Μια κλεφτή ματιά σε μία πολιτική αντιπαράθεση στην τηλεόραση μπορεί να αποβεί επαρκής για να γίνει αντιληπτή η συχνότητα με την οποία χρησιμοποιείται ο όρος λαϊκισμός στην ελληνική πολιτική σκηνή. Πρόσφατα έγινα μάρτυς ενός πολιτικού διαλόγου σε γνωστή ενημερωτική εκπομπή, κατά την διάρκεια της οποίας ένας βουλευτής της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατέκρινε την κυβέρνηση Μητσοτάκη για προσπάθεια αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από το ζήτημα των υποκλοπών και χαρακτήρισε αυτή την στρατηγική, ως «μία μορφή λαϊκισμού». Ο όρος λαϊκισμός στην Ευρώπη έχει χρησιμοποιηθεί από δημοσιογράφους και πολιτικούς για να περιγράψει ένα πλήθος ρητορικών, συνήθως ετερογενών μεταξύ τους. Έτσι, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουν οι ορολογίες που περιγράφουν σχεδόν τα πάντα είναι να καταλήξουν να μην σημαίνουν τίποτα. Ακόμα, στις προεκλογικές αντιπαραθέσεις ο λαϊκισμός παίρνει την μορφή πανούργας τεχνικής και εξαπάτησης του απλού λαού, όπως στο παράδειγμα που αναφέρθηκε παραπάνω. Στην πραγματικότητα όμως, η εκ των προτέρων κατάταξη του ως παθογένεια, βοηθάει περισσότερο στην όξυνση των στερεότυπων, παρά στην βαθύτερη κατανόηση του φαινομένου.

 Οι διαφωνίες γύρω από το λαϊκίστικό αφήγημα, τα προβλήματα καθώς και οι επιτυχίες της λαϊκίστικής “ιδεολογίας” κρύβονται στην μεγάλη ευελιξία και προσαρμοστικότητα της εντός των κοινωνικών συνθηκών. Οι δυσκολίες των αναλυτών να βρουν μια κοινή γραμμή πλεύσης προκειμένου να καταστεί ξεκάθαρο ότι περιγράφουν ένα φαινόμενο με διαφορετικές προεκτάσεις, προκύπτει από το γεγονός ότι η ιδεολογία «χαμαιλέοντας», όπως έχει χαρακτηριστεί, γίνεται κατανοητή μόνο μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο.  

 Στην Ευρώπη ο λαϊκισμός ξεκινά ουσιαστικά στη χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας, όπου οι αλλαγές που έφεραν τα νέα κοινωνικά κινήματα, το κράτος πρόνοιας,  η ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα μεταναστευτικά ρεύματα κ.α., προκάλεσαν αντιδράσεις από μια μερίδα δυσαρεστημένων στρωμάτων με την νέα κοινωνική πραγματικότητα. Το Εθνικό Μέτωπο στην Γαλλία και κάποια νεοφιλελεύθερα κόμματα όπως το Forca Italia έβαζαν στο στόχαστρο το κράτος πρόνοιας, οι μεν για την ενσωμάτωση σε αυτό των μη αυτόχθονων πληθυσμών και οι δε για την υψηλή φορολογία που πηγάζει από πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας. Ο δεξιόστροφος λαϊκισμός στην Ευρώπη έφτασε στην κορύφωση του με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, δηλαδή την δεκαετία του 90 και αρχές του 2000, όταν η αύξηση των μεταναστευτικών ρευμάτων και η πολυπολιτισμικότητα δημιούργησαν νέες ανασφάλειες και διακινδυνεύσεις στην γηραιά ήπειρο. Ο Laclau σημειώνει ότι τα τελευταία 30 χρόνια η αλλαγή της κοινωνικής πραγματικότητας οδηγεί στη δημιουργία νέων αιτημάτων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια κρίση αντιπροσώπευσης από τα παραδοσιακά κόμματα. Οι δεξιοί λαϊκιστές ηγέτες επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν το πολιτικό κενό και εγκαταλείπουν τις αντιδημοκρατικές  ρητορικές. Εξακολουθούν να παρουσιάζουν την μετανάστευση ως απειλή, όχι όμως με ρατσιστικούς και αντισημιτικούς όρους, αλλά κάνουν λόγο για πολιτισμικό χάσμα μεταξύ των λαών. Επομένως, ακολουθούν μια εχθρική πολιτική, όχι μόνο εναντίων των «πάνω»(ελίτ), αλλά και εναντίων των «κάτω» (μετανάστες).  

 Το ξέσπασμα της κρίσης πυροδοτεί ένα αριστερόστροφο πολιτικό φαντασιακό σε χώρες της Νότιας Ευρώπης και ο λαϊκισμός διαμορφώνεται στη βάση μιας φαινομενικά αντιθετικής κοσμοθεωρίας. Το ιεραρχικό μοντέλο και η ξενοφοβία της δεξιάς, δίνει  την θέση της στον εξισωτισμό και την ένταξη στην πολιτική όλων εκείνων των στρωμάτων  που τα αιτήματα τους  χρήζουν της κατάλληλη αντιπροσώπευσης. Στράφηκαν κατά των  πολιτικών της ΕΕ, των μέτρων λιτότητας, επέκριναν τις εγχώριες και όχι μόνο ελίτ για διαφθορά και για αντιδημοκρατικές στρατηγικές. Παραδείγματα τέτοιων κομμάτων αποτελούν οι Podemos στην Ισπανία, το Bloco στην Πορτογαλία και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α στην Ελλάδα. 

 Οι διαφορές του δεξιού και του αριστερού λαϊκισμού συγκλίνουν στον δυϊσμό λαός – ελίτ. Όλα τα λαϊκιστικά κόμματα αναλαμβάνουν το ρόλο του “υπερασπιστή” του αγαθού λαού εναντίων των διεφθαρμένων ελίτ. Οι κοινωνικές ομάδες που αποτελούν τον λαό, καθορίζουν τις ποιοτικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των διαφόρων μορφών του λαϊκισμού. Όμως, το στοιχείο που διαπερνά τον πυρήνα της ιδεολογίας όλων των λαϊκίστικών κομμάτων, είναι η ανάδειξη του λαού ως κυρίαρχης πολιτικής δύναμης.  

 Στην Ελλάδα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α ήδη από τα πρώτα του βήματα, αλλά κυρίως κατά την διάρκεια του «διπλού εκλογικού σεισμού» του 2012 κατηγορήθηκε για λαϊκισμό, δημαγωγία και δημιουργία πολωτικού κλίματος. Πράγματι, την κεντρική θέση στις προεκλογικές ομιλίες του κόμματος το 2012 κατείχαν οι ποικιλότροπες αναφορές στον ελληνικό λαό και η κραυγαλέα κατακραυγή των μνημονίων. Φυσικά, από την κριτική δεν θα μπορούσε να λείπει το παλαιό κατεστημένο και ένας ιδιόμορφος, ελκυστικός τρόπος έκφρασης του ευρωσκεπτικισμού (Go back, λοιπόν, κυρία Μέρκελ…).  

 Ο εκθειασμός και η ανάδειξη του λαού ως κυρίαρχου δημιουργεί μια σύγχυση γύρω από τις προθέσεις του λαϊκισμού σχετικά με την σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία. Η πιο συχνή παρανόηση όσο αφορά την φύση των συγχρόνων δημοκρατιών είναι ότι ο λαός θα πρέπει να αποτελεί την μοναδική πηγή εξουσίας ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτό δεν υπονοεί σε καμία περίπτωση ότι ο λαός θα πρέπει να βρίσκεται σε θέση ώστε να ελέγχει, να εγκρίνει ή να απορρίπτει όλες τις πολιτικές του σύγχρονου κράτους. Κάτι τέτοιο άλλωστε απειλεί και την ίδια την υπόσταση της δημοκρατίας, καθώς αν αποφύγουμε την «σκύλα» του ελιτισμού δεν σημαίνει ότι καθίσταται αναγκαίο να αποδεχθούμε την «χάρυβδη» της τυραννίας της πλειοψηφίας. Ο αριστερός λαϊκισμός και η περίπτωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α εκ πρώτης όψεως φαίνεται να προσπαθεί να αμαυρώσει την ποιότητα της δημοκρατίας, παρουσιάζοντας τον λαό ως ένα ομοιογενές σύνολο με τις ίδιες ανάγκες. Οι αμεσοδημοκρατικές πολιτικές, όπως η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος επιβεβαιώνουν αυτή την οπτική. Μια άλλη ερμηνεία των πραγμάτων, υποστηρίζει ότι ο αριστερόστροφος λαϊκισμός δεν παρουσιάζει μια εξισωτική εικόνα του λαού, αλλά αγωνίζεται να δώσει φωνή σε κοινωνικές ομάδες, αποκλεισμένες από τα πολιτικά δρώμενα  εξαιτίας της κρίσης και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.  

 Το λαϊκίστικο αφήγημα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α ελαχιστοποιείται σε μεγάλο βαθμό με την περίοδο ανάληψης της διακυβέρνησης της χώρας. Κάποιοι αναλυτές, όπως ο Σεφεριάδης κάνουν λόγο για καρτελοποίηση του κόμματος, δηλαδή για απομάκρυνση του κόμματος από τα αιτήματα της κοινωνίας, κάτι που έφερε ακόμα μεγαλύτερο κύμα αντιδράσεων, με αποτέλεσμα την ήττα του στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. 

 Στην πραγματικότητα, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α δεν προκάλεσε καμία ρήξη στα θεμέλια του φιλελεύθερου συστήματος, ωστόσο η λαϊκίστικη ρητορική του κόμματος δεν έχει εξαλειφθεί τελείως, απλώς έχει αλλάξει περιεχόμενο. Η διχοτόμηση της κοινωνίας σε λαός και κατεστημένο, πρωταγωνιστεί ακόμα στον πολιτικό του λόγο. Αυτή  τη φορά οι καταγγελτικές αναφορές δεν απευθύνονται στους δανειστές, αλλά κατά κύριο λόγο στην διαπλοκή και στην διαφθορά που διέπει όλο το φάσμα των πολιτικών της κυβέρνησης, της Νέας Δημοκρατίας.  

 Συμπερασματικά, ο πολιτικός χώρος, τα ΜΜΕ και η κοινή γνώμη ιδίως στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν τον λαϊκισμό ως κάτι a priori αρνητικό.  Η παραφιλολογία γύρω από τον όρο θολώνει πολλές φορές τις αιτίες δημιουργίας του και διαστρεβλώνει τα θετικά σημεία του. Η επένδυση γίνεται περισσότερο στην επιλογή στρατοπέδου (δημοκράτες – αντιλαϊκιστές), παρά στην έμφαση των λαϊκών αιτημάτων που μια οικονομική κρίση έφερε στο προσκήνιο και μέχρι πρότινος θεωρούνταν λυμένα από μια τεχνοκρατική διοίκηση. Ο λαϊκισμός είτε λειτουργήσει ως αντίβαρο στην τεχνοκρατία, είτε ως παράγοντας πόλωσης του πολιτικού συστήματος, καθίσταται αναγκαία η αντιμετώπιση του, όχι όμως ως πηγή της κρίσης, αλλά ως σύμπτωμα της.  

Συντάκτης: Νεφέλη Πρεβεδουράκη

Πηγές:

  • Βούλγαρης Γ. & Ηλ. Νικολακόπουλος (2014), 2012: Ο διπλός εκλογικός σεισμός, Αθήνα: Θεμέλιο
  • Μπαλαμπανίδης, Γ. (επιμ), (2019), ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα εν κινήσει: Από τη διαμαρτυρία στη διακυβέρνηση, Αθήνα: Θεμέλιο 
  • Mudde C.& Kaltwasser R. C. (2017), Λαϊκισμός, μια συνοπτική εισαγωγή, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο 
  • Σταυρακάκης Γ. (2019), Λαϊκισμός, μύθοι, στερεότυπα και αναπροσανατολισμοί, Αθήνα: ΕΑΠ 
  • Χρυσόγελος Α. (2018), Λαϊκισμός: μικρές εισαγωγές. Αθήνα: Παπαδόπουλος