Με αφορμή τη πρόσφατη ανακοίνωση του Υπουργείου Εσωτερικών της Γερμανίας τον Μάιο του 2022, για τα νέα μέτρα αντιμετώπισης έναντι της ακροδεξιάς, κρίνεται αναγκαία η ανάλυση του φαινομένου της ακροδεξιάς τρομοκρατίας στη Γερμανία καθώς και την πορεία καταπολέμησης του φαινομένου αυτού από τις Γερμανικές Αρχές.

 Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία πέρασε μια φάση αποναζιστικοποίησης σε πολλαπλά σημεία της Γερμανικής κοινωνίας και θεωρήθηκε από πολλούς μια ορθή και επιτυχημένη εφαρμογή μέτρων για την καταπολέμηση τέτοιων στοιχείων. Το ποσοστά όμως ακροδεξιών τρομοκρατικών επιθέσεων από την δεκαετία του 1980  μέχρι σήμερα, δείχνουν πως αυτό δεν είναι απολύτως αληθές. Αντιθέτως, έχει προκληθεί έξαρση των επιθέσεων σε συχνότητα και αριθμό θυμάτων.

 Καταρχάς, θα προηγηθεί μια περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών αυτών των επιθέσεων καθώς και τις ιδεολογίες και κίνητρα που τις προκαλούν.

 Οι επιθέσεις αυτές έχουν πολλαπλά στοιχεία και χαρακτηριστικά από μια ποικιλία ακραίων απόψεων μίσους. Αυτές είναι: εθνικισμός, αντισημιτισμός, ρατσισμός, ξενοφοβία και ομοφοβία. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να συγκεντρωθούν υπό την ιδεολογική ομπρέλα του Νεοναζισμού που με την σειρά του έχει θεμέλια στον ιστορικό Εθνικοσοσιαλισμό. Παρόλα αυτά, πρέπει να σημειωθεί πως η Ακροδεξιά της Γερμανίας δεν είναι ομοιογενής. Αποτελείται από πολλαπλές υποκουλτούρες οπού αν και ακολουθούν παρόμοια ιδεολογικά κριτήρια, διαφέρουν σε τοπικό και πολιτισμικό βαθμό μεταξύ τους. Για παράδειγμα, “Ο Τρίτος Δρόμος” (Der III Weg) είναι ένα καθαρά νεοναζιστικό κίνημα ενώ στην αντίθετη πλευρά, το Ταυτιστικό Κίνημα Γερμανίας (Identitäre Bewegung Deutschland) πρεσβεύει ευρωσκεπτικισμό, αντιμετανάστευση και εθνική και πολιτιστική ομογενοποίηση, όπου εννοείται μια Γερμανία για λευκούς Γερμανούς.

 Η χρήση της βίας, λεκτικής και σωματικής, είναι καίριο και αναγκαίο χαρακτηριστικό της Ακροδεξιάς ιδεολογίας για την επίτευξη των σκοπών της. Οι στόχοι αποτελούν την τρομοκράτηση πολιτικών αντιπάλων, επίδειξη δύναμης και υπεροχής, εναντίωση σε άλλες κοινωνικές ομάδες και τέλος, καθιέρωση και ενίσχυση του κατεστημένου της λευκής υπεροχής και πατριαρχίας. Η εκτέλεση αυτής της βίας χωρίζεται σε δυο κατηγορίες βάσει από ποια άτομα διαπράττεται. Στην πρώτη κατηγορία υπάρχουν οι “μοναχικοί λύκοι”, άτομα δηλαδή που προβαίνουν σε αυτές τις επιθέσεις με τον δικό τους σχεδιασμό και πρόθεση, αν και πολύ συχνά ο ρόλος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ειδικότερα και του διαδικτύου  γενικότερα, έχει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και υιοθέτηση των ακραίων ιδεολογιών. Η άλλη κατηγορία αποτελείται από τρομοκρατικές επιθέσεις που έχουν στρατηγικό χαρακτήρα και γίνονται από οργανωμένες ομάδες και έχουν σκοπό μαζική βλάβη. Μερικές περιπτώσεις είναι δολοφονίες πολιτικών, επιθέσεις σε συναγωγές, βομβιστικές επιθέσεις και ένοπλες επιθέσεις.

 Οι Γερμανικές Αρχές και αναλυτές άρχισαν να ασχολούνται με την έρευνα, αποτροπή και καταπολέμηση αυτών των επιθέσεων πριν από περίπου πενήντα χρόνια. Αν και στην αρχή αυτά τα τρομοκρατικά χτυπήματα εξηγήθηκαν ως ατομικές πράξεις, σύντομα διαπιστώθηκε πως υπάρχουν εκατοντάδες οπλισμένα συστήματα ακροδεξιών και δεκάδες χιλιάδες πιθανά “ύποπτα” άτομα. Η αντιμετώπιση και έρευνα του φαινομένου από τις Αρχές γνώρισε και γνωρίζει αδυναμίες και επιτυχίες που θα αναλυθούν σταδιακά στην συνέχεια.

 Η Γερμανία έχει γνωρίσει διαφορετικούς τύπους τρομοκρατίας ήδη από την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης κατά τον Μεσοπόλεμο. Μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, αναδείχθηκαν 3 κυρίες κατηγορίες τρομοκρατικών επιθέσεων βάσει ιδεολογίας. Αυτές είναι η ακροαριστερή τρομοκρατία, που βρισκόταν στο επίκεντρο έρευνας και καταπολέμησης μέχρι και τη δεκαετία του 1980, η ισλαμιστική τρομοκρατία που εμφανίστηκε κυρίως την δεκαετία του 2000 και έφτασε στην ακμή της κατά τα χρονιά 2015-2018 όπου και παραμένει σε σταθερά επίπεδα εμφάνισης. Τελευταία και πιο αξιοσημείωτη είναι η ακροδεξιά τρομοκρατία που έκανε την δυναμική της εμφάνιση κατά την δεκαετία του 1980 και είναι η πιο μεγάλη σε συχνότητα επιθέσεων και θυμάτων όπου το 2020 ήταν η μεγαλύτερη πηγή τρομοκρατικών επιθέσεων, διαπράττοντας πάνω από το μισό του συνόλου των επιθέσεων.

 Με την ένωση της Γερμανίας το 1990 άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σοβαρά σημεία της ακροδεξιάς τρομοκρατίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, διαπράχθηκαν πλήθη επιθέσεων και εμπρησμών σε μετανάστες Τουρκικής καταγωγής καθώς και μεταναστευτικά άσυλα και υποδομές παρομοίου είδους κυρίως σε περιοχές της Ανατολικής Γερμανίας. Οι έρευνες της περιόδου επεξήγησαν το γεγονός ως το αποτέλεσμα της κοινωνικής αποσύνθεσης και χάους που επικράτησε μετά την πτώση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (DDR). Παρόμοια θέση εξέφρασαν και ακολούθησαν οι Γερμανικές Αρχές όπως η Αντιτρομοκρατική και άλλες εθνικές υπηρεσίες. Επιπλέον, η φύση των επιθέσεων θεωρήθηκε πως έγινε από “μοναχικούς λύκους”, ψυχοπαθείς και άτομα που οργανώθηκαν  και ριζοσπαστικοποιήθηκαν μόνα τους, δίχως να υπάρχει η ύπαρξη προμήθειας όπλων, μαζικής συμμετοχής και οργανωμένης και στερεάς ιδεολογίας.

 Με τον ερχομό της δεκαετίας του 2000 υπήρξε μια νέα τροπή στη φύση της ακροδεξιάς τρομοκρατίας και της αντιμετώπισης της από τις Αρχές. Κατά την περίοδο 2000-2007, ήρθε στο προσκήνιο η ακροδεξιά οργάνωση “Εθνικοσοσιαλιστικό Υπόγειο” (Nationalsozialistischer Untergrund) όπου για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας διέπραξαν δολοφονίες, βομβιστικές επιθέσεις και ληστείες. Η οργάνωση διαλύθηκε μόλις το 2011. Μόλις ταυτοποιήθηκε η ιδεολογία των δρώντων και η περίοδος δράσης τους, προκλήθηκε πολιτικό σκάνδαλο στη Γερμανία.

 Η πλήρης ανικανότητα των Αρχών και κρατικών υπηρεσιών να εντοπίσουν τους υπευθύνους και να ταυτοποιήσουν ένα σύστημα που συμμετείχαν δεκάδες για περίπου το σύνολο της δεκαετίας, αποτελεί την μεγαλύτερη αποτυχία και κρίση στο εθνικό σύστημα ασφάλειας στην ιστορία της Μεταπολεμικής Γερμανίας. Ο λόγος ανικανότητας ήταν η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των υπηρεσιών, η παρουσία ακροδεξιών στοιχείων στην Αστυνομία και η έλλειψη βαθιάς έρευνας για την ακροδεξιά τρομοκρατία. Τέλος, η αποκάλυψη πολλαπλών υποστηρικτικών πυρήνων του NSU σε όλη την Γερμανική επικράτεια κατέδειξε το γεγονός σε ερευνητές και το κράτος για την διαδεδομένη ύπαρξη ολόκληρων υπογείων οργανώσεων.

 Ο λόγος για αυτήν την αδυναμία οφείλεται επίσης στο γεγονός πως για την περίοδο 2001-2016 η Γερμανία αφοσίωσε την προσοχή της στην επικίνδυνα αυξανόμενη ισλαμιστική τρομοκρατία που γνώρισε την ακμή της κατά το 2015, εν μέσω της μεταναστευτικής κρίσης της ίδιας περιόδου που χτύπησε την Ευρώπη.

 Παρόλα αυτά, οι Γερμανικές Αρχές τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν πολλές επιτυχίες όσον αφορά τα μέτρα αντιμετώπισης και καταπολέμησης ακροδεξιών τρομοκρατών. Τα  πιο ιδιαίτερα υπήρξαν η ίδρυση του Κοινού Κέντρου Αντί Εξτρεμισμού και Αντιτρομοκρατίας, που σκοπό έχει την ορθή επικοινωνία μεταξύ δυνάμεων ασφαλείας και των κρατικών υπηρεσιών πληροφοριών για την έγκαιρη αντιμετώπιση και εξάρθρωση εξτρεμιστών το 2012 καθώς και η δημιουργία μιας “διαδικτυακής ασπίδας” που έχει σκοπό να καταπολεμά ακροδεξιά προπαγάνδα ενώ την ίδια περίοδο, το 2014,  οι Αρχές και διάφορες ΜΚΟ ξεκινούν προγράμματα αποριζοσπαστικοποίησης για πρόσφυγες, μετανάστες αλλά και τον γενικό πληθυσμό.

 Το 2020 υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές χρονιές στην αντιτρομοκρατική ιστορία της Γερμανίας, αφού μέσα στο 2020, το Υπουργείο Εσωτερικών απαγόρεψε την λειτουργία 4 ακροδεξιών εξτρεμιστικών οργανώσεων. Οι ομάδες ήταν η Combat 18, η Geeinte Deutsche Völker und Stämme, η Nordadler, και η Sturmbrigade 44. Τέλος, τον Μάιο του 2020, ξεκινούν έρευνες μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις για τον εντοπισμό ακροδεξιών στοιχείων και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η έρευνα εκδίδεται, αναφέροντας 1400 περιπτώσεις υπόπτων ακροδεξιών στοιχείων στον στρατό, την αστυνομία και υπηρεσίες πληροφοριών. Αργότερα ,τον Ιούνιο, η κυβέρνηση περνάει νομοσχέδιο για την μείωση χρόνων απαραίτητης υπηρεσίας για την απόλυση στρατιωτών λόγω εξτρεμιστικών απόψεων ξεκινώντας έτσι την καταπολέμηση της ακροδεξιάς μέσα στα σώματα ασφαλείας και τον στρατό.

 Συμπεραίνοντας, ο κίνδυνος της Ακροδεξιάς είναι πια εμφανής και πάνω από όλα φονικός, απειλώντας όχι μόνο τις ζωές αμέτρητων πολιτών αλλά και τα ίδια τα δημοκρατικά ιδεώδη της Γερμανίας. Η Γερμανία στο σύνολο της, πρέπει να κατανοήσει πως οι επιθέσεις αυτές δεν είναι εξαιρέσεις, αλλά ο κανόνας που διαμορφώνεται και εξελίσσεται από ένα σύστημα μίσους. Πρέπει να υπάρχει μια πολιτική μηδενικής ανοχής και αποτελεσματικής καταστολής απέναντι της εις το όνομα της αυτοάμυνας της ζωής και του πολιτεύματος. Για την τήρηση της ιστορικής ευθύνης της Γερμανίας απέναντι στον κίνδυνο της Ακροδεξιάς ώστε “Ποτέ ξανά” να μην επαναληφθεί το παρελθόν.

Συντάκτης: Γιάννης Κολακές

 

Πηγές:

https://politicalresearch.org/2020/03/26/hanau-and-rise-right-wing-terrorism-germany

https://www.state.gov/reports/country-reports-on-terrorism-2020/germany/

https://cco.ndu.edu/PRISM/PRISM-Volume-6-no-2/Article/839011/right-wing-extremism-and-terrorism-in-europe-current-developments-and-issues-fo/

https://www.verfassungsschutz.de/EN/topics/right-wing-extremism/right-wing-extremism_node.html

https://www.counterextremism.com/countries/germany-extremism-and-terrorism

https://avim.org.tr/en/Analiz/FAR-RIGHT-VIOLENCE-AND-TERRORISM-RISES-IN-GERMANY-NATIONAL-SOCIALIST-UNDERGROUND-NSU-TERRORIST-GROUP-AND-THE-MURDERS-OF-EIGHT-TURKISH-GERMAN-CITIZENS-1