Τη σήμερον ημέρα, είναι πράγματι λυπηρό να επιτρέπουμε στις διεθνείς διενέξεις να λαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, εντείνοντας τις σχέσεις στο παγκόσμιο χάρτη. Οι διαφορές αυτές κατά βάση είναι ταυτοτικές,  η επέκταση τους όμως σχετίζεται άλλοτε με οικονομικά, γεωπολιτικά και άλλοτε με θρησκευτικά συμφέροντα. Πιο συγκεκριμένα, θα εστιάσουμε στην περιοχή της Καμπούλ και στον πόλεμο όπου ενδελεχώς διεξάγεται στην ευρύτερη περιοχή εδώ και τουλάχιστον δυο δεκαετίες. Θα αναφερθούμε στα γεγονότα αυτά καθαυτά αλλά και στις συνέπειες που επιφέρουν καταπατώντας τα ανθρώπινα δικαιώματα  κρίνοντας έτσι την αντιμετώπισή τους ζωτική.

Για να μπορέσουμε όμως να κατανοήσουμε την βαθύτερη αιτία που οδήγησε την κατάσταση στην ύψιστη μορφή βίας, όπου δεν είναι άλλη από τον πόλεμο, θα πρέπει να αναζητήσουμε την πηγή του κακού, εκτελώντας αναδρομή στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν.

Στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου το Αφγανιστάν πέρασε για λίγο στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης. Με την κατάρρευση της, το 1989, το Αφγανιστάν πέρασε σε μία περίοδο αστάθειας μέσα από την οποία κατάφερε να αναδειχθεί το ισλαμικό φονταμενταλιστικό κίνημα των Ταλιμπάν. Αφού κατέλαβαν για πρώτη φορά την Καμπούλ το 1996 επέβαλαν ένα αυστηρό και ιδιαίτερα απαρχαιωμένο ισλαμικό καθεστώς. Αντίθετα με το δικό τους άξονα όμως, κινούνταν η φιλοδυτική Bόρεια Συμμαχία η οποία είχε υπό τον έλεγχο της κάποιες από τις πολυπόθητες περιοχές του βορρά. Οι Ταλιμπάν ως αντίδραση επί τούτου, και ως ανάγκη επίδειξης δυνάμεων στην έως σήμερα ηγέτιδα δύναμη της Δύσης, με αρχηγό τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, εξαπολύουν τρομοκρατικές επιθέσεις διαμέσου της αεροπειρατείας και προσκρούουν στους δίδυμους πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001.

Φυσικά το κόστος αυτής της πράξης ήταν υπέρογκο και σίγουρα δεν θα μπορούσε να μείνει ατιμώρητο, δεδομένο πως την κάθε δράση διαδέχεται η αντίστοιχη αντίδραση. Έτσι λοιπόν, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η Βρετανία και άλλες συμμαχικές δυνάμεις αποφασίζουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους εξαλείφοντας την τρομοκρατία και κατ’ επέκταση το καθεστώτος των Ταλιμπάν. Στις 7 Οκτωβρίου του 2001 Ηνωμένες Πολιτείες επιτέθηκαν στο Αφγανιστάν και ύστερα από απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ εγκαθίσταται στην χώρα διεθνής στρατιωτική δύναμη τη διοίκηση της οποίας ανέλαβε εξ ολοκλήρου το ΝΑΤΟ δυο χρόνια αργότερα. Το 2004 ήταν η χρονιά που διενεργήθηκαν για πρώτη φορά δημοκρατικές εκλογές οι οποίες ανέδειξαν στην εξουσία τον Χαμίντ Καρζάι, ο οποίος διακατέχονταν από φιλοδυτικές αντιλήψεις.

Και ενώ η χώρα δείχνει έτοιμη να φλερτάρει ξανά με πιο φιλειρηνικούς και δημοκρατικούς τόνους, το κίνημα των Ταλιμπάν συνεχώς ανασυγκροτείται και δυναμικά εξαπολύει επιθέσεις τόσο σε ξένες στρατιωτικές δυνάμεις όσο και στην ίδια την κυβέρνηση της χώρας. Δυστυχώς η πολιτική αστάθεια και οι πολεμικές επιχειρήσεις κυριάρχησαν στην σκηνή του Αφγανιστάν  διογκώνοντας την ψαλίδα της ανθρωπιστικής κρίσης, σκοτώνοντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και τρέποντας σε φυγή εκατομμύρια άλλους. Το 2014 υπήρξε η πιο αιματηρή χρόνια μετά το 2001 καθώς οι διεθνείς δυνάμεις του ΝΑΤΟ παρέδωσαν την ευθύνη για την ασφάλεια στον αφγανικό στρατό τερματίζοντας την αποστολή τους.

Έως ότου οι καταστάσεις αφαιθούν ολοκληρωτικά στο έλεος των Ταλιμπάν, επιχειρήθηκαν ποικίλες ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, συμφωνίες και δράσεις του υπάτου αρμοστή του ΟΗΕ με σκοπό τη διαχείριση της κρίσης. Η σημαντικότερη εκ των οποίων ήταν η «Συμφωνία για την Ειρήνη στο Αφγανιστάν» η οποία υπογράφτηκε στις 29 Φεβρουαρίου 2020 μεταξύ των ΗΠΑ και των Ταλιμπάν. Η συμφωνία προέβλεπε την υποχρεωτική απόσυρση ξένων στρατευμάτων από το Αφγανιστάν συμπεριλαμβανομένων των Αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών, ενώ από την άλλη οι Ταλιμπάν δεσμεύονταν να εξουδετερώσουν την Αλ Κάιντα που δραστηριοποιούνταν ακόμα σε κάποιες περιοχές υπό τον έλεγχό τους.

Τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν λειτουργήσει θετικά αν και εφόσον οι Ταλιμπάν δεν εξοργίζονταν με την επαναπροσδιόριση της αναχώρησης των Αμερικανικών στρατευμάτων από την κυβέρνηση Μπάϊντεν από τον Ιούλιο του 2020 στην 31 Αυγούστου 2021. Ήδη από το Μάιο του 2021 οι Ταλιμπάν είχαν στην κατοχή τους 296 περιφέρειες, ενώ στις 6 Αυγούστου ξεκίνησε η προέλαση προς τις πρωτεύουσες των επαρχιών για την ολοκλήρωση της επιχείρησης ανακατάληψης της χώρας. Οι πόλεις έπεφταν αμαχητί με μοναδική εξαίρεση την πρωτεύουσα του Παντζίρ.

Και παρά τις δηλώσεις τους πως η πρωτεύουσα της Καμπούλ δεν βρισκόταν στα άμεσα σχέδιά τους, στις 15 Αυγούστου 2021 αντάρτες των Ταλιμπάν, παρέλασαν ανενόχλητοι στα περίχωρα της, κατακτώντας το προεδρικό Μέγαρο. Μάλιστα, το βράδυ της Κυριακής έδωσαν συνέντευξη τύπου στο τηλεοπτικό σταθμό Al Jazeera από εκεί, αναφέροντας χαρακτηριστικά πως η χώρα τους απελευθερώθηκε και πως οι Μουτζαχεντίν είναι νικητές του Αφγανιστάν. Φυσικά ο Μοχάμεντ Ναΐμ διαβεβαίωση ότι καμία διπλωματική εγκατάσταση και κανένα διπλωματικό σώμα δεν έγινε στόχος εφόσον το φονταμενταλιστικό κίνημα εγγυάται την ασφάλεια των Ξένων διπλωματικών Αποστόλων. Στην πραγματικότητα, η κατάσταση εκτροχιάστηκε…

Όπως συνήθως συμβαίνει, έτσι και εδώ οι συνέπειες τέτοιων μεγάλων πολιτικών αποφάσεων που θεμελιώνονται διαμέσου της βίας αλλά και του ανορθολογισμού γίνονται εντονότερα αντιληπτές από τους στρατιώτες, τους απλούς αλλά και άμαχους πολίτες.

Διεξοδικότερα, όσον αφορά τους στρατιώτες παρατηρείται μία μετακίνηση προς τις γειτονικές χώρες όπως το Πακιστάν το οποίο αναγκάστηκε να κλείσει τα σύνορά του με το Αφγανιστάν, καθώς τουλάχιστον 150 αφγανοί στρατιώτες διέσχισαν τα σύνορα του Ουζμπεκιστάν ζητώντας ιατρική βοήθεια δεδομένο πώς κατάφεραν να ξεφύγουν από τις επιθέσεις των Ταλιμπάν.

Αντίστοιχα, και ίσως σε χειρότερη ακόμα μοίρα, βρίσκονταν οι απλοί πολίτες της χώρας αλλά και πολίτες των δυτικών χωρών και χωρών του ΝΑΤΟ που είτε δεν είχαν ακόμα προλάβει να εξέλθουν της χώρας, είτε δεν είχαν λάβει ακόμα την απαραίτητη βίζα. Προς διευκόλυνση τους Αμερικανικά και Γερμανικά αεροπλάνα και ελικόπτερα στάλθηκαν στην Καμπούλ για να επισπεύσουν την εκκένωση. Η διαδικασία παρόλα αυτά δεν ήταν καθόλου εύκολη καθώς μαζί τους επιθυμούσαν διακαώς να επιβιβαστούν και ντόπιοι πολίτες που διέθεταν ακόμη και μικρά παιδιά τα οποία παρέδιδαν κακήν κακώς στον Αμερικανικό στρατό, επειδή έκριναν πώς μαζί τους θα ήταν ασφαλέστερα.

Τα γεγονότα όμως προλαβαίνουν ακόμα και τους ίδιους τους Ταλιμπάν, καθώς την ίδια στιγμή ο αφγανός Πρόεδρος Ασράφ Γάνι εγκαταλείπει τη χώρα απογοητευμένος, ομολογώντας πως οι αντάρτες κατάφεραν να δρέψουν τους καρπούς των προσπαθειών και των θυσιών του – επί 20 χρόνια – που στόχο είχαν την ελευθερία  και την εξάρτηση από το λαό του. Το αφγανικό Υπουργείο Εσωτερικών ανακοίνωσε ότι ο πρόεδρος Γάνι εγκατέλειψε την εξουσία, ενώ οι Ταλιμπάν σχηματίζουν προσωρινή κυβέρνηση, επωμίζοντας παράλληλα και το αεροδρόμιο Μπαγκράμ από τις δυνάμεις ασφαλείας αποφυλακίζοντας 5.000 αιχμαλώτους Ταλιμπάν και πολεμιστές του Ισλαμικού κράτους, γεγονός που δένει τα χέρια τόσο των δημοκρατικών δυνάμεων όσο και των απλών πολιτών.

Oι εφιαλτικές αυτές εικόνες που μπορεί να μοιάζουν άκρως κινηματογραφικές, δυστυχώς σκιαγραφούν μία φρικιαστική πραγματικότητα εντείνοντας την οδύνη των ανθρώπων, η οποία δείχνει να μην έχει σταματημό καθώς τα γεγονότα βρίσκονται ακόμα εν εξελίξει. Κατά συνέπεια, και έπειτα από όσα προαναφέρθηκαν γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι το συγκεκριμένο ζήτημα οφείλει να προβληματίσει το παγκόσμιο γίγνεσθαι και να συνδράμει στην καταπολέμηση ποικίλων αρνητικών συνεπειών που προκαλεί. Πέραν τα δυσβάστακτα ποσά πού διατίθενται για τον εξοπλισμό ενός πολέμου, πλήττοντας τις εγχώριες αλλά και διεθνής οικονομίες, είναι σημαντικό κάνεις να σκεφτεί την πλήξη που προκαλείται στους θεσμούς της Ειρήνης, της Δημοκρατίας, και το σημαντικότερο, των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ένας τέτοιος πόλεμος αποτελεί την ύψιστη απόδειξη μιας  υποβίβασης χρόνιων προσπαθειών για την διασφάλιση και αναβάθμιση της ζωής. Για αυτό λοιπόν, κρίνεται αναγκαίο, το κάθε κράτος να αναλογιστεί τις ευθύνες του και να πράξει τα δέοντα έτσι ώστε να παταχθεί ο ανορθολογισμός και η άκριτη χρήση βίας, ώστε να καταφέρει η ανθρωπότητα να έρθει εμπράκτως πιο κοντά στις θεωρητικές της, έως σήμερα, προσδοκίες για ειρηνική συμβίωση.

 

Συντάκτης: Πέννυ Ζωϊτάκη