Στις 15 Νοεμβρίου κλείνουμε 100 χρόνια από την Δίκη των Έξι, την τραγική αυτή κατάληξη του Εθνικού Διχασμού που ακολούθησε της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αποτελεί ένα αξιοσημείωτο γεγονός στην πολιτική ιστορία της χώρας, καθώς ποτέ πριν και ύστερα βρέθηκαν μπροστά στο εδώλιο τόσα υψηλόβαθμα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων πρωθυπουργών, υπουργών και ενός αρχιστράτηγου.

 Σε αυτό το άρθρο, θα αναλυθούν οι κύριοι πρωταγωνιστές αυτού του δράματος, κατηγορούμενοι και κατήγοροι, η διαδικασία της δίκης, ο αντίκτυπός της στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό της χώρας, ο αινιγματικός ρόλος  του Ελευθερίου Βενιζέλου και τέλος, θα γίνει αναφορά στον επίλογο της δίκης, περίπου 90 χρόνια μετά. 

 Προτού προχωρήσουμε όμως με τις λεπτομέρειες, πρέπει να δοθεί το ιστορικό υπόβαθρο για να γίνει κατανοητό πως υπήρξε μια τέτοια κατάληξη. Έχει  προηγηθεί η συνθήκη των Σεβρών και η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 από την φιλοβασιλική παράταξη. Η τελευταία ανέλαβε να συνεχίσει την εκστρατεία στη Μικρά Ασία που άρχισε ο Βενιζέλος και να επανενθρονίσουν τον Κωνσταντίνο Α’, παρά τις  αρνητικές διακοινώσεις των Συμμάχων. Η διαχείριση της Εκστρατείας ήταν η χειρότερη δυνατή από απόψεως διπλωματίας, οικονομίας και στρατιωτικής οργάνωσης, με την τραγική κατάληξη τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ξεριζωμό 1.5 εκατομμυρίων προσφύγων.

 Τα τελευταία τμήματα του ελληνικού στρατού αποχώρησαν από την Μικρά Ασία στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 1922 και έφτασαν στη Χίο και τη Λέσβο. Εκεί, στις 11 Σεπτεμβρίου, εκδηλώνεται επανάσταση υπό την ηγεσία των Νικολάου Πλαστήρα, Στυλιανού Γονατά και του Δημητρίου Φωκά. Τα αιτήματα των επαναστατών αξιωματικών του ελληνικού στρατού ήταν η άμεση παραίτηση του Κωνσταντίνου Ά υπέρ του Γεωργίου Β’, η διάλυση της Βουλής και σχηματισμός ουδέτερης κυβέρνησης φιλικά προσκείμενη στην Αντάντ και η άμεση ενίσχυση του Θρακικού μετώπου για την υπεράσπιση της περιοχής. Ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε από τον ελληνικό θρόνο και η Επανάσταση επικράτησε αμαχητί. Από την πρώτη στιγμή, η Επανάσταση καθιστά ένα πράγμα σαφές: ότι θα επιδιώξει την τιμωρία και τον ποινικό κολασμό όσων θεωρεί πολιτικά και στρατιωτικά υπεύθυνους για την Μικρασιατική Καταστροφή.

 Ήδη από την επικράτηση της Επανάστασης και κατόπιν εντολής του Θεοδώρου Πάγκαλου, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν υψηλόβαθμοι πολιτικοί και στρατιωτικοί της αντιβενιζελικής παράταξης, οκτώ από’ τους οποίους αποτέλεσαν και τους “μεγάλους ενόχους” του Επαναστατικού Στρατοδικείου. Αυτοί ήταν οι: Δημήτριος Γούναρης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης, Γεώργιος Μπαλτατζής, Μιχαήλ Γούδας, Ξενοφών Στρατηγός και Γεώργιος Χατζηανέστης. Οι τρεις πρώτοι ήταν πρωθυπουργοί, οι υπόλοιποι τέσσερις υπουργοί και ο τελευταίος Αρχιστράτηγος.

 Στις 9 Οκτωβρίου εκδηλώθηκε στην Αθήνα συλλαλητήριο από 100.000 πολίτες που απαιτούσαν τον θάνατο των υπευθύνων της Καταστροφής. Ο Πλαστήρας, που ήταν ο αρχηγός της Επανάστασης, βρέθηκε υπό πίεση από πολλαπλές πλευρές καθώς είχε να αντιμετωπίσει την αυξημένη πια επιρροή των πιο ακραίων “φωνών” της επανάστασης, εκ των οποίων ήταν οι Πάγκαλος, Οθωναίος και Χατζηκυριάκος, την κοινωνική κατακραυγή που απαιτούσε την παραδειγματική τιμωρία των “προδοτών” και τέλος, τις Μεγάλες Δυνάμεις που επέστησαν την προσοχή στους αρχηγούς της Επανάστασης να μη γίνουν συνοπτικές και βιαστικές διαδικασίες.

 Παρ’ όλα αυτά, οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε έκτακτο στρατοδικείο με τις κατηγορίες της εσχάτης προδοσίας και λοιπών άλλων που αφορούσαν την λανθασμένη διαχείριση του Μικρασιατικού Πολέμου το διάστημα 1920-1922. Η δίκη άρχισε  στις 9:00 π.μ. της Δευτέρας 31ης Οκτωβρίου 1922, στην ειδικά διασκευασμένη για την περίσταση αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής (σημερινή Παλαιά Βουλή) με πρόεδρο του επαναστατικού στρατοδικείου τον Αλέξανδρο Οθωναίο και επικεφαλής της ανακριτικής επιτροπής τον σκληροπυρηνικό υποστράτηγο Θεόδωρο Πάγκαλο.

 Την επομένη είχε καταθέσει ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, ο αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας, που κατά την άποψη πολλών θα έπρεπε να βρίσκεται κι αυτός στο εδώλιο του κατηγορουμένου, καθώς είχε διατελέσει επί μακρόν αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Η διαδικασία ξεκίνησε με την κατάθεση των δώδεκα μαρτύρων κατηγορίας μεταξύ των οποίων ήταν οι Αναστάσιος Παπούλας (άνηκε πρωτύτερα στη φιλοβασιλική παράταξη), Γεώργιος Δ. Ράλλης, ο οποίος διαφώνησε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, Φωκίων Νέγρης, κλπ. Μεταξύ των μαρτύρων υπεράσπισης ήταν οι Νικόλαος Ρίζος-Ραγκαβής, συνταγματάρχης, Παναγιώτης Παναγάκος, ταγματάρχης, Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος, ο οποίος μάλιστα αμφισβήτησε το ποινικό μέρος του κατηγορητηρίου.

 Πέρα από τη συμπεριφορά του Οθωναίου, ἡ δίκη, όπως επισημαίνει και ο Γρηγόρης Δαφνής, διεξήχθη απολύτως κανονικά. Δεν επετράπη όμως να χρησιμοποιήσουν οι κατηγορούμενοι δημόσια έγγραφα, τα οποία ήταν πολύτιμα σε παρόμοια δίκη όταν αντιμετωπίζουν κατηγορίες για πράξεις δύο ετών. Ο Στράτος παρατήρησε, μάλλον δηκτικά, ότι πρέπει από μνήμης να μνημονεύουν τα σχετικά έγγραφα αλλά, σε αυτήν την περίπτωση, δεν είναι βέβαιο ότι θα γίνουν πιστευτά, ειδάλλως, αν οι δικαστές πίστευαν όσα λέγουν οι κατηγορούμενοι, δεν θα υπήρχε λόγος να δικαστούν. Οι κατηγορούμενοι αμύνθηκαν των κατηγοριών που τους βάραιναν  ενώ ιδιαίτερη εντύπωση δημιούργησε η κατάθεση του Παπούλα που προσπάθησε να αποδώσει όλες τις ευθύνες στον Χατζηανέστη, τον οποίο ο ίδιος είχε προτείνει για τη συγκεκριμένη θέση. Ο Γεώργιος Δ. Ράλλης, αν και αντιπολιτευόμενος των κατηγορουμένων, διαφώνησε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας ενώ ο Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος προσήλθε ως μάρτυρας υπεράσπισης, αν και ήταν στενός συνεργάτης του Βενιζέλου. Ο Δημήτριος Γούναρης δεν είχε την ευκαιρία ολοκληρωμένης υπεράσπισης αφού αναγκαζόταν να λείπει λόγω του τύφου που τον ταλαιπωρούσε. Ακόμη, είχε κλαπεί το προσωπικό του αρχείο πριν την έναρξη της δίκης, καθιστώντας ακόμη πιο δύσκολη την υπεράσπισή του και των κατηγορουμένων, αφού περιείχε έγγραφα που σχετίζονταν με την επίμαχη διετία 1920-22.

 Η δίκη διεξήχθη σε 14 συνεδριάσεις. Μετά την απόρριψη των ενστάσεων των κατηγορουμένων εξετάστηκαν 12 μάρτυρες κατηγορίας και 12 υπεράσπισης. Επιτυχία της κατηγορούσας αρχής υπήρξε ότι οι περισσότεροι μάρτυρες κατηγορίας προέρχονταν από το αντιβενιζελικό στρατόπεδο, όπως και οι κατηγορούμενοι. Στις 6 Νοεμβρίου ο Δημήτριος Γούναρης ασθένησε σοβαρά από τύφο και μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική. Υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, το οποίο απορρίφθηκε και έτσι δικαζόταν ωσεί παρών.

 Τελικά, τα ξημερώματα της 15ης Νοεμβρίου ο Πρόεδρος του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αλέξανδρος Οθωναίος ανακοινώνει την απόφαση του στρατοδικείου. Συγκεκριμένα, οι Γεώργιος Χαντζανέστης, Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Γεώργιος Μπαλτατζής και Νικόλαος Θεοτόκης καταδικάζονται με την θανατική ποινή ενώ οι Μιχάλης Γούδας και Ξενοφώντας Στρατηγός καταδικάζονται σε ισόβια φυλάκιση. Έτσι, μετά την μεταφορά τους από τις φυλακές Αβέρωφ στο Γουδί, στις 11.27 π.μ., 36 πυροβολισμοί αντηχούν από τους άνδρες του εκτελεστικού αποσπάσματος και οι 6 πέφτουν νεκροί. Στις 2:30 μ.μ. κηδευονται στο Α’ Νεκροταφείο, κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας.

 Έτσι έληξε  η Δίκη των Έξι, όχι όμως και οι συνέπειές της. Στο εξωτερικό, οι πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων αποχώρησαν από τις πρεσβείες τους και η Ελλάδα απομονώθηκε διπλωματικά. Η Μεγάλη Βρετανία ιδιαίτερα, είχε μάταια επιδοθεί στην διάσωση των κατηγορουμένων μέσω του αντιπλοιάρχου Talbot. Οι Επαναστάτες είχαν φροντίσει την συνοπτική εκτέλεση των κατηγορουμένων, προκειμένου να μην τους προλάβει ο βρετανός αξιωματικός. Έσωσε όμως τον πρίγκιπα Ανδρέα, που ήταν και αυτός κατηγορούμενος και τελικά εξορίστηκε από την Ελλάδα.

 Ο ρόλος του Βενιζέλου κατά τη διάρκεια της δίκης υπήρξε αμφιλεγόμενος. Δέχθηκε πιέσεις από τους Άγγλους για να επέμβει και να σώσει τους κατηγορούμενους από την εκτέλεση, με αφορμή την ισχυρή πολιτική του επιρροή. Ο ίδιος όμως, τήρησε ουδέτερη και χλιαρή στάση, υποστηρίζοντας πως αδυνατούσε να κάνει κάτι αποτελεσματικό παρά τις συνεχόμενες εκκλήσεις των Αγγλων και των πολιτικών συμμάχων του. Τελικά, απέστειλε ένα τελεσίγραφο μια μέρα μετά την εκτέλεση των Έξι στον Πλαστήρα για να αναβάλει τη δίκη έτσι ώστε να μην δυσχεραίνουν οι σχέσεις Ελλάδας και Μεγάλης Βρετανίας. Οι ιστορικοί είναι διχασμένοι μεταξύ των απόψεων ότι ο Βενιζέλος δεν επενέβη επίτηδες για να αποκεφαλιστει η αντίπαλη παράταξη ή ότι η πολύπλοκη κατάσταση στο εσωτερικό και εξωτερικό της Ελλάδας τον απέτρεψε από το να λάβει δράση. Ο ίδιος βέβαια, κάποια χρόνια μετά, θα εκμυστηρευτεί στην Πηνελόπη Δέλτα πως έπρεπε να εκτελεστούν μόνο ο Γούναρης και ο Χατζηανέστης, ενώ με αφορμή μια διένεξη με τον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος, Παναγή Τσαλδάρη, θα αναφέρει πως οι εκτελέσεις ήταν αναγκαίες για την εκτόνωση του λαϊκού αισθήματος. Ο Βασίλης Τζανακάρης αναφέρει εντούτοις πως ο Βενιζέλος συμφωνούσε με τις εκτελέσεις των πολιτικών του αντιπάλων καθώς είχε πολιτικό συμφέρον απ’ αυτές, σε μια συζήτηση του τελευταίου με τον πολιτικό του φίλο Εμμανουήλ Ρέπουλη.

 Στο εσωτερικό, υπήρξε γενικό σοκ καθώς κανείς δεν περίμενε ότι θα εκτελεστούν οι κατηγορούμενοι και οι επαναστάτες απομονώθηκαν από τον υπόλοιπο κοινωνικό περίγυρο. Επιπλέον, η εκτέλεση των Έξι παρέτεινε και επιδείνωσε τον Διχασμό. Ένωσε την αντιβενιζελική παράταξη, υψώνοντας τους Έξι στο βάθρο των μαρτύρων του αντιβενιζελισμού. Ο ίδιος ο Βενιζέλος θα ρίξει λάδι στη φωτιά, προχωρώντας στην απόδοση πολιτικών αξιωμάτων σε άτομα που πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση. Αποκορύφωμα, τέλος, αυτής της επιδείνωσης αποτέλεσαν τα δύο πραξικοπήματα του 1933 και του 1935 από τον Πλαστήρα και τον Βενιζέλο, με επακόλουθο την εκτέλεση του Παπούλα από την Αντιβενιζελική παράταξη για δήθεν συμμετοχή στο πραξικόπημα–το βαθύτερο αίτιο ήταν η συμμετοχή του ως μάρτυρας κατηγορίας στη Δίκη των Έξι.

 Η ιστορία όμως δεν τέλειωσε το 1922. Το 2008 ο Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκης, εγγονός του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, προσέφυγε στον Άρειο Πάγο και ζήτησε με αίτησή του την ακύρωση της απόφασης του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών σχετικά με την καταδίκη των κατηγορούμενων για την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Τον Οκτώβριο του 2010, οι έξι κατηγορούμενοι που καταδικάστηκαν σε θάνατο κρίθηκαν αθώοι, δικαιώνοντας αυτούς τους ανθρώπους μετα από 88 χρόνια. Σήμερα, η ιστορική έρευνα γύρω από την δίκη παραμένει ζωντανή και γίνονται συνεχώς προσπάθειες αποκατάστασης των εκτελεσμένων με ονοματοδοσίες σε οδούς, ανδριάντες και βιογραφίες.

 Οι άνθρωποι αυτοί έκαναν πράγματι μεγάλα λάθη στη διαχείριση της Μικρασιατικής Εκστρατείας, παρ’ όλα αυτά το κατηγορητήριο ήταν αβάσιμο: Εκτελέστηκαν για προδοσία, όχι για κακοδιαχείριση. Προδότες δεν ήταν. Αποτέλεσαν εντούτοις τους “αποδιοπομπαίους τράγους” σε μια κατάσταση απουσίας κρατικής νομιμότητας που επέφερε η Μικρασιατική τραγωδία. Η Δίκη των Έξι ήταν η κορύφωση του Εθνικού Διχασμού και ταυτόχρονα η απαρχή για τον κύκλο βίας και αντεκδίκησης που κυριάρχησε στο πολιτικό κλίμα της Ελλάδας κατά τα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Συντάκτης: Ιωάννης Κολακές

Πηγές:

https://www.sansimera.gr/articles/18

Βαγγέλης Κούμπουλης, “1922: Η κορύφωση του Εθνικού Διχασμού, η δίκη και η εκτέλεση των Έξι”, περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ 644 (Φεβρουάριος 2022), σελ. 40

Αλέξανδρος Κοτζιάς, Επίλογος στο Γουδί: Η Δίκη των Εξ, από τη σειρά Τα Φοβερά Ντοκουμέντα, εκδόσεις Φυτράκη, Αθήνα 1974.

Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εις θάνατον! Η δίκη και η εκτέλεση των Έξι μέσα από τα πρακτικά, τα παραλειπόμενα και τα «ψιλά» των εφημερίδων, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2014

Πηνελόπη Δέλτα, Ελευθέριος Βενιζέλος. Ημερολόγιο – Αναμνήσεις – Μαρτυρίες – Αλληλογραφία, επιμ. Αλέξανδρος Ζάννας, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1983 (πρώτη έκδοση 1978)

Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο Εθνικός Διχασμός και η κορύφωσή του. Η Δίκη των “Έξι”: Εξιλασμός ή δικαστικός φόνος; , δεύτερη έκδοση, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2022

Νικόλαος Ε. Παπαδάκης (Παπαδής), Ελευθέριος Βενιζέλος: Ο άνθρωπος, ο ηγέτης: βιογραφία, τόμος δεύτερος, εκδόσεις του βιβλιοπωλείου της “Εστίας” και του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”, Αθήνα 2017