλλά και Ελλήνων διαφωτιστών. Το κοινό χαρακτηριστικό των ευρωπαϊκών λαών δεν είναι πια η γεωγραφική τους εγγύτητα ή η θρησκευτική τους πίστη αλλά η πολιτιστική τους κληρονομιά. Οι διαφωτιστές αντιλαμβάνονται τους λαούς της γηραιάς ηπείρου ως ξεχωριστό κομμάτι από τους ηγεμόνες τους και τονίζουν την σημασία του ευρωπαϊκού πολιτισμού και των ευρωπαϊκών ιδεών, ενώ εκείνες αντλούν τις επιρροές τους από τα κείμενα αρχαίων Ελλήνων στοχαστών.  

 Η Ευρώπη ιστορικά κάνει μία προσπάθεια να παραμείνει ενωμένη μετά την δοκιμασία των ναπολεόντειων πολέμων και πράγματι ύστερα από το αμφιλεγόμενο για τις προθέσεις του συνέδριο της Βιέννης (1815), απέφευγε τον εφιάλτη ενός γενικευμένου πολέμου για έναν ολόκληρο αιώνα (1914 Α’ παγκόσμιος πόλεμος) Το όραμα μιας κάποια “ενωμένης” Ευρώπης επιχείρησαν να του δώσουν σάρκα και οστά τόσο ο Ναπολέων όσο και περίπου ένα μισή αιώνα αργότερα ο Χίτλερ με ολέθριες επιπτώσεις για το μέλλον όχι μόνο της ευρωπαϊκής ηπείρου αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας. Την επομένη του Β’Π.Π. πολέμου η Ευρώπη χωρίζεται στα δύο, ενώ η δυτική Ευρώπη γίνεται συνώνυμη με τον ελεύθερο κόσμο.  

 Από τα παραπάνω μπορεί να γίνει κατανοητό ότι το ζήτημα της εξασφάλισης της κυριαρχίας, ελευθέρων και αυτοδιοικούμενων κρατών αποτελεί ύψιστη σημασία για την οικοδόμηση της ευρωπαϊκής ενότητας. Η θεσμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση της, είναι βασισμένη σε οριζόντιους οργανωτικούς άξονες. Πιο συγκεκριμένα, κανένα θεσμικό όργανο ή κράτος μέλος δεν ασκεί υπέρμετρη εξουσία πάνω σε άλλο και οι αποφάσεις λαμβάνονται ύστερα από αλληλένδετες διαδικασίες μεταξύ των θεσμικών οργάνων, χωρίς την παρουσία ενός κυρίαρχου.  

 Τα κράτη, όπως εξηγεί ο Χρυσοχόου, συντελούν συγκυριαρχικούς δρώντες σε μια ελεύθερη πολιτεία και μεταφέρουν τις αρμοδιότητες τους σε ένα ανώτερο πολιτικό στερέωμα, με σκοπό την επίλυση προβλημάτων που άπτονται ευρωπαϊκής επίλυσης (περιβαντολλογική προσφυγική κρίση κ.α). Η κυριαρχία των κρατών δεν περιορίζεται αλλά αντιθέτως προσαρμόζεται στις νέες προκλήσεις, ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου. Επιπλέον, τα κράτη διαθέτουν την “αρχή της επικουρικότητας”, αυτό σημαίνει ότι βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών να αποφασίσουν  για το εύρος των αρμοδιοτήτων  που θα μεταφέρουν σε ενωσιακό επίπεδο. Η σημερινή υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης των πολλών επιπέδων και ο δυισμός από τον οποίον αντλεί την νομιμοποίηση της, δεν αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο με στόχο την επιπλέον κρατικοποίηση της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν οδεύει προς την δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού κράτους αλλά αντιθέτως σέβεται τις πολιτισμικές και ιστορικές διάφορες του εκάστοτε κράτους μέλους και σε καμία περίπτωση δεν τις ομογενοποιεί. Η σταδιακή μεταφορά αρμοδιοτήτων από τα κράτη μέλη προς την Ένωση θα πρέπει να γίνεται πάντα με γνώμονα αυτό τον παράγοντα. Η ενότητα της Ευρώπης στηρίζει τα θεμέλια της στις αξιακές συγκλίσεις και στην κοινά διαμορφωμένη κουλτούρα που όπως αναφέρθηκε έχει μεγάλο ιστορικό βάθος.  

 Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν καταπατά τη φύση του εθνικού κράτους, ούτε φυσικά την απορρίπτει,  αλλά αντιθέτως την επεκτείνει. Παρά το γεγονός ότι δεν έχει εγκρίνει θεσμικούς κανόνες υπό την μορφή Συντάγματος,  ωστόσο εξάγει δεσμευτικούς κανόνες δικαίου και πλέον με την Συνθήκη στην Λισσαβόνας σφραγίζεται η υπέροχη του κοινοτικού δικαίου έναντι του εκάστοτε εθνικού. Η πιο αξιοσημείωτη όμως παράμετρος σχετίζεται με τα όρια της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, καθώς αυτά καθίστανται υπό τον έλεγχο των εκάστοτε εθνικών συνταγμάτων των κρατών μελών.  

 Οι επάλληλες κρίσεις που διαταράσσουν την ενότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αδυναμία αυτής να τις αποτρέψει  ή να προχωρήσει σε μια άμεσα αποτελεσματική επίλυση τους, πυροδότησε μία καινούργια άνοδο του εθνολαϊκισμού και της ακροδεξιάς  στην γηραιά ήπειρο. Για ακόμα μια φορά ακροδεξιοί, ή ευρύτερα ευρωσκεπτικιστές ηγέτες είτε αναλαμβάνουν την εξουσία, είτε κερδίζουν σημαντικά εκλογικά ποσοστά και για ακόμη μια φορά η Ευρώπη δεν μαθαίνει από τα λάθη της.  

 Η Πολωνία και η Ουγγαρία αποτελούν παραδείγματα χωρών που δεν αποδέχονται το ευρωπαϊκό κεκτημένο όταν τουλάχιστον αυτό δεν συνάδει εμπίπτει στα εθνικά συμφέροντα τους. Όμως, το ευρωπαϊκό μόρφωμα δεν περιορίζεται στα χαρακτηριστικά ενός διεθνούς οργανισμού. Δεν αναπτύσσει απλώς εταιρικές σχέσεις συνεργασίας μεταξύ των κρατών στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, αλλά αναζητά έναν κοινό αξιακό άξονα, ώστε να επιτύχει ένα ανώτερο επίπεδο δημοκρατικής συμβίωσης και όχι απλώς μία οριοθετημένη συνύπαρξη.  

 Το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα είναι πολύτιμο για την βιώσιμη εξέλιξη της ευρωπαϊκής ηπείρου γι’ αυτό καθίσταται καίριας σημασίας να προστατευτεί ακόμα και αν αυτό χρειαστεί να γίνει από τον ίδιο της τον εαυτό. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν χρειαζόμαστε ένα κοινό ευρωπαϊκό αγαθό, ιδίως μετά τις τρέχουσες εξελίξεις, αλλά εάν είναι δυνατόν να επιβιώσουμε χωρίς αυτό.

 

Συντάκτης: Νεφέλη Πρεβεδουράκη

 

Πηγές:

  • Γιακωβάκη, Ν. Στον ορίζοντα της Ευρώπης. Το ευρωπαϊκό υπόβαθρο της νεοελληνικής ταυτότητας, στο Παναγιωτόπουλος Β. (επιμ), Ιστορία του νέου ελληνισμού 1770-2000 Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
  • Κανελλοπούλου-Μαλούχου Ν. (2012), Η χειραφέτηση της Ευρώπης: Συνταγματική θεωρία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, Αθήνα: Παπαζήσης 
  • Τσάτσος Δ., Θ. (2001), Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία. Για μια ένωση λαών με ισχυρές πατρίδες, Αθήνα: Καστανιώτη.  
  • Χρυσοχόου, Δ., Ν. (2010), Caritas rei publicae, Αθήνα: Σιδέρης 
  • https://youtu.be/XXxaoLUPR80